Σε ανοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεών τους για τις τιμές του πετρελαίου το 2026 προχωρούν οι αναλυτές, τοποθετώντας τη μέση τιμή του διεθνούς δείκτη αναφοράς Brent κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι παρατεταμένες διαταραχές στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο αντισταθμίζουν τις ανησυχίες για την πορεία της ζήτησης, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters.
Έρευνα Σεπτεμβρίου μεταξύ 30 οικονομολόγων και αναλυτών προβλέπει ότι το αργό τύπου Brent θα κινηθεί κατά μέσο όρο στα 89,05 δολάρια το βαρέλι το 2026, ενώ το αμερικανικό αργό τοποθετείται στα 83,90 δολάρια το βαρέλι. Το εύρος των προβλέψεων για τη μέση τιμή του Brent κυμαίνεται μεταξύ 77,27 και 97,60 δολαρίων.
Αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η αγορά προεξοφλεί πλέον πως η πλήρης αποκατάσταση των εξαγωγικών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένει απίθανη στο άμεσο μέλλον, αναγκάζοντας τα αποθέματα να απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος του ελλείμματος προσφοράς.
«Δεν ποντάρουμε σε επίλυση της σύγκρουσης εντός των επόμενων τριών έως έξι μηνών», υπογράμμισε ο Σούβρο Σαρκάρ, επικεφαλής ενεργειακής έρευνας της τράπεζας DBS. «Υπάρχουν σημαντικοί ανοδικοί κίνδυνοι για τις προβλέψεις μας σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης αντί για αποκλιμάκωση».
Από την πλευρά της, η HSBC σημειώνει ότι το βασικό της σενάριο προϋποθέτει μόνο σταδιακή εξομάλυνση των συνθηκών ναυσιπλοΐας και ένα «δομικά αποδυναμωμένο» καθεστώς στα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με την τράπεζα, οι ροές υγρών καυσίμων ανακάμπτουν αργά από τα τρέχοντα επίπεδα και παραμένουν πολύ χαμηλότερα από τα περίπου 19 με 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως που διέρχονταν από τα στενά πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών.
Σε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα, η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι εξαγωγές πετρελαίου από τον Κόλπο –συμπεριλαμβανομένων των «αφανών εξαγωγών» από πλοία που πλέουν με απενεργοποιημένους τους πομπούς θέσης– ανέκαμψαν την τελευταία εβδομάδα στα 23,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ευθυγραμμιζόμενες με τον μέσο όρο του 2025, καθώς οι εξαγωγές διπλασιάστηκαν τον Σεπτέμβριο.
Συρρικνώνεται το «μαξιλάρι» των κινεζικών αποθεμάτων
Αρκετοί αναλυτές αναδεικνύουν τα κινεζικά αποθέματα ως μία από τις σημαντικότερες μεταβλητές αβεβαιότητας για την αγορά κατά το επόμενο έτος.
Όπως επισημαίνουν, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο άντλησε κατά το μεγαλύτερο διάστημα της κρίσης σημαντικές ποσότητες από τα μεγάλα στρατηγικά αποθέματα που είχε συσσωρεύσει πριν από το ξέσπασμα των εχθροπραξιών. Η πρακτική αυτή περιόρισε την ανάγκη ανταγωνισμού για φορτία αργού στις διεθνείς αγορές, σύμφωνα με το Reuters.
Η συγκεκριμένη τάση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται, καθώς οι κινεζικές εισαγωγές ενισχύθηκαν το τελευταίο δίμηνο, αγγίζοντας σχεδόν τα 9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Αύγουστο, αν και παραμένουν χαμηλότερα από τα ιστορικά πρότυπα.
«Τα κινεζικά αποθέματα αποτελούν σήμερα τον βασικό άγνωστο στην εξίσωση, καθώς αποδείχθηκαν πολύ μεγαλύτερα από ό,τι υπολογιζόταν στην αρχή της σύγκρουσης. Ωστόσο, είναι πεπερασμένα και δεν μπορούν να καλύψουν ολόκληρο τον χειμώνα, επομένως αναμένουμε ενίσχυση των κινεζικών αγορών από τα τρέχοντα επίπεδα», σημείωσε ο Νταβίντε Ταμπαρέλι, πρόεδρος της Nomisma Energia.
Οι προοπτικές της αγοράς
Παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, η πλειονότητα των αναλυτών συνεχίζει να αξιολογεί τους κινδύνους στην προσφορά, και όχι την αδυναμία της ζήτησης, ως τον πρωταρχικό οδηγό διαμόρφωσης των τιμών έως το τέλος του 2026, σύμφωνα με το Reuters.
«Η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης και η ασθενέστερη μεταποιητική δραστηριότητα εξακολουθούν να συγκρατούν την αύξηση της ζήτησης. Οι παράγοντες αυτοί αναμένεται να αποτρέψουν την προσέγγιση των υψηλών επιπέδων που καταγράφηκαν αμέσως μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης, ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμείνουν αυξημένες», επισημαίνουν οι αναλυτές του EIU.
Παράλληλα, προβλέπουν ουσιαστική συρρίκνωση των αποθεμάτων το 2026, καθώς οι καταναλώτριες χώρες προχωρούν σε εκταμίευση από τα έκτακτα και εμπορικά τους αποθέματα για να ισοσκελίσουν τις μειωμένες εξαγωγές από τον Κόλπο.
Η αγορά αναμένεται να επιστρέψει σε πλεόνασμα κατά τη διάρκεια του 2027, καθώς θα βελτιώνονται οι συνθήκες ναυσιπλοΐας, η παραγωγή στον Κόλπο θα ανακάμπτει σταδιακά και η προσφορά εκτός ΟΠΕΚ θα συνεχίσει να διευρύνεται.
Διαβάστε ακόμη
