Εκρηκτικές διαστάσεις λαμβάνει η κατάσταση στην τροφοδοσία υγρών καυσίμων, καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν φαίνεται να έχει τέλος. Οι επιθέσεις σε πλοία είναι καθημερινές, ενώ οι συγκρούσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Το σκηνικό αυτό δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στην τροφοδοσία της αγοράς με υγρά καύσιμα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες της Ευρώπης αυξάνονται.

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, τα ελληνικά διυλιστήρια διαθέτουν σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς μπορούν να καλύψουν μέρος των αυξημένων αναγκών της ευρωπαϊκής αγοράς. Η ισχυρή ζήτηση για diesel, αεροπορικά καύσιμα και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ευρωπαϊκή προσφορά και τις γεωπολιτικές αναταράξεις, στηρίζει τα περιθώρια διύλισης σε υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, η υψηλή τεχνική πολυπλοκότητα των ελληνικών μονάδων και ο έντονος εξαγωγικός τους προσανατολισμός ενισχύουν περαιτέρω τη θέση τους, επιτρέποντάς τους να αξιοποιούν τις ευκαιρίες που δημιουργούν οι διεθνείς διαταραχές στην προσφορά.

Σε αντίθεση με σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής διυλιστικής βιομηχανίας, που βρίσκεται αντιμέτωπο με περιορισμένες επενδύσεις και σταδιακή απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας, οι ελληνικές μονάδες έχουν ενισχύσει τα τελευταία χρόνια την αποδοτικότητα και την ευελιξία τους. Έτσι, η τρέχουσα συγκυρία, με τα ισχυρά περιθώρια διύλισης και την ανθεκτική ζήτηση, δημιουργεί προϋποθέσεις για διατήρηση της ισχυρής κερδοφορίας και το επόμενο διάστημα.

Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν τόσο τις ροές του αργού πετρελαίου όσο και τη διαθεσιμότητα των τελικών πετρελαϊκών προϊόντων.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Από την περασμένη άνοιξη υπήρχαν εκτιμήσεις για πιθανές ελλείψεις στην αγορά, την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και οι τιμές του diesel είχαν ξεπεράσει τότε κατά πολύ τα 100 δολάρια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην παρούσα φάση, σχεδόν το 30% της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς εξακολουθεί να προέρχεται από το αργό πετρέλαιο και τα πετρελαϊκά προϊόντα. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, το κρίσιμο ζήτημα δεν αφορά μόνο τις διαθέσιμες ποσότητες αργού, αλλά και το πόσο από αυτό το προϊόν μπορεί τελικά να διυλιστεί και να μετατραπεί σε προϊόντα που είναι απαραίτητα για την αγορά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μειώσει τη δυνατότητα διύλισης που διαθέτει, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η τελευταία φορά που άνοιξε νέο διυλιστήριο ήταν τη δεκαετία του 1970. Την ίδια ώρα, η Κίνα έχει διπλασιάσει τη δυνατότητα διύλισης μέσα σε διάστημα 20 ετών.

Το ερώτημα που έθεσαν πρόσφατα οι Financial Times είναι εάν η Κίνα θα μπορούσε να καλύψει το κενό στο diesel, το οποίο απειλεί να προκαλέσει κραδασμούς στις οικονομίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο το Πεκίνο θα επιλέξει τελικά να διαθέσει μεγαλύτερες ποσότητες στην αγορά ή να διατηρήσει τα αποθέματα που θεωρεί στρατηγικής σημασίας για τις δικές του ανάγκες.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και το γεγονός ότι η Ρωσία, η οποία διαθέτει ισχυρή δυνατότητα διύλισης, δέχεται πλήγματα αυτή την περίοδο στις ενεργειακές της υποδομές. Πολλά διυλιστήρια τίθενται εκτός λειτουργίας εξαιτίας επιθέσεων με ουκρανικά drones, γεγονός που επηρεάζει τη δυνατότητα παραγωγής και εξαγωγής πετρελαϊκών προϊόντων.

Λόγω των επιθέσεων, τον περασμένο μήνα η Μόσχα αποφάσισε να απαγορεύσει τις εξαγωγές diesel. Ήδη από τον Ιούλιο, παράγοντες της αγοράς εκτιμούσαν ότι το πετρέλαιο κίνησης θα συνέχιζε την ανοδική του πορεία με ταχύτερους ρυθμούς. Βασικές αιτίες θεωρούνται η συνεχιζόμενη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή, αλλά και οι δυσκολίες στις μεταφορές προϊόντων μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Την ίδια ώρα, εντείνεται η συζήτηση σχετικά με τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το σύστημα εμπορίας εκπομπών CO2. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε, πριν από έναν μήνα, προτάσεις σχετικά με τον τρόπο αλλαγής του συστήματος εμπορίας εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Μεταξύ άλλων, η Επιτροπή πρότεινε τη μείωση των δωρεάν ποσοστώσεων άνθρακα που προορίζονται για τη βιομηχανία.

Στο πλαίσιο αυτό, οι επικεφαλής των δύο μεγάλων εταιρειών πετρελαίου της Εσθονίας δήλωσαν στην πρωθυπουργό Κρίστεν Μίχαλ ότι, χωρίς εξαίρεση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου θα πάψει να είναι οικονομικά βιώσιμη μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Το σύνολο αυτών των εξελίξεων αναδεικνύει τη σύνθετη κατάσταση που διαμορφώνεται στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι περιορισμοί στη δυνατότητα διύλισης, οι δυσκολίες στις μεταφορές και η ευρωπαϊκή πολιτική για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, με το diesel και γενικότερα τα πετρελαϊκά προϊόντα να βρίσκονται στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Διαβάστε ακόμη