Σε υψηλές ταχύτητες παραμένει η ελληνική χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με την τιμή να ανεβαίνει περαιτέρω την Τρίτη και να ξεπερνά πλέον τα 170 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η εικόνα έρχεται σε συνέχεια του ισχυρού ανοδικού κύματος με το οποίο ξεκίνησε η εβδομάδα στις ευρωπαϊκές αγορές, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να συγκεντρώνονται και πάλι στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν περιορίζεται πλέον στις ημερήσιες διακυμάνσεις της αγοράς. Η άνοδος της χονδρικής μέσα στον Αύγουστο, σε συνδυασμό με το ακριβό φυσικό αέριο και τα μηνύματα που στέλνουν τα προθεσμιακά συμβόλαια για τους επόμενους μήνες, επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο οι πιέσεις να περάσουν πιο αισθητά και στους λογαριασμούς των καταναλωτών.

Η προοπτική νέων παρεμβάσεων για το κόστος του ρεύματος αρχίζει να επανέρχεται στο κυβερνητικό τραπέζι, καθώς η άνοδος της χονδρικής ενισχύει την ανησυχία για πιθανή μετακύλιση των πιέσεων στη λιανική. Σχετικό σήμα έδωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, ο οποίος σε τηλεοπτική του συνέντευξη έκανε λόγο για «κάποιες ενδιαφέρουσες εξελίξεις θετικές με το ηλεκτρικό ρεύμα», χωρίς ωστόσο να ανοίξει περισσότερο τα χαρτιά του.

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο μέτρο, ενώ και τα κυβερνητικά στελέχη αποφεύγουν να προδικάσουν το περιεχόμενο των επόμενων κινήσεων. Στην αγορά, πάντως, τα σενάρια εκτείνονται από παρεμβάσεις άμεσης στήριξης των καταναλωτών, εφόσον οι αυξήσεις περάσουν αισθητά στα τιμολόγια, έως πιο μόνιμες κινήσεις για τον περιορισμό επιβαρύνσεων που ενσωματώνονται σήμερα στους λογαριασμούς. Υπό αυτό το πρίσμα, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον και στη ΔΕΘ, όπου αναμένεται να αποσαφηνιστεί περισσότερο η κυβερνητική στρατηγική απέναντι σε μια ενδεχόμενη νέα περίοδο αυξημένου ενεργειακού κόστους.

Στα 173,73 ευρώ η Ελλάδα

Για την Τρίτη 25 Αυγούστου, η μέση τιμή στην ελληνική Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται στα 173,73 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 3,69% από τα 167,55 ευρώ/MWh της Δευτέρας. Η διαφορά από το Σαββατοκύριακο είναι ακόμη μεγαλύτερη. Την Κυριακή η χονδρική είχε διαμορφωθεί στα 109,45 ευρώ/MWh, επομένως μέσα σε δύο ημέρες καταγράφεται άνοδος σχεδόν 59%. Μέρος αυτής της μεταβολής συνδέεται ασφαλώς με την επιστροφή της κατανάλωσης στα υψηλότερα επίπεδα μιας εργάσιμης ημέρας. Η διατήρηση, όμως, της τιμής πάνω από τα 170 ευρώ και την Τρίτη δείχνει ότι η πίεση δεν περιορίζεται σε ένα συγκυριακό ημερήσιο άλμα.

Σε επίπεδο μήνα, η εικόνα είναι ηπιότερη αλλά σαφώς ανοδική. Η μέση χονδρεμπορική τιμή στην Ελλάδα έως τις 25 Αυγούστου κινείται περίπου στα 128,5 ευρώ/MWh, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 17% έναντι του Ιουλίου. Η διάκριση είναι σημαντική: τα 173,73 ευρώ αφορούν μία συγκεκριμένη ημέρα παράδοσης και όχι τον μέσο όρο ολόκληρου του Αυγούστου.

Η ακριβή ζώνη της Ευρώπης

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στον ευρωπαϊκό χάρτη. Αντίθετα, βρίσκεται μέσα σε μια ευρύτερη ζώνη υψηλών τιμών που εκτείνεται από την Ιταλία και την Αυστρία έως τα Βαλκάνια.

Για την ίδια ημέρα, η Ιταλία κινείται στα 190,54 ευρώ/MWh, η Αυστρία στα 177,64 ευρώ/MWh, η Ρουμανία στα 174,99 ευρώ/MWh και η Βουλγαρία στα 173,75 ευρώ/MWh. Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία βρίσκονται ουσιαστικά στην ίδια περιοχή τιμών, αποτυπώνοντας τη στενή σύνδεση των αγορών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Δυτικότερα, οι τιμές παραμένουν αυξημένες, αλλά αισθητά χαμηλότερες. Το Βέλγιο διαμορφώνεται στα 157,51 ευρώ/MWh, η Γαλλία στα 153,92 ευρώ/MWh, η Γερμανία στα 141,43 ευρώ/MWh και η Ολλανδία στα 126,48 ευρώ/MWh.

Η εικόνα αναδεικνύει ξανά τις έντονες περιφερειακές αποκλίσεις στην ευρωπαϊκή αγορά. Παρότι οι επιμέρους αγορές είναι συζευγμένες και ανταλλάσσουν ηλεκτρική ενέργεια μέσω των διασυνδέσεων, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές εξισώνονται. Όταν σε μία περιοχή περιορίζεται η διαθέσιμη φθηνότερη παραγωγή και οι διασυνδέσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν πλήρως το έλλειμμα, το κόστος παραμένει υψηλότερο σε σχέση με άλλες αγορές.

Γιατί ανεβαίνουν οι τιμές

Πίσω από τη σημερινή άνοδο δεν βρίσκεται ένας και μοναδικός παράγοντας, αλλά ένας συνδυασμός πιέσεων που χτυπούν ταυτόχρονα την αγορά.

Οι υψηλές θερμοκρασίες διατηρούν αυξημένη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως λόγω της χρήσης κλιματιστικών. Την ίδια στιγμή, η παρατεταμένη ξηρασία και τα χαμηλά επίπεδα νερού έχουν περιορίσει τη διαθεσιμότητα υδροηλεκτρικής αλλά και πυρηνικής παραγωγής σε τμήματα της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτό στερεί από την αγορά μεγάλες ποσότητες σταθερής και σχετικά φθηνής παραγωγής και αυξάνει την ανάγκη για ακριβότερες θερμικές μονάδες.

Το αποτύπωμα αυτής της κατάστασης φαίνεται και στο ελληνικό ενεργειακό μείγμα. Για την Τρίτη, οι ΑΠΕ καλύπτουν το 46,02%, όμως το φυσικό αέριο παραμένει ιδιαίτερα ψηλά, στο 32,25%. Οι εισαγωγές αντιστοιχούν στο 9,47%, ο λιγνίτης στο 5,72% και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά στο 4,43%.

Το επόμενο τεστ στους λογαριασμούς – Το αέριο κρατά ανοιχτό το μέτωπο

Η εξέλιξη της χονδρικής μέχρι το τέλος Αυγούστου αποκτά πλέον άμεση σημασία και για τους λογαριασμούς του Σεπτεμβρίου. Οι προμηθευτές θα κληθούν τις επόμενες ημέρες να διαμορφώσουν τις χρεώσεις των κυμαινόμενων και κυρίως των πράσινων τιμολογίων έχοντας απέναντί τους μια αγορά αισθητά ακριβότερη σε σχέση με τον Ιούλιο και, κυρίως, ένα τελευταίο δεκαήμερο με ιδιαίτερα υψηλές ημερήσιες τιμές.

Τους προηγούμενους μήνες αρκετές εταιρείες απορρόφησαν μέρος των αυξήσεων, αξιοποιώντας εμπορικές εκπτώσεις ώστε η μεταβολή της χονδρικής να μη φτάσει αυτούσια στον καταναλωτή. Όσο όμως το κόστος αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει αυξημένο, τόσο στενεύουν τα περιθώρια για να συνεχιστεί στον ίδιο βαθμό αυτή η πολιτική.

Στην αγορά εκτιμάται επομένως ότι οι χρεώσεις του Σεπτεμβρίου θα δεχθούν ανοδική πίεση, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στο αν η μέση τιμή των πράσινων τιμολογίων θα κινηθεί πάνω από την περιοχή των 15 λεπτών ανά κιλοβατώρα. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε εκ νέου τη συζήτηση για κρατική παρέμβαση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ήδη αποφασιστεί η επιστροφή των επιδοτήσεων.

Σε αυτό το σημείο αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα και οι πρόσφατες αναφορές του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, σε «θετικές εξελίξεις» για το ηλεκτρικό ρεύμα. Το περιεχόμενό τους παραμένει άγνωστο και επομένως κάθε σύνδεση με συγκεκριμένα μέτρα είναι προς το παρόν εκτίμηση. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι σαφής: η άνοδος της χονδρικής επαναφέρει το ενεργειακό κόστος ψηλά στην κυβερνητική ατζέντα, λίγο πριν από τη ΔΕΘ και ενώ πλησιάζει η περίοδος κατά την οποία τα νοικοκυριά θα αρχίσουν να στρέφονται ξανά και στη θέρμανση.

Το μεγαλύτερο ερώτημα, πάντως, δεν αφορά μόνο έναν ακριβότερο Σεπτέμβριο. Η αγορά κοιτάζει ήδη προς τον χειμώνα και τα μηνύματα από τα προθεσμιακά συμβόλαια δεν δείχνουν προς το παρόν γρήγορη επιστροφή της χονδρικής στα χαμηλά επίπεδα προηγούμενων μηνών. Οι τιμές για τους επόμενους μήνες ενσωματώνουν υψηλότερο κόστος, γεγονός που σημαίνει ότι η πίεση στους προμηθευτές θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια.

Το φυσικό αέριο είναι το μεγάλο «κλειδί» του χειμώνα

Στην καρδιά αυτής της αβεβαιότητας βρίσκεται ξανά το φυσικό αέριο. Η σημασία του για την αγορά ηλεκτρισμού είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μερίδιό του στο συνολικό ενεργειακό μείγμα, καθώς οι μονάδες αερίου καλούνται συχνά να καλύψουν τη ζήτηση ακριβώς στις πιο δύσκολες ώρες του συστήματος, όταν περιορίζεται η παραγωγή των ΑΠΕ.

Σήμερα το πρόβλημα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερο αέριο για ηλεκτροπαραγωγή εξαιτίας της αυξημένης καλοκαιρινής ζήτησης και της μειωμένης διαθεσιμότητας πυρηνικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής σε αρκετές χώρες. Από την άλλη, το ίδιο το καύσιμο έχει ακριβύνει αισθητά, με το TTF να κινείται πλέον στην περιοχή των 67-68 ευρώ/MWh.

Η άνοδος δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Η αβεβαιότητα γύρω από τις διελεύσεις μέσω του Στενού του Ορμούζ και οι περιορισμένες εξαγωγές LNG από το Κατάρ εξακολουθούν να λειτουργούν ως γεωπολιτικό ασφάλιστρο στην αγορά. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη διαθέτει μικρότερο απόθεμα φυσικού αερίου σε σχέση με προηγούμενα χρόνια και πρέπει να συνεχίσει τις εισαγωγές της μέσα στους επόμενους μήνες για να μπει στον χειμώνα με επαρκές «μαξιλάρι».

Αυτό κάνει την αγορά περισσότερο ευάλωτη σε οποιαδήποτε νέα αναταραχή. Μια παράταση των προβλημάτων στη Μέση Ανατολή, μια μεγαλύτερη διακοπή παραγωγής στη Νορβηγία, ένα ψυχρό ξεκίνημα του χειμώνα ή ισχυρότερη ζήτηση LNG από την Ασία μπορούν να αυξήσουν γρήγορα τον ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο για το ρεύμα. Αν το TTF παραμείνει σε υψηλά επίπεδα ή κινηθεί ακόμη ψηλότερα, θα αυξηθεί αντίστοιχα το μεταβλητό κόστος των μονάδων φυσικού αερίου. Όσο αυτές οι μονάδες παραμένουν απαραίτητες για να καλύπτουν τη ζήτηση στις ώρες όπου δεν επαρκούν οι ΑΠΕ, η ακριβότερη πρώτη ύλη θα συνεχίσει να περνά στη χονδρεμπορική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Γι’ αυτό και οι πιο δυσμενείς προβλέψεις για το αέριο παρακολουθούνται στενά από ολόκληρη την αγορά ηλεκτρισμού. Αναλυτές έχουν ήδη εξετάσει σενάρια στα οποία το TTF θα μπορούσε να κινηθεί ακόμη και πάνω από τα 100 ευρώ/MWh προς τον Δεκέμβριο, εφόσον οι περιορισμοί στις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή παραταθούν και η Ευρώπη αναγκαστεί να πληρώσει υψηλότερες τιμές για να προσελκύσει LNG. Πρόκειται για σενάριο κινδύνου και όχι για βασική πρόβλεψη, είναι όμως αρκετό για να διατηρεί υψηλή τη νευρικότητα στην αγορά.

Από μία ακριβή εβδομάδα σε πρόβλημα μεγαλύτερης διάρκειας

Αυτό είναι τελικά και το σημείο που αλλάζει τη συζήτηση. Αν η σημερινή άνοδος περιοριζόταν σε λίγες ημέρες καύσωνα και αυξημένης ζήτησης, η επίδρασή της στους λογαριασμούς θα ήταν σχετικά διαχειρίσιμη. Αν όμως η Ευρώπη περάσει από το θερμό καλοκαίρι σε έναν χειμώνα με ακριβό αέριο, χαμηλότερα αποθέματα και αυξημένο ανταγωνισμό για LNG, τότε το πρόβλημα αποκτά διάρκεια.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η πίεση δεν θα αφορά μόνο τα πράσινα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου, αλλά θα μπορούσε να ακολουθήσει τη λιανική αγορά και τους επόμενους μήνες. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από το αν χρειάζεται μια πρόσκαιρη επιδότηση στο κατά πόσο θα απαιτηθούν πιο σταθερά αναχώματα απέναντι στο ενεργειακό κόστος.

Διαβάστε ακόμη