Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, οι ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου αλλάζουν δραματικά. Ο ΟΠΕΚ+, που επί χρόνια αποτελούσε τον βασικό «ρυθμιστή» της προσφοράς και των τιμών, βλέπει την επιρροή του να περιορίζεται, ενώ η Κίνα αναδεικνύεται σε ολοένα σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης της αγοράς.
Η πολεμική σύγκρουση έχει προκαλέσει μία από τις μεγαλύτερες διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου, καθώς ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχει περιορίσει σημαντικά τις εξαγωγές από χώρες-κλειδιά της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, ζημιές σε ενεργειακές υποδομές έχουν πλήξει την παραγωγική δυνατότητα αρκετών χωρών του ΟΠΕΚ+.
Στο 40% το μερίδιο του ΟΠΕΚ+
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, βασισμένους σε στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, οι χώρες του ΟΠΕΚ+ αντιπροσώπευαν τον Ιούλιο περίπου το 40% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, έναντι άνω του 48% πριν από τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.
Ένα μέρος της υποχώρησης συνδέεται και με την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ τον Μάιο. Ωστόσο, η βασική αλλαγή είναι βαθύτερη: ο ΟΠΕΚ+ δυσκολεύεται πλέον να χρησιμοποιήσει το βασικό του όπλο, δηλαδή την αυξομείωση της παραγωγής, για να επηρεάσει άμεσα τις τιμές.
Από τον Μάρτιο, ο πυρήνας του ΟΠΕΚ+ έχει ανακοινώσει έξι αυξήσεις παραγωγής. Οι περισσότερες, όμως, παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό θεωρητικές, καθώς ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ περιορίζει τη δυνατότητα μεταφοράς του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές.
Η διαφορά με το παρελθόν είναι χαρακτηριστική. Το 2019, οι αποφάσεις του ΟΠΕΚ+ παρακολουθούνταν στενά από τις αγορές, καθώς μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντικές μεταβολές στις τιμές. Σήμερα, όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο πετρέλαιο αποφασίζει να παράγει η συμμαχία, αλλά πόσο από αυτό μπορεί πραγματικά να παραχθεί και να εξαχθεί.
Η Κίνα αποκτά ρόλο «ρυθμιστή»
Την ίδια στιγμή, ένας διαφορετικός παράγοντας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα: η ζήτηση της Κίνας.
Από την έναρξη του πολέμου, η Κίνα έχει αγοράσει περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια λιγότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η πτώση των εισαγωγών συνδέεται με την απαγόρευση εξαγωγών καυσίμων, τη μείωση της διυλιστικής δραστηριότητας και την αυξανόμενη χρήση ηλεκτρικών οχημάτων και άλλων μέσων μεταφοράς που περιορίζουν την κατανάλωση πετρελαίου.
Η εξέλιξη αυτή έχει λειτουργήσει ως αντίβαρο στη μεγάλη απώλεια προσφοράς που προκάλεσε ο αποκλεισμός του Ορμούζ. Η μειωμένη κινεζική ζήτηση έχει συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών, λειτουργώντας ουσιαστικά ως «φρένο» στην άνοδο που θα μπορούσε να προκαλέσει η πολεμική διαταραχή.
Πέρυσι, αντίθετα, η αυξημένη ζήτηση της Κίνας είχε στηρίξει σημαντικά την αγορά και ενδέχεται να αντιστοιχούσε έως και στο ήμισυ της παγκόσμιας αύξησης της ζήτησης πετρελαίου.
Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί μια ευρύτερη μετατόπιση στην αγορά πετρελαίου. Για δεκαετίες, ο ΟΠΕΚ και αργότερα ο ΟΠΕΚ+ είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση της προσφοράς, έχοντας τη δυνατότητα να αυξάνουν ή να μειώνουν την παραγωγή και να επηρεάζουν τις τιμές.
Σήμερα, όμως, η πολεμική κρίση έχει περιορίσει αυτή τη δυνατότητα. Με σημαντικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προβλήματα παραγωγής και εξαγωγών, ο ΟΠΕΚ+ δεν μπορεί να λειτουργήσει με την ίδια αποτελεσματικότητα ως «swing producer».
Αντίθετα, η Κίνα έχει αρχίσει να λειτουργεί ως ένας νέος «swing consumer»: οι μεταβολές στη ζήτησή της έχουν πλέον τη δυνατότητα να επηρεάζουν αποφασιστικά την ισορροπία της παγκόσμιας αγοράς.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι ο ΟΠΕΚ+ έχασε οριστικά τη σημασία του. Δείχνει, όμως, ότι η ισχύς στην αγορά πετρελαίου δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από το ποιος ελέγχει την προσφορά.
Σε μια περίοδο πολέμου, γεωπολιτικών αναταράξεων και ενεργειακής μετάβασης, η ζήτηση μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ισχυρό εργαλείο. Και σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Κίνα φαίνεται να αποκτά έναν ρόλο που μέχρι σήμερα ανήκε σχεδόν αποκλειστικά στον ΟΠΕΚ+.
Διαβάστε ακόμη
