Αν η ExxonMobil κρίνει ότι, στη σημερινή συγκυρία, είναι προτιμότερο να επικεντρώσει την ερευνητική της δραστηριότητα σε άλλες παραχωρήσεις αντί του μπλοκ «Δυτικά της Κρήτης», αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ούτε ως αποτυχία ούτε ως υποχώρηση. Πρόκειται για μια απόφαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου». Με αυτά τα λόγια ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου σχολίασε στην έκθεση της Attica Green Expo την απόφαση της κοινοπραξίας ExxonMobil – Helleniq Energy να επιστρέψει στο ελληνικό Δημόσιο το θαλάσσιο μπλοκ «Δυτικά της Κρήτης», το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται να επαναπροκηρυχθεί σε επόμενο διαγωνισμό.
Η κοινοπραξία των ExxonMobil και HELLENiQ Energy ολοκλήρωσε τις δισδιάστατες (2D) σεισμικές έρευνες στην περιοχή και, πριν από την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας, ενημέρωσε εγκαίρως την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ) ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει στην επόμενη φάση των ερευνών. Όπως επισημαίνεται, η μετάβαση στο επόμενο στάδιο θα προϋπέθετε ιδιαίτερα υψηλό κόστος για την πραγματοποίηση τρισδιάστατων (3D) σεισμικών ερευνών, χωρίς ακόμη να έχει διαμορφωθεί σαφής εικόνα που να δικαιολογεί απόφαση για ερευνητική γεώτρηση.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι εταίροι της κοινοπραξίας επέλεξαν να στρέψουν το ενδιαφέρον τους σε περιοχές με πιο ώριμα δεδομένα και ταχύτερη προοπτική λήψης επενδυτικών αποφάσεων. Αντί, δηλαδή, να επενδύσουν σε νέες σεισμικές έρευνες στα «Δυτικά της Κρήτης» και να απαιτηθούν ακόμη δύο έως τρία χρόνια μέχρι να αξιολογηθεί το ενδεχόμενο γεώτρησης, αποφάσισαν να δώσουν προτεραιότητα στο Βορειοδυτικό Ιόνιο και ειδικότερα στο Block 2, όπου οι διαδικασίες μπορούν να προχωρήσουν πιο άμεσα προς γεωτρητικό στόχο.
Η επιλογή αυτή είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί και από τη HELLENiQ Energy κατά την παρουσίαση των οικονομικών αποτελεσμάτων πρώτου τριμήνου, όπου είχε αναφερθεί ότι το μπλοκ «Δυτικά της Κρήτης» δεν θα αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω ανάπτυξης, καθώς το βάρος μεταφέρεται πλέον στο Ιόνιο και σε νέες παραχωρήσεις. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώθηκε επισήμως και η επιστροφή του οικοπέδου στην ΕΔΕΥΕΠ.
Η εξέλιξη δεν αιφνιδίασε την αγορά, καθώς η ExxonMobil δεν προχώρησε ποτέ σε υψηλής ανάλυσης 3D σεισμικές έρευνες στη συγκεκριμένη παραχώρηση. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι το οικόπεδο χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα μεγάλα θαλάσσια βάθη, αυξημένη τεχνική πολυπλοκότητα και χαμηλότερο γεωλογικό ενδιαφέρον σε σύγκριση με το γειτονικό μπλοκ «Νοτιοδυτικά της Κρήτης», το οποίο επίσης διαχειρίζεται η ίδια κοινοπραξία.
Στην πράξη, μετά και την ολοκλήρωση της δεύτερης συνεχόμενης παράτασης της πρώτης φάσης ερευνών, η οποία έληξε στις 6 Απριλίου 2026, το οικόπεδο επιστρέφει στο ελληνικό Δημόσιο. Η εξέλιξη αυτή δίνει πλέον τη δυνατότητα στην ΕΔΕΥΕΠ να επανασχεδιάσει την παραχώρηση και, αφού προηγηθούν νέες σεισμικές έρευνες μέσω διαγωνιστικής διαδικασίας, να την επαναπροκηρύξει είτε αυτόνομα είτε σε συνδυασμό με άλλα θαλάσσια blocks που στο παρελθόν δεν είχαν προσελκύσει επενδυτικό ενδιαφέρον.
Το σενάριο της επαναχάραξης θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό, καθώς εκτιμάται ότι επιμέρους τμήματα της περιοχής ενδέχεται να διαθέτουν αξιόλογες γεωλογικές ενδείξεις. Ωστόσο, λόγω των μεγάλων θαλάσσιων βαθών και των τεχνικών απαιτήσεων, οποιαδήποτε μελλοντική αξιοποίηση προϋποθέτει την παρουσία μεγάλου διεθνούς παίκτη με εμπειρία σε σύνθετα υπεράκτια έργα.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Παπασταύρου χαρακτήρισε την ανάπτυξη των ελληνικών υδρογονανθράκων «εθνική υπόθεση», επιχειρώντας να αναδείξει ότι η συγκεκριμένη στρατηγική υπερβαίνει τον στενό ενεργειακό σχεδιασμό και συνδέεται άμεσα με τη θέση της χώρας στον νέο γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής. «Η ανάπτυξη των υδρογονανθράκων είναι μια εθνική υπόθεση και γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολύ μεγάλη σοβαρότητα, συνέχεια και θεσμικότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η Ελλάδα επί δεκαετίες δεν αξιοποίησε ουσιαστικά τον πιθανό υπόγειο πλούτο της. «Έχουν περάσει 50 χρόνια, τον πλούτο μας δεν έχουμε γνωρίσει», σημείωσε.
Διαβάστε ακόμη
