Η είδηση από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ότι από την 1η Μαΐου αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ, έσκασε χθες σαν βόμβα τόσο στους κόλπους του οργανισμού, όσο και στην παγκόσμια πετρελαϊκή αγορά. Και μπορεί το πετρελαϊκό καρτέλ να έχει απορροφήσει άλλες αποχωρήσεις στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα του Κατάρ και της Αγκόλα, ωστόσο τα ΗΑΕ είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Μαζί με το Ιράν, αποτελούν τον σημαντικότερο παραγωγό του ΟΠΕΚ μετά τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ και ασφαλώς η αποχώρησή τους αποτελεί τη μεγαλύτερη απώλεια στην ιστορία του ΟΠΕΚ, μία απώλεια που μπορεί να αλλάξει ριζικά τον ρου του καρτέλ.

Ένα καρτέλ χωρίς συνοχή

Για χρόνια, η ισχύς του ΟΠΕΚ βασιζόταν λιγότερο στον όγκο παραγωγής και περισσότερο στην εικόνα ενότητας—σε προσεκτικά συντονισμένες συμφωνίες υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας με στόχο τη σταθεροποίηση ή τον έλεγχο των τιμών πετρελαίου. Η αιφνίδια αποχώρηση των ΗΑΕ διαλύει αυτή την εικόνα.  Και στην πράξη, οι συζητήσεις της επόμενης ημέρας πιθανότατα θα επικεντρωθούν λιγότερο στον συντονισμό της παραγωγής και περισσότερο στη διαχείριση της κρίσης: καθησυχασμός των αγορών, αποτροπή νέων αποχωρήσεων και διατήρηση της ηγεσίας της Σαουδικής Αραβίας.

Γιατί αποχώρησαν τα ΗΑΕ

Επισήμως, το Άμπου Ντάμπι παρουσιάζει την απόφαση ως μια τεχνοκρατική αναπροσαρμογή: μια «πολιτική απόφαση» ευθυγραμμισμένη με μελλοντικούς στόχους παραγωγής.
Στον πυρήνα της, ωστόσο η αποχώρηση αυτή φαίνεται να αντανακλά τρεις συγκλίνουσες αιτίες:

Φιλοδοξία παραγωγής έναντι περιορισμών ποσοστώσεων

Τα ΗΑΕ έχουν επενδύσει σημαντικά στην αύξηση της παραγωγικής τους ικανότητας, στοχεύοντας περίπου τα 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως έως το 2027. Οι ποσοστώσεις του ΟΠΕΚ, που διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τις προτεραιότητες της Σαουδικής Αραβίας, περιόριζαν αυτή τη φιλοδοξία. Εκτός καρτέλ, το Άμπου Ντάμπι αποκτά την ελευθερία να αξιοποιήσει πλήρως το χαμηλού κόστους και σχετικά χαμηλών εκπομπών πετρέλαιό του.

Απογοήτευση για την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ

Η συνεχιζόμενη σύγκρουση με το Ιράν ανέδειξε μια θεμελιώδη αδυναμία της συνεργασίας στον Κόλπο. Αξιωματούχοι των ΗΑΕ έχουν ασκήσει ασυνήθιστα έντονη κριτική στους συμμάχους τους για την έλλειψη ουσιαστικής στρατιωτικής ή πολιτικής στήριξης απέναντι σε επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας και υποδομών.

Στρατηγική αυτονομία

Με την αποχώρηση τόσο από τον ΟΠΕΚ όσο και από τον ΟΠΕΚ+, τα ΗΑΕ σηματοδοτούν μια στροφή από τη συλλογική πειθαρχία προς την εθνική ευελιξία. Σε μια σφιχτή αγορά με ιστορικά χαμηλή πλεονάζουσα ικανότητα, η δυνατότητα ταχείας αντίδρασης—χωρίς αναμονή για συναίνεση—αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια αιφνίδια ρήξη, αλλά για την κορύφωση μακροχρόνιων εντάσεων: μεταξύ φιλοδοξίας και περιορισμών, ευαλωτότητας και συμμαχιών, συντονισμού και κυριαρχίας.

Το γεωπολιτικό κέρδος για την Ουάσιγκτον

Η απόφαση έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από τη Βιέννη και -όπως τονίζουν αναλυτές- για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελεί μια απτή στρατηγική νίκη. Ο Ντόναλντ Τραμπ εδώ και καιρό ασκεί έντονη κριτική στον ΟΠΕΚ, λέγοντας ότι πρόκειται για ένα καρτέλ που χειραγωγεί τις τιμές εις βάρος των καταναλωτών. Η αποχώρηση των ΗΑΕ αποδυναμώνει την ικανότητα του οργανισμού να συντονίζει περιορισμούς στην προσφορά—κάτι που δυνητικά μειώνει τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές μακροπρόθεσμα.

Ωστόσο, η βαθύτερη διάσταση αφορά την ασφάλεια και τη χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική. Καθώς τα ΗΑΕ αντιμετώπισαν απειλές από το Ιράν, η Ουάσιγκτον αντέδρασε πιο αποφασιστικά: ενίσχυση στρατιωτικής παρουσίας, διπλωματικές επαφές υψηλού επιπέδου και χρηματοοικονομική στήριξη. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πιο συγκρατημένη στάση περιφερειακών οργανισμών όπως το Gulf Cooperation Council.

Οι συνέπειες για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας είναι άμεσες και σοβαρές. Η τιμή του Brent έχει ήδη ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι εντάσεις στο Στενό του Ορμούζ — από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς — περιορίζουν τις ροές. Η αποχώρηση των ΗΑΕ υπονομεύει την ικανότητα του ΟΠΕΚ να παρουσιάσει ενιαίο μέτωπο σε μία από τις σοβαρότερες ενεργειακές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Τι ακολουθεί

Βραχυπρόθεσμα, οι αγορές παραμένουν υπό πίεση λόγω της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη και με τη νέα ελευθερία κινήσεων, τα ΗΑΕ δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως την αυξημένη παραγωγή όσο οι θαλάσσιες οδοί παραμένουν επισφαλείς. Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές ενδέχεται να παραμείνουν υψηλές παρά την αποδυνάμωση του καρτέλ.

Μακροπρόθεσμα, όμως, οι επιπτώσεις είναι βαθιές:

  • Ο ΟΠΕΚ μπορεί να εξελιχθεί σε μια πιο χαλαρή συμμαχία, ακόμη πιο εξαρτημένη από τη Σαουδική Αραβία.
  • Άλλα μέλη ενδέχεται να επανεξετάσουν τη συμμετοχή τους σε συστήματα ποσοστώσεων που περιορίζουν τα έσοδά τους.
  • Η ισορροπία ισχύος στην παγκόσμια ενέργεια μπορεί να μετατοπιστεί προς πιο ευέλικτους, ανεξάρτητους παραγωγούς αντί για συντονισμένα μπλοκ.

Την επόμενη ημέρα, ο ΟΠΕΚ εξακολουθεί να υπάρχει—αλλά αποδυναμωμένος. Τα ΗΑΕ, από την άλλη, επανατοποθετούνται όχι απλώς ως εξαγωγέας πετρελαίου, αλλά ως γεωπολιτικός παίκτης-κλειδί—συνδέοντας αγορές ενέργειας, συμμαχίες ασφάλειας και τη μεταβαλλόμενη αρχιτεκτονική του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, θα εξαρτηθεί λιγότερο από τις αποφάσεις στη Βιέννη και περισσότερο από τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ—και στην Ουάσιγκτον.

Η συγκυρία

Το πλήγμα στο σύστημα των πετροδολαρίων έρχεται σε μια περίοδο που ήδη παρουσίαζε ρωγμές. Το μερίδιο του δολαρίου στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα έχει μειωθεί περίπου στο 57%, ενώ αυξάνονται οι συναλλαγές πετρελαίου σε εναλλακτικά νομίσματα όπως το γιουάν ή ακόμη και το bitcoin σε ορισμένες περιπτώσεις. Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η σύγκρουση ενισχύει τους δεσμούς Ιράν–Κίνας και μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για τη μετάβαση προς ένα «πετρογιουάν».

Παράλληλα, τα ΗΑΕ έχουν επεκτείνει την παραγωγική τους ικανότητα με στόχο τα 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έως το 2027, πολύ πάνω από τις ποσοστώσεις του ΟΠΕΚ, γεγονός που θα μπορούσε να αποφέρει δεκάδες δισεκατομμύρια επιπλέον έσοδα ετησίως.

Η ιστορία του ΟΠΕΚ

Ήταν Σεπτέμβριος του 1960 όταν πέντε χώρες, η Βενεζουέλα, το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ και η Σαουδική Αραβία αποφάσιζαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, προκειμένου να περιορίσουν την κυριαρχία των « Επτά Αδελφών», οι οποίες χειραγωγούσαν τις τιμές, πλήττοντας σοβαρά τα έσοδα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών .

Οι «Επτά Αδελφές» ήταν το κυρίαρχο ολιγοπώλιο επτά πολυεθνικών πετρελαϊκών εταιρειών που έλεγχαν σχεδόν το 98% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 έως τη δεκαετία του 1970. Ο όρος καθιερώθηκε από τον Ενρίκο Ματέι της ιταλικής Eni και περιελάμβανε τις: Anglo-Iranian Oil Company (σήμερα BP), Gulf Oil (απορροφήθηκε από τη Chevron), Socony-Vacuum (μετέπειτα Mobil, τώρα ExxonMobil), Standard Oil of California (Socal – σημερινή Chevron), Standard Oil of New Jersey (Esso – σημερινή ExxonMobil), Standard Oil of New York (συγχωνεύτηκε με τη Socony), Texaco (απορροφήθηκε από τη Chevron) και Royal Dutch Shell.

Έτσι, στις 10-14 Σεπτεμβρίου 1960 στη Διάσκεψη της Βαγδάτης οι πέντε αυτές χώρες δημιούργησαν τον Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (ΟΠΕΚ). Ο ΟΠΕΚ είχε την έδρα του στη Γενεύη κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της ύπαρξής του και τη μετέφερε στη Βιέννη την 1η Σεπτεμβρίου 1965.

Και όπως αναφέρεται στην επίσημη ιστοσελίδα του Οργανισμού: «στόχος του ΟΠΕΚ είναι ο συντονισμός και η ενοποίηση των πολιτικών πετρελαίου μεταξύ των χωρών μελών, προκειμένου να διασφαλιστούν δίκαιες και σταθερές τιμές για τους παραγωγούς πετρελαίου, ένας αποτελεσματικός, οικονομικός και τακτικός εφοδιασμός πετρελαίου στις χώρες κατανάλωσης και μια δίκαιη απόδοση κεφαλαίου για όσους επενδύουν στον κλάδο». Με λίγα λόγια οι χώρες παραγωγής στόχευαν να πάρουν τον έλεγχο των εγχώριων πετρελαϊκών τους βιομηχανιών μακριά από ξένες εταιρείες. Τα ΗΑΕ έγιναν μέλος το 1967.

Ο οργανισμός παρείχε μια πλατφόρμα για τις χώρες-μέλη ώστε να ενοποιήσουν τις πολιτικές τους και να δράσουν από κοινού εναντίον των πολυεθνικών εταιρειών, λειτουργώντας ως καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής. Και όπως φάνηκε τος επόμενες δεκαετίες η δημιουργία του ΟΠΕΚ, άλλαξε ριζικά την ισορροπία δυνάμεων στη διεθνή αγορά πετρελαίου.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του ΟΠΕΚ και του ΟΠΕΚ+;

Ο ΟΠΕΚ είναι ένας επίσημος διεθνής οργανισμός με καταστατικό, γραμματεία στη Βιέννη και επίσημα κράτη μέλη. Ο ΟΠΕΚ+ είναι μια ευρύτερη συμμαχία που σχηματίστηκε τον Δεκέμβριο του 2016, όταν ο ΟΠΕΚ κάλεσε δέκα επιπλέον χώρες παραγωγής πετρελαίου που δεν είναι μέλη —συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας— να συντονίσουν την παραγωγή παράλληλα με αυτόν. Αυτή η συμφωνία επισημοποιήθηκε μέσω της Διακήρυξης Συνεργασίας. Το 2019, θεσπίστηκε ένας Χάρτης Συνεργασίας ως μακροπρόθεσμο πλαίσιο για τη συμμαχία. Ο ΟΠΕΚ είναι ο επίσημος φορέας. Ο ΟΠΕΚ+ είναι ο ευρύτερος συνασπισμός που περιλαμβάνει μέλη του ΟΠΕΚ συν πρόσθετους παραγωγούς που δεν είναι επίσημα μέλη του ΟΠΕΚ.

Ποια είναι τα μέλη;

Μετά την αποχώρηση των ΗΑΕ από την 1η Μαΐου, ο ΟΠΕΚ έχει 11 μέλη: Σαουδική Αραβία, Ιράν, Ιράκ, Κουβέιτ, Βενεζουέλα, Λιβύη, Αλγερία, Νιγηρία, Γκαμπόν, Ισημερινή Γουινέα και Κονγκό. Ο ΟΠΕΚ+ περιλαμβάνει αυτές τις χώρες, καθώς και σημαντικούς παραγωγούς που δεν είναι μέλη, όπως η Ρωσία, το Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν.

Ποιοι έφυγαν, και γιατί;

Η σύνθεση του ΟΠΕΚ έχει αλλάξει σημαντικά κατά τη διάρκεια των δεκαετιών:

  • Το Κατάρ εντάχθηκε το 1961, αλλά τερμάτισε την ιδιότητά του ως μέλους τον Ιανουάριο του 2019, λέγοντας ότι ήθελε να επικεντρωθεί στην παραγωγή φυσικού αερίου και όχι στο πετρέλαιο.
  • Η Ινδονησία εντάχθηκε το 1962, ανέστειλε την ιδιότητά της ως μέλους το 2009 εν μέσω μείωσης της παραγωγής, επέστρεψε για λίγο το 2016 και στη συνέχεια την ανέστειλε ξανά στα τέλη του 2016, καθώς είχε γίνει καθαρός εισαγωγέας πετρελαίου.
  • Ο Ισημερινός εντάχθηκε το 1973, ανέστειλε την ιδιότητά του ως μέλους το 1992, επανεντάχθηκε το 2007 και στη συνέχεια αποσύρθηκε οριστικά από την 1η Ιανουαρίου 2020, επικαλούμενος το οικονομικό βάρος των υποχρεώσεων μέλους.
  • Η Γκαμπόν εντάχθηκε το 1975, αποχώρησε το 1995 και επέστρεψε το 2016.
  • Η Αγκόλα εντάχθηκε το 2007 και αποχώρησε από την 1η Ιανουαρίου 2024, μετά από σύγκρουση με τον όμιλο σχετικά με τις ποσοστώσεις παραγωγής που θεώρησε άδικες για τις αυξανόμενες φιλοδοξίες της για παραγωγή.

Διαβάστε ακόμη