Μια εντυπωσιακή ανατροπή καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στο ηλεκτρικό ισοζύγιο της Ελλάδας, καθώς η χώρα περνά σταδιακά από τη θέση του καθαρού εισαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας σε εκείνη του εξαγωγέα, την ώρα που η μεγάλη ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αλλάζει τόσο το παραγωγικό μείγμα όσο και τη θέση της ελληνικής αγοράς στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.

Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην παρουσίαση του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των ΑΠΕ αποτυπώνουν με αριθμούς τη μεταβολή. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το εμπορικό ισοζύγιο της ηλεκτρικής ενέργειας εμφάνισε πλεόνασμα 438 εκατ. ευρώ, όταν μόλις το 2023 κατέγραφε έλλειμμα 575 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μεταβολή άνω του 1 δισ. ευρώ μέσα σε λίγα χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η παρουσίαση.

Η αλλαγή αυτή συνοδεύεται από μια αντίστοιχη ανατροπή στις φυσικές διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2019 η Ελλάδα εισήγαγε ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που αντιστοιχούσε περίπου στο 18% των αναγκών της. Σήμερα, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των σημαντικότερων εξαγωγέων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εκτόξευση της ισχύος των ΑΠΕ

Στον πυρήνα αυτής της αλλαγής βρίσκεται η ταχεία ανάπτυξη της εγκατεστημένης ισχύος των ΑΠΕ. Την περίοδο 2019-2025, η εγκατεστημένη ισχύς από φωτοβολταϊκά και αιολικά σχεδόν τριπλασιάστηκε, με την Ελλάδα να κατατάσσεται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το υπουργείο, τρίτη παγκοσμίως ως προς τη διείσδυση των φωτοβολταϊκών και ένατη ως προς τα αιολικά.

Η μεταβολή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στους απόλυτους αριθμούς. Τα φωτοβολταϊκά αυξήθηκαν από περίπου 2,6 GW το 2015 σε 11,1 GW το 2025, ενώ τα αιολικά από 2,1 GW σε 5,7 GW. Συνολικά, οι δύο τεχνολογίες πλησίασαν έτσι τα 17 GW εγκατεστημένης ισχύος στο τέλος του 2025, έναντι λιγότερων από 5 GW μία δεκαετία νωρίτερα.

Η ανάπτυξη αυτή έχει αρχίσει να αφήνει αποτύπωμα και στις τιμές της αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΥΠΕΝ για το 2026, όταν η ημερήσια παραγωγή από ΑΠΕ καλύπτει περισσότερο από το 90% της κατανάλωσης, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται στα 73 ευρώ/MWh. Αντίθετα, όταν το μερίδιο των ΑΠΕ υποχωρεί στην περιοχή του 40%-60%, η μέση τιμή αυξάνεται στα 120 ευρώ/MWh.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη σαφή αρνητική συσχέτιση μεταξύ υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ και τιμών χονδρικής, χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι η διαμόρφωση της τιμής εξαρτάται αποκλειστικά από έναν παράγοντα.

Από την ακριβότερη στην ένατη φθηνότερη αγορά

Παράλληλα, η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας έχει μεταβληθεί αισθητά. Όπως αναφέρει η παρουσίαση, το 2019 η ελληνική αγορά ήταν η ακριβότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε επίπεδο χονδρικής. Το 2026, με στοιχεία έως τις 24 Αυγούστου, βρίσκεται στην ένατη θέση μεταξύ των φθηνότερων αγορών, καταγράφοντας, σύμφωνα με το υπουργείο, πλήρη αντιστροφή της κατάταξης μέσα σε μία επταετία.

Η διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούν να εμφανίζουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ Βορρά και Νότου, αλλά και έντονη μεταβλητότητα ανάλογα με τη διαθεσιμότητα των ΑΠΕ, τις τιμές φυσικού αερίου και τις διασυνοριακές δυνατότητες.

Για την Ελλάδα, πάντως, το γεγονός ότι η αύξηση της εγχώριας πράσινης παραγωγής έχει συμπέσει με ενίσχυση των εξαγωγών και θετικό εμπορικό ισοζύγιο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές της τελευταίας περιόδου.

Το επόμενο στοίχημα είναι η αποθήκευση

Η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ δημιουργεί, ωστόσο, και νέα προβλήματα για το ηλεκτρικό σύστημα. Όσο αυξάνεται η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη αποθήκευσης της πλεονάζουσας ενέργειας, ώστε να περιορίζονται οι περικοπές παραγωγής και να αξιοποιείται η φθηνή πράσινη ηλεκτρική ενέργεια σε ώρες κατά τις οποίες η ζήτηση είναι υψηλότερη.

Σύμφωνα με την παρουσίαση, έχουν ήδη κατασκευαστεί περίπου 1 GW σταθμών αποθήκευσης, εκ των οποίων περίπου 600 MW βρίσκονται σε λειτουργία. Ο στόχος είναι έως το τέλος του 2026 να λειτουργεί τουλάχιστον 1 GW, ενώ έως τον Ιούνιο του 2027 η συνολική ισχύς προβλέπεται να προσεγγίσει τα 1,5 GW. Παράλληλα, έως τον Σεπτέμβριο αναμένεται να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση αιτημάτων στο πλαίσιο πρόσκλησης του ΥΠΕΝ για μεμονωμένους σταθμούς αποθήκευσης συνολικής ισχύος 4,7 GW.

Η αποθήκευση αποτελεί έτσι τον επόμενο κρίσιμο κρίκο μιας αγοράς που μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε παραγωγικό μοντέλο. Η ίδια η παρουσίαση συνδέει την ανάπτυξή της με τρεις βασικούς στόχους: μεγαλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής των ΑΠΕ, περιορισμό των περικοπών και συγκράτηση του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Το νέο χωροταξικό και το μεγάλο pipeline έργων

Η επόμενη φάση ανάπτυξης των ΑΠΕ θα κινηθεί, πάντως, σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο επιχειρεί να καθορίσει αυστηρότερους κανόνες ως προς το πού μπορούν να εγκαθίστανται νέα έργα, την ώρα που ήδη υπάρχει ένα εξαιρετικά μεγάλο χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της παρουσίασης, τα αιολικά έργα που βρίσκονται σε λειτουργία, διαθέτουν όρους σύνδεσης ή περιβαλλοντική άδεια αντιστοιχούν συνολικά σε περίπου 15,5 GW, έναντι στόχου 8,9 GW για το 2030 στο ΕΣΕΚ. Στα φωτοβολταϊκά, το αντίστοιχο σύνολο ανέρχεται στα 63,2 GW έναντι στόχου 13,5 GW για το 2030.

Με άλλα λόγια, η ελληνική αγορά περνά πλέον από τη φάση της επιτάχυνσης των επενδύσεων στη φάση της επιλογής και της διαχείρισης ενός πολύ μεγαλύτερου χαρτοφυλακίου έργων από αυτό που απαιτούν οι εθνικοί στόχοι της επόμενης δεκαετίας.

Το νέο ενεργειακό τοπίο αποτυπώνεται ίσως πιο καθαρά στο εμπορικό ισοζύγιο του ρεύματος. Η απόσταση από το έλλειμμα των 575 εκατ. ευρώ του 2023 έως το πλεόνασμα των 438 εκατ. ευρώ του πρώτου εξαμήνου του 2026 δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να μεταβληθεί η θέση μιας χώρας στην περιφερειακή αγορά ηλεκτρισμού. Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορέσει να αξιοποιήσει την αυξανόμενη παραγωγή από ΑΠΕ, επενδύοντας ταυτόχρονα σε δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις, ώστε η σημερινή εξαγωγική επίδοση να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Διαβάστε ακόμη