Παρά τις ταχύτατες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το αργό πετρέλαιο εξακολουθεί να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της παγκόσμιας οικονομίας. Και αυτό είναι κάτι που αναδείχθηκε και πάλι μετά την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου έχουν χαθεί από την παγκόσμια προσφορά από τότε που κλιμακώθηκαν οι συγκρούσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, ωστόσο οι διεθνείς αγορές απέφυγαν τη διαρκή εκτίναξη των τιμών που πολλοί αναλυτές θεωρούσαν αναπόφευκτη. Ο βασικός λόγος δεν ήταν η απότομη πτώση της ζήτησης, αλλά τα τεράστια στρατηγικά αποθέματα αργού πετρελαίου, που αποδεσμεύτηκαν, και κυρίως αυτά της Κίνας.
Η απόφαση του Πεκίνου, τα τελευταία χρόνια, να δημιουργήσει ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο αποδείχθηκε εξαιρετικά διορατική. Αντί να ανταγωνιστεί επιθετικά για τις ολοένα και πιο περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες κατά τη διάρκεια της κρίσης, η Κίνα περιόρισε σημαντικά τις εισαγωγές της και κάλυψε τις ανάγκες της από τα αποθέματά της. Με αυτόν τον τρόπο απέσυρε μια τεράστια πηγή ζήτησης από τη διεθνή αγορά ακριβώς τη στιγμή που οι απώλειες στην προσφορά αυξάνονταν, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αποτροπή ακόμη μεγαλύτερης ανόδου των τιμών.
Το νέο κύμα συσσώρευσης
Κι αυτό είναι κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο.
Καθώς το άμεσο σοκ στην προσφορά αρχίζει να υποχωρεί, όλο και περισσότερες χώρες προετοιμάζονται είτε να αναπληρώσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που εξαντλήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης είτε να δημιουργήσουν μεγαλύτερα αποθέματα έκτακτης ανάγκης. Αυτό το νέο κύμα συσσώρευσης αποθεμάτων ενδέχεται να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ενίσχυσης της ζήτησης πετρελαίου τα επόμενα χρόνια, προσφέροντας στήριξη στις τιμές του αργού ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) έχει ήδη δεσμευθεί να αναπληρώσει τα περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια που απελευθερώθηκαν από τα κοινά στρατηγικά αποθέματα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η συντονισμένη αυτή αποδέσμευση ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του οργανισμού, ξεπερνώντας κατά πολύ τα 182 εκατομμύρια βαρέλια που είχαν διατεθεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Τα βαρέλια αυτά θα πρέπει τώρα να αντικατασταθούν.
Τι δείχνει η ιστορία
Η εμπειρία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις σπάνια αφήνουν τα στρατηγικά τους αποθέματα σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα αποθέματα αυτά δημιουργήθηκαν μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, με στόχο την προστασία των οικονομιών από διαταραχές στην προσφορά, και η πρόσφατη σύγκρουση επιβεβαίωσε εκ νέου τη στρατηγική τους σημασία. Η αναπλήρωση εκατοντάδων εκατομμυρίων βαρελιών θα απαιτήσει σταθερές αγορές σε βάθος χρόνου, δημιουργώντας μια πρόσθετη πηγή ζήτησης, σχετικά ανεξάρτητη από τους συνήθεις οικονομικούς κύκλους.
Παράλληλα, πολλές χώρες που εισήλθαν στην κρίση με περιορισμένα στρατηγικά αποθέματα συνειδητοποίησαν πόσο ευάλωτες ήταν.
Η περίπτωση της Ινδίας
Η Ινδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως διαθέτει σήμερα στρατηγικά αποθέματα που καλύπτουν μόλις περίπου οκτώ ημέρες εισαγωγών. Η κυβέρνηση έχει ήδη δώσει εντολή στη δημόσια ONGC να αυξήσει τα αποθέματα κατά επιπλέον 13 εκατομμύρια βαρέλια, ωστόσο οι αρμόδιοι αναγνωρίζουν ότι θα απαιτηθούν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ώστε να υπάρξει ουσιαστική προστασία απέναντι σε μελλοντικές διαταραχές της προσφοράς.
Η Ινδία, βέβαια, δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση. Σε ολόκληρη την Ασία, οι κυβερνήσεις επανεξετάζουν τις στρατηγικές ενεργειακής ασφάλειας μετά τη διαπίστωση του πόσο γρήγορα οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρέασαν τις διεθνείς αγορές. Παρότι οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς, τα πρόσφατα γεγονότα κατέδειξαν ότι η αιολική και η ηλιακή ενέργεια δεν μπορούν να εξαλείψουν την εξάρτηση από το πετρέλαιο, ιδιαίτερα στις μεταφορές, την πετροχημική βιομηχανία και τη βαριά βιομηχανική παραγωγή.
Αντίθετα, πολλές κυβερνήσεις φαίνεται να υιοθετούν πλέον μια στρατηγική δύο κατευθύνσεων: επιταχύνουν την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα ενισχύουν την ενεργειακή τους ασφάλεια μέσω μεγαλύτερων στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου.
Το κινεζικό πρότυπο
Η Κίνα έχει ουσιαστικά μετατραπεί στο πρότυπο αυτής της προσέγγισης.
Για χρόνια, το Πεκίνο συγκέντρωνε αθόρυβα τεράστιες ποσότητες αργού πετρελαίου, αξιοποιώντας τις εκπτώσεις που προσέφεραν χώρες όπως το Ιράν, η Ρωσία και η Βενεζουέλα. Σε περιόδους χαμηλών τιμών, οι κινεζικές εισαγωγές υπερέβαιναν συχνά τις ανάγκες των εγχώριων διυλιστηρίων, γεγονός που οδηγούσε πολλούς αναλυτές στο συμπέρασμα ότι η ζήτηση ήταν ασθενής. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος αυτών των ποσοτήτων κατέληγε στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης.
Ειρωνικά, οι ίδιες αυτές εκτιμήσεις περί αδύναμης κινεζικής ζήτησης συνέβαλαν στη διατήρηση των διεθνών τιμών σε χαμηλότερα επίπεδα, επιτρέποντας στην Κίνα να συνεχίσει να γεμίζει τις δεξαμενές της με ακόμη χαμηλότερο κόστος.
Όταν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή κλιμακώθηκε και η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ περιορίστηκε δραστικά, η Κίνα απλώς άντλησε πετρέλαιο από τα αποθέματά της αντί να ανταγωνιστεί για τα ολοένα και πιο δυσεύρετα φορτία. Η στρατηγική αυτή δεν προστάτευσε μόνο τη δική της οικονομία, αλλά συνέβαλε και στη μείωση των πιέσεων στις διεθνείς αγορές κατά τη διάρκεια μιας από τις μεγαλύτερες διαταραχές στην προσφορά πετρελαίου των τελευταίων δεκαετιών.
Η αντιγραφή του κινεζικού μοντέλου, ωστόσο, μόνο εύκολη δεν είναι.
Η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου απαιτεί τεράστιους οικονομικούς πόρους, εκτεταμένες υποδομές αποθήκευσης και πολυετή, σταθερή πολιτική αγορών. Η προμήθεια εκατοντάδων εκατομμυρίων βαρελιών αργού μπορεί να κοστίσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η κατασκευή υπόγειων αποθηκών, δεξαμενών και των απαραίτητων υποδομών μεταφοράς συνεπάγεται σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Το κόστος
Παρ’ όλα αυτά, το οικονομικό κόστος της απουσίας επαρκών αποθεμάτων έγινε πλέον απολύτως εμφανές. Οι χώρες με περιορισμένα στρατηγικά αποθέματα βρέθηκαν περισσότερο εκτεθειμένες στις ελλείψεις και στις έντονες διακυμάνσεις των τιμών μετά τη διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ, ενισχύοντας την άποψη ότι τα στρατηγικά αποθέματα δεν αποτελούν πλέον πολυτέλεια, αλλά αναγκαίο πυλώνα της εθνικής ενεργειακής ασφάλειας.
Η νέα αυτή πραγματικότητα έχει σημαντικές προεκτάσεις και για την αγορά πετρελαίου.
Μόλις οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακωθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε οι κυβερνήσεις να ξεκινήσουν μαζικά την αναπλήρωση των αποθεμάτων τους, η παγκόσμια ζήτηση αργού ενδέχεται να ενισχυθεί αισθητά. Σε αντίθεση με την εμπορική ζήτηση, η οποία επηρεάζεται από την πορεία της οικονομίας, οι αγορές για τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων υπαγορεύονται από λόγους εθνικής ασφάλειας και ενεργειακής πολιτικής. Ως εκ τούτου, είναι πολύ λιγότερο ευαίσθητες στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των τιμών.
Ακόμη και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι, μετά την επιβράδυνση που προκάλεσε η κρίση, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα ανακάμψει τα επόμενα χρόνια. Εάν η αναπλήρωση των στρατηγικών αποθεμάτων συμπέσει με την ανάκαμψη της βιομηχανικής δραστηριότητας και των μεταφορών, η πρόσθετη αυτή ζήτηση θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά την προσφορά και να στηρίξει τις διεθνείς τιμές.
Για χρόνια, η συζήτηση γύρω από την ενεργειακή μετάβαση επικεντρωνόταν κυρίως στη μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο. Τα γεγονότα των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι η συζήτηση εξελίσσεται. Οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να επενδύουν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά παράλληλα αναγνωρίζουν ότι οι υδρογονάνθρακες θα παραμείνουν αναντικατάστατοι για πολλές ακόμη δεκαετίες.
Διαβάστε ακόμη
