Βλέπουμε και ακούμε συχνά τη φράση «το πετρέλαιο διαπραγματεύεται στα 70 ή στα 100 δολάρια το βαρέλι», και θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι αυτή είναι και η πραγματική τιμή στην οποία αγοράζεται και πωλείται ο «μαύρος χρυσός». Στην πράξη, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η τιμή που προβάλλεται καθημερινά στα διεθνή και ελληνικά μέσα ενημέρωσης αφορά συνήθως τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και όχι απαραίτητα τις πραγματικές συναλλαγές του πετρελαίου που παραδίδεται άμεσα.

Όπως αναφέρουν σε ανάλυσή τους οι Financial Times, η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή ανέδειξε τη διαφορά ανάμεσα στις χρηματοπιστωτικές τιμές και στην πραγματική αγορά πετρελαίου. Παρότι τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης κινούνταν γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, οι πραγματικές συναλλαγές για φυσικό πετρέλαιο γίνονταν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, φτάνοντας ακόμη και 80% ή 100% πάνω. Την ίδια στιγμή, αυξήσεις καταγράφηκαν και στα προϊόντα διύλισης, όπως το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών, λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας και της πίεσης που δέχθηκαν τα διυλιστήρια. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η τιμή του πετρελαίου δεν καθορίζεται μόνο από τα χρηματιστήρια και τα συμβόλαια, αλλά και από το πόσο διαθέσιμο είναι πραγματικά το προϊόν στην αγορά. Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, αυτό που μετρά περισσότερο δεν είναι η θεωρητική τιμή ενός συμβολαίου, αλλά η δυνατότητα να εξασφαλίσει κανείς φυσικό πετρέλαιο την ώρα που το χρειάζεται.

Το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών που πραγματοποιούνται καθημερινά στις διεθνείς αγορές αφορά συμβόλαια και όχι φυσικά φορτία πετρελαίου. Τα συμβόλαια futures αποτελούν συμφωνίες αγοράς ή πώλησης μιας συγκεκριμένης ποσότητας πετρελαίου σε προκαθορισμένη τιμή και σε μελλοντική ημερομηνία.

Αρχικά δημιουργήθηκαν για να προστατεύουν παραγωγούς, διυλιστήρια και μεγάλους καταναλωτές από τις έντονες διακυμάνσεις των τιμών. Στην πορεία, όμως, εξελίχθηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα χρηματοοικονομικά εργαλεία, προσελκύοντας επενδυτές και κερδοσκόπους που ενδιαφέρονται για την πορεία της τιμής και όχι για την παραλαβή του ίδιου του πετρελαίου. Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειονότητα αυτών των συμβολαίων κλείνει πριν από τη λήξη της. Οι περισσότεροι επενδυτές δεν επιθυμούν να παραλάβουν φυσικό πετρέλαιο, αλλά απλώς να αποκομίσουν κέρδη από τις διακυμάνσεις των τιμών.

Γιατί το πετρέλαιο δεν ακολουθεί τους κανόνες των χρηματοπιστωτικών αγορών

Σε αντίθεση με τις μετοχές ή τα ομόλογα, το πετρέλαιο είναι ένα φυσικό αγαθό με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν διαφορετικές ποιότητες αργού πετρελαίου, διαφορετικά σημεία παράδοσης, διαφορετικά κόστη μεταφοράς, αποθήκευσης και ασφάλισης, ενώ η ποιότητα του προϊόντος μπορεί να μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου.

Παράλληλα, η παραγωγή και η κατανάλωση δεν προσαρμόζονται άμεσα στις αλλαγές των τιμών. Η αύξηση της παραγωγής απαιτεί επενδύσεις και χρόνο, ενώ και η ζήτηση δεν μειώνεται εύκολα, ιδιαίτερα σε τομείς όπως οι μεταφορές ή η αεροπορία, όπου δεν υπάρχουν εύκολες εναλλακτικές λύσεις.

Για τον λόγο αυτό, η θεωρία που συνδέει άμεσα τις τιμές spot με τις τιμές των futures μέσω της λεγόμενης arbitrage(δηλαδή η εκμετάλλευση διαφορών τιμών μεταξύ άμεσης και μελλοντικής αγοράς για κέρδος χωρίς ρίσκο) λειτουργεί μόνο εν μέρει στην αγορά πετρελαίου. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η λεγόμενη «αξία κατοχής» (convenience yield), δηλαδή το επιπλέον όφελος που προσφέρει η κατοχή φυσικών αποθεμάτων.

Σε περιόδους κρίσης, τα διυλιστήρια και οι μεγάλες ενεργειακές εταιρείες είναι διατεθειμένα να πληρώσουν σημαντικά υψηλότερες τιμές προκειμένου να εξασφαλίσουν άμεση πρόσβαση σε πετρέλαιο, ακόμη κι αν τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης διαπραγματεύονται χαμηλότερα.

Αυτή η διαφορά δημιουργεί το φαινόμενο της backwardation (υστέρησης), κατά το οποίο η τρέχουσα τιμή είναι υψηλότερη από την τιμή των συμβολαίων για μελλοντική παράδοση. Πρόκειται για μια κατάσταση που εμφανίζεται συχνά όταν υπάρχουν ελλείψεις στην προσφορά ή έντονη αβεβαιότητα σχετικά με τον εφοδιασμό της αγοράς. Αντίθετα, όταν υπάρχει υπερπροσφορά και τα αποθέματα αυξάνονται, η αγορά περνά σε κατάσταση contango (πλεονάζουσας προσφοράς), όπου οι μελλοντικές τιμές είναι υψηλότερες από τις σημερινές. Τότε οι εταιρείες έχουν κίνητρο να αποθηκεύουν πετρέλαιο και να το πουλήσουν αργότερα σε υψηλότερη τιμή.

Το παράδειγμα του 2020

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδιαιτερότητας αυτής καταγράφηκε τον Απρίλιο του 2020, στη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.

Η κατάρρευση της ζήτησης σε συνδυασμό με την έλλειψη διαθέσιμων αποθηκευτικών χώρων οδήγησε την τιμή του αμερικανικού αργού WTI ακόμη και κάτω από το μηδέν. Οι κάτοχοι συμβολαίων πλήρωναν ουσιαστικά άλλους επενδυτές για να αναλάβουν την υποχρέωση παραλαβής του πετρελαίου, καθώς δεν υπήρχε χώρος για την αποθήκευσή του. Το περιστατικό ανέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι η φυσική αγορά και η χρηματοοικονομική αγορά δεν λειτουργούν πάντα με τους ίδιους κανόνες.

Γιατί οι τιμές των futures δεν λένε όλη την αλήθεια

Οι τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης παραμένουν πολύτιμος δείκτης για τις προσδοκίες της αγοράς. Ωστόσο, δεν αποτυπώνουν πάντοτε το πραγματικό κόστος αγοράς του φυσικού πετρελαίου, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων αναταράξεων. Σε συνθήκες πολέμου, γεωπολιτικής έντασης ή σημαντικών διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα, η αξία της άμεσης διαθεσιμότητας μπορεί να υπερκαλύψει κάθε θεωρητικό μοντέλο αποτίμησης. Τότε, η πραγματική αγορά λειτουργεί με βάση την επάρκεια των αποθεμάτων και όχι αποκλειστικά τις προσδοκίες των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Με άλλα λόγια, η τιμή που βλέπουμε καθημερινά στις οθόνες των χρηματιστηρίων δεν είναι πάντα η τιμή που πληρώνει όποιος χρειάζεται πραγματικά πετρέλαιο. Και όσο οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι περιορισμοί στην παραγωγή και οι αβεβαιότητες στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα παραμένουν, η απόσταση ανάμεσα στο «χάρτινο» και στο «φυσικό» πετρέλαιο ενδέχεται να συνεχίσει να μεγαλώνει.

Διαβάστε ακόμη