Η Ελλάδα δεν συζητά πλέον θεωρητικά την πυρηνική ενέργεια. Για πρώτη φορά η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το εάν μπορεί να υπάρξει πυρηνική τεχνολογία στη χώρα στο ποιο μοντέλο θα μπορούσε να προσαρμοστεί καλύτερα στα ελληνικά χαρακτηριστικά. Σε αυτή τη νέα εξίσωση, οι πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας αναδεικνύονται από μερίδα της διεθνούς πυρηνικής βιομηχανίας και της ερευνητικής κοινότητας ως ένα πιθανό σενάριο για την Ελλάδα, αξιοποιώντας τη νησιωτικότητα, τη ναυτιλιακή τεχνογνωσία και την αυξανόμενη ανάγκη για σταθερή ηλεκτροπαραγωγή σε ένα ενεργειακό σύστημα με ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έκθεση «Floating Nuclear Power Plants for Greece: Conclusions and Policy Recommendations from a PESTLE Study», η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026 από το Deon Policy Institute και βασίζεται στα αποτελέσματα διήμερης συνάντησης εργασίας που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2025 με τη συμμετοχή εκπροσώπων θεσμικών φορέων, ρυθμιστικών αρχών, ενεργειακών εταιρειών, ναυπηγείων, χρηματοπιστωτικών οργανισμών και της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Η έκθεση έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης για την ενεργειακή ασφάλεια και την απανθρακοποίηση. Για την Ελλάδα, η συζήτηση απέκτησε νέα δυναμική, όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο 2ο Nuclear Energy Summit στο Παρίσι, ανακοίνωσε ότι η χώρα θα εξετάσει τον δυνητικό ρόλο των Μικρών Αρθρωτών Αντιδραστήρων (Small Modular Reactors – SMRs) στο ενεργειακό της μείγμα και θα προχωρήσει στη σύσταση ειδικής διυπουργικής επιτροπής για την υποβολή συγκεκριμένων προτάσεων προς την κυβέρνηση.
Η πολιτική διάσταση του εγχειρήματος φαίνεται μάλιστα να αποκτά πλέον πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε πρόσφατα ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται να παραδοθεί στον πρωθυπουργό η εισήγηση για τον φορέα που θα αναλάβει την υλοποίηση του πρώτου θεσμικού βήματος προς την κατεύθυνση ενός πιθανού ελληνικού πυρηνικού προγράμματος. Όπως ανέφερε στο περιθώριο της εκδήλωσης «Η Ελλάδα στη νέα εποχή της πυρηνικής ενέργειας», στόχος της κυβέρνησης είναι ο φορέας αυτός να έχει συγκροτηθεί πριν από τις επόμενες εκλογές, ώστε να ξεκινήσει την εκπόνηση της πρώτης Έκθεσης Αξιολόγησης.
Η διαδικασία αυτή προβλέπεται από το μοντέλο NEPIO (Nuclear Energy Programme Implementing Organization) του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας και αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο επίσημο στάδιο που ακολουθεί μια χώρα όταν εξετάζει το ενδεχόμενο εισόδου στην πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή. Στο πλαίσιο αυτό συντάσσεται μια ολοκληρωμένη Έκθεση Αξιολόγησης, η οποία εξετάζει κατά πόσο υπάρχουν οι πολιτικές, οικονομικές, τεχνολογικές, κοινωνικές και θεσμικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη πυρηνικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Παραμένουν ωστόσο ανοιχτά κρίσιμα οργανωτικά ζητήματα. Ένα από αυτά αφορά τη μορφή που θα λάβει ο νέος φορέας, καθώς δεν έχει ακόμη αποφασιστεί αν θα πρόκειται για μια νέα ειδική επιτροπή ή αν θα αξιοποιηθεί κάποιο υφιστάμενο θεσμικό όργανο της δημόσιας διοίκησης. Παράλληλα, ζητούμενο αποτελεί και η θεσμική διαδρομή που θα ακολουθούν οι επιμέρους εκθέσεις και τα πορίσματα που θα εκπονούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της τελικής Έκθεσης Αξιολόγησης. Αυτό επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της έκθεσης πως πρέπει να ακολουθήσει η θεσμική αρχιτεκτονική.
Εφόσον η Ελλάδα αποφασίσει να διερευνήσει σοβαρά την πυρηνική επιλογή, οι πλωτές εφαρμογές ενδέχεται να είναι πιο συμβατές με τα χαρακτηριστικά της χώρας σε σχέση με τις κλασικές χερσαίες εγκαταστάσεις. Οι πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί είναι εγκαταστάσεις στις οποίες ένας ή περισσότεροι αντιδραστήρες τοποθετούνται σε πλωτή πλατφόρμα ή ειδικά σχεδιασμένο πλοίο, με σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πόσιμου νερού μέσω αφαλάτωσης. Οι εγκαταστάσεις αυτές βασίζονται στους SMRs, δηλαδή σε αντιδραστήρες μικρότερης ισχύος που μπορούν να κατασκευάζονται σε εργοστασιακό περιβάλλον και να μεταφέρονται στον τόπο εγκατάστασης.
Η τεχνολογία δεν βρίσκεται πλέον σε θεωρητικό στάδιο. Από το 2019 βρίσκεται σε εμπορική λειτουργία στη Ρωσία ο πλωτός πυρηνικός σταθμός Akademik Lomonosov, ενώ διεθνώς αναπτύσσονται νέα σχέδια από ναυπηγεία, τεχνολογικούς ομίλους και εταιρείες πυρηνικής τεχνολογίας. Σύμφωνα με τους συντάκτες, οι FNPPs δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια εξωτική ή πειραματική τεχνολογία, αλλά ως συνδυασμός ώριμης πυρηνικής τεχνολογίας και καθιερωμένης ναυτικής μηχανικής.
Γιατί η Ελλάδα μπορεί να κοιτά προς τους πλωτούς SMRs
Η Ελλάδα φαίνεται πως διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που καθιστούν τις πλωτές εφαρμογές ιδιαίτερα ελκυστικές. Η εκτεταμένη ακτογραμμή και η αρχιπελαγική γεωγραφία της χώρας επιτρέπουν την εγκατάσταση μονάδων κοντά στα κέντρα κατανάλωσης χωρίς μόνιμη δέσμευση γης και χωρίς ανταγωνισμό με άλλες χρήσεις, όπως η γεωργία, η κατοικία ή οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παράλληλα, οι πλωτές μονάδες διαθέτουν μικρότερο φυσικό αποτύπωμα, περιορισμένες ζώνες σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης και τη δυνατότητα απομάκρυνσης στο τέλος του κύκλου ζωής τους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη λειτουργική αξία που θα μπορούσαν να έχουν για το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα. Η έκθεση αναφέρει ότι οι FNPPs θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν πετρελαϊκές μονάδες σε μη διασυνδεδεμένα νησιά, να υποστηρίξουν την ηλεκτροδότηση λιμένων και παράκτιων ενεργειακών κόμβων, αλλά και να συμβάλουν στην κάλυψη νέων φορτίων που συνδέονται με βιομηχανικές δραστηριότητες και κέντρα δεδομένων.
Παράλληλα, η μελέτη συνδέει άμεσα το ενδεχόμενο ανάπτυξης πλωτών πυρηνικών σταθμών με τη ναυτιλιακή ταυτότητα της χώρας. Όπως επισημαίνεται, η Ελλάδα διαθέτει σημαντική εμπειρία στη ναυπηγική, στη ναυτιλία και στις θαλάσσιες υποδομές, ενώ μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας ενός τέτοιου έργου θα μπορούσε να συνδεθεί με δραστηριότητες πέραν του ίδιου του αντιδραστήρα, σε τομείς όπου η ελληνική βιομηχανική και ναυτιλιακή βάση διαθέτει ήδη τεχνογνωσία.
Γιατί η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται ξανά στη συζήτηση
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος, ισχυρή εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ανάγκη για αξιόπιστη ισχύ βάσης. Σύμφωνα με στοιχεία της έκθεσης, οι εισαγωγές ορυκτών καυσίμων υπολογίζονται σε περίπου 21,6 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 25% των συνολικών εισαγωγών της χώρας. Η πυρηνική ενέργεια παρουσιάζεται ως πιθανό εργαλείο για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, της στρατηγικής αυτονομίας και της μακροπρόθεσμης σταθερότητας των τιμών, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων απανθρακοποίησης.
Όπως επισήμανε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, η χώρα έχει ήδη διανύσει μια μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια. Για δεκαετίες το ηλεκτρικό σύστημα βασιζόταν στον λιγνίτη, ωστόσο η συμμετοχή του καυσίμου έχει μειωθεί κατά 92% σε σχέση με το 2005 και πλέον οδεύει προς πλήρη απόσυρση., «Σε μεγάλο βαθμό, ο λιγνίτης αντικαταστάθηκε από τις ΑΠΕ. Με αυτό το μείγμα, έχουμε την 7η χαμηλότερη χονδρεμπορική τιμή στην Ευρώπη, όταν το 2019 είχαμε την υψηλότερη στην ΕΕ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ακριβώς η επιτυχία της διείσδυσης των ΑΠΕ είναι αυτή που αναδεικνύει και τη νέα πρόκληση του συστήματος. «Η πρώτη προφανής απάντηση είναι η στοχαστικότητα των ΑΠΕ, η οποία αποτελεί από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Σε ημερήσια βάση καταναλώνουμε 100-150 μεγαβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας, την ώρα που η παραγωγή των αιολικών κυμαίνεται από 2 έως 78 μεγαβατώρες ημερησίως, ενώ η ηλιακή από 2,6 έως 54 μεγαβατώρες. Επομένως, την ημέρα που θα έχουμε μόλις 2 μεγαβατώρες από τα φωτοβολταϊκά και 2 μεγαβατώρες από τα αιολικά, προκύπτει το ερώτημα τι θα πρέπει να κάνουμε», σημείωσε.
Ακριβώς αυτό το ερώτημα επιχειρεί να προσεγγίσει και η έκθεση του Deon Policy Institute. Όσο αυξάνεται η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για αξιόπιστη ισχύ βάσης, ικανή να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες και ειδικότερα οι πλωτές εφαρμογές παρουσιάζονται ως μια πιθανή τεχνολογική επιλογή που θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις ΑΠΕ σε βάθος χρόνου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που αφορούν την κοινωνική διάσταση του θέματος. Η μελέτη καταγράφει αύξηση της κοινωνικής αποδοχής της πυρηνικής ενέργειας στο 30,3%, από επίπεδα χαμηλότερα του 20% το 2018. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το 48,6% των ερωτηθέντων εμφανίζεται θετικά διακείμενο ειδικά απέναντι στους πλωτούς πυρηνικούς σταθμούς. Παρ’ όλα αυτά, οι συντάκτες επισημαίνουν ότι παραμένει έντονο το έλλειμμα ενημέρωσης. Σχεδόν οι μισοί πολίτες πιστεύουν ότι οι πυρηνικοί σταθμοί εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα κατά τη λειτουργία τους, ενώ οι μεγαλύτερες ανησυχίες αφορούν τα ραδιενεργά απόβλητα, τα πυρηνικά ατυχήματα και τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία.
Στο τεχνολογικό και ρυθμιστικό επίπεδο, δεν υπάρχει κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη χώρα. Η Ελλάδα διαθέτει ήδη την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας και συμμετέχει σε διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την πυρηνική ασφάλεια. Ωστόσο, δεν διαθέτει ολοκληρωμένο θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για την ανάπτυξη πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής, γεγονός που καθιστά απαραίτητη μια μακρά περίοδο θεσμικής προετοιμασίας.
Ο οδικός χάρτης για το εν λόγω εγχείρημα ξεκινά από την πολιτική ευθυγράμμιση, τη δημόσια διαβούλευση και τη δημιουργία μόνιμου κρατικού μηχανισμού συντονισμού, συνεχίζεται με την ένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο ΕΣΕΚ και την ωρίμανση του ρυθμιστικού πλαισίου και καταλήγει στην επιλογή πιλοτικού έργου, την αδειοδότηση, την κατασκευή και τελικά τη λειτουργία.
Το χρονοδιάγραμμα
Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο του σχεδιασμού είναι ο χρονικός ορίζοντας που θέτει η ίδια η έκθεση. Σύμφωνα με το προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα, ακόμη και αν η Ελλάδα αποφασίσει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, η εμπορική λειτουργία ενός πρώτου πλωτού πυρηνικού σταθμού τοποθετείται στην περίοδο 2035-2040. Πρόκειται για έναν ορίζοντα που αναδεικνύει τόσο τη μακροπρόθεσμη φύση τέτοιων επενδύσεων όσο και το γεγονός ότι η σημερινή συζήτηση αφορά πρωτίστως τη χάραξη στρατηγικής και όχι άμεσες επενδυτικές αποφάσεις.
«Η τεχνολογία ωριμάζει και το πολιτικό παράθυρο έχει ανοίξει», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση. Και καταλήγει ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αποκλειστικά τεχνολογικό. Είναι κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει μια πολιτική εξαγγελία σε διαρκή θεσμική δέσμευση, να οικοδομήσει κοινωνική αποδοχή και να διαμορφώσει την απαραίτητη πολιτική συναίνεση για ένα εγχείρημα που, εφόσον προχωρήσει, θα αλλάξει τα δεδομένα του ελληνικού ενεργειακού χάρτη τις επόμενες δεκαετίες.
Διαβάστε ακόμη
