Ο πρωτοφανής καύσωνας και η παρατεταμένη ξηρασία που σάρωσαν την Ευρώπη αυτό το καλοκαίρι ανάγκασαν πυρηνικούς σταθμούς σε αρκετές χώρες να μειώσουν την παραγωγή τους ή ακόμη και να σταματήσουν πλήρως τη λειτουργία τους. Έτσι, ένα δύσκολο ερώτημα αναδύθηκε στην επιφάνεια: μπορεί η Γηραιά Ήπειρος να στηριχθεί στην πυρηνική ενέργεια, την ώρα που η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει ακριβώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργούν πολλοί από τους υπάρχοντες αντιδραστήρες;

Οι πυρηνικοί σταθμοί χρειάζονται μεγάλες ποσότητες νερού για την ψύξη των αντιδραστήρων τους. Όταν όμως οι ποταμοί στερεύουν ή η θερμοκρασία του νερού ανεβαίνει υπερβολικά, η λειτουργία των μονάδων, αναγκαστικά, περιορίζεται. Οι επιπτώσεις αυτές έγιναν ιδιαίτερα αισθητές σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Στη Βουλγαρία, ο μοναδικός πυρηνικός σταθμός της χώρας αναγκάστηκε να μειώσει την παραγωγή του. Στη Ρουμανία, η δραματική υποχώρηση της στάθμης του Δούναβη δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί επαρκώς ούτε με παρεμβάσεις στην κοίτη του ποταμού, με αποτέλεσμα να σταματήσουν τελικά και οι δύο αντιδραστήρες του σταθμού. Στην Ουγγαρία, όπου ο πυρηνικός σταθμός του Paks καλύπτει περίπου το ήμισυ της ηλεκτρικής κατανάλωσης της χώρας, η παραγωγή περιορίστηκε κατά περίπου 75%, καθώς η στάθμη και η θερμοκρασία του Δούναβη έθεσαν σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία του. Ανάλογη πίεση δέχθηκε και η Γαλλία, η οποία διαθέτει τον μεγαλύτερο πυρηνικό στόλο στην Ευρώπη. Αριθμός-ρεκόρ αντιδραστήρων χρειάστηκε να σταματήσει ή να περιορίσει την παραγωγή του, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες επηρέασαν τη διαθεσιμότητα νερού για ψύξη. Βέβαια, η ζέστη μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα ακόμη και όταν υπάρχει αρκετό νερό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η θερμοκρασία του ποταμού ανεβαίνει τόσο πολύ ώστε η απόρριψη του θερμαινόμενου νερού από τον σταθμό να απαγορεύεται, προκειμένου να προστατευθούν τα οικοσυστήματα και η άγρια ζωή. Αυτό συνέβη και στην Ελβετία, όπου ένας αντιδραστήρας τέθηκε εκτός λειτουργίας τον Ιούνιο.

Οι γερασμένοι πυρηνικοί σταθμοί της Ευρώπης

Το πρόβλημα, όμως, δεν αφορά μόνο το φετινό καλοκαίρι. Όπως αναφέρει το Politico, πολλοί από τους πυρηνικούς σταθμούς της Ευρώπης σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν πριν από δεκαετίες, κυρίως τη δεκαετία του 1970 και του 1980, όταν οι σημερινές κλιματικές συνθήκες δεν ήταν εύκολο να προβλεφθούν. Οι αντιδραστήρες αυτοί σχεδιάστηκαν για ένα διαφορετικό κλίμα, με πιο ήπιες θερμοκρασίες και διαφορετικές συνθήκες στους ποταμούς και τις άλλες πηγές νερού από εκείνες που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη. Και το νερό δεν είναι η μοναδική απειλή. Η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων δημιουργεί νέους κινδύνους για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, από πυρκαγιές και ισχυρές καταιγίδες μέχρι πλημμύρες και ακραίους καύσωνες. Παράλληλα, οι παράκτιοι σταθμοί αντιμετωπίζουν μακροπρόθεσμα την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και την ενίσχυση των ακραίων θαλάσσιων φαινομένων.

Υπάρχουν, μάλιστα, και πιο απρόβλεπτες συνέπειες της υπερθέρμανσης των θαλασσών. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες ευνοούν την αύξηση των πληθυσμών μεδουσών, οι οποίες μπορούν να εισχωρήσουν στα συστήματα άντλησης και να προκαλέσουν προβλήματα στη λειτουργία των σταθμών. Στη Γαλλία, ένα τέτοιο περιστατικό σημειώθηκε τον περασμένο Αύγουστο, όταν μεγάλος αριθμός μεδουσών κατέληξε στις εγκαταστάσεις πυρηνικού σταθμού.

Η Ευρώπη βρίσκεται στη μέση μιας νέας στροφής προς την αναγέννηση της πυρηνικής ενέργειας. Μετά από χρόνια «λήθαργου», η παραγωγή από πυρηνικά επιστρέφει στο επίκεντρο των ενεργειακών σχεδιασμών, καθώς οι κυβερνήσεις αναζητούν σταθερές πηγές ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Μια μεγάλη ομάδα κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκει αύξηση της πυρηνικής παραγωγής κατά 50% έως τα μέσα του αιώνα, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο έχει θέσει ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο, σχεδιάζοντας να τετραπλασιάσει την πυρηνική του δυναμικότητα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η πυρηνική παραγωγή θα μπορούσε να τριπλασιαστεί έως το 2050, καθώς η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται και οι χώρες αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την εξάρτησή τους από ορυκτά καύσιμα. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, η κυβέρνηση έχει θέσει στόχο τον τετραπλασιασμό της πυρηνικής δυναμικότητας έως το 2050, μεταξύ άλλων για να καλυφθούν οι τεράστιες ενεργειακές ανάγκες που δημιουργούν τα data centers και η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Γιατί η Ευρώπη αντιμετωπίζει μεγαλύτερες προκλήσεις

Ωστόσο, η Ευρώπη είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος και διαθέτει μεγάλο αριθμό αντιδραστήρων που εξαρτώνται από ποτάμια και άλλες πηγές γλυκού νερού. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, περίπου 15% των πυρηνικών αντιδραστήρων παγκοσμίως βασίζονταν το 2022 σε πηγές γλυκού νερού που αντιμετώπιζαν σημαντική πίεση λόγω της υπερθέρμανσης, ενώ το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί περίπου στο 25% μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.

Η διάρκεια των ακραίων καιρικών φαινομένων αποτελεί, επίσης, κρίσιμο παράγοντα. Τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας μπορούν να αντέξουν έναν καύσωνα που διαρκεί λίγες ημέρες. Όταν όμως η ακραία ζέστη και η ξηρασία παρατείνονται για δύο, τρεις ή ακόμη και τέσσερις εβδομάδες, η πίεση πολλαπλασιάζεται. Την ίδια στιγμή που αυξάνεται η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια λόγω των κλιματιστικών, ορισμένες μονάδες παραγωγής δυσκολεύονται να λειτουργήσουν στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους.

Παρά τα εμπόδια, η Ευρώπη δεν φαίνεται να εγκαταλείπει τα σχέδιά της για επέκταση των μονάδων πυρηνικής ενέργειας. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες στρέφονται περισσότερο στην προσαρμογή των εγκαταστάσεων στις νέες κλιματικές συνθήκες. Η γαλλική κρατική εταιρεία EDF, για παράδειγμα, σχεδιάζει να επενδύσει 4,3 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2040 για να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των πυρηνικών σταθμών της απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Στην Ουγγαρία, την ίδια στιγμή, η εμπειρία του Paks έχει ανοίξει συζήτηση για το κατά πόσο τα υφιστάμενα συστήματα ψύξης μπορούν να ανταποκριθούν στις συνθήκες ενός θερμότερου κλίματος. Η Ρουμανία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η ξηρασία δεν αλλάζει τα σχέδιά της για επέκταση της πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι τα μελλοντικά έργα πρέπει να αξιολογούνται με βάση ένα πολύ ευρύτερο φάσμα παραμέτρων: από τις κλιματικές και υδρολογικές συνθήκες έως τις περιβαλλοντικές ανάγκες και τη συνολική λειτουργία του ενεργειακού συστήματος.

Διαβάστε ακόμη