Μόνο στη διαπίστωση της σοβαρότητας της ενεργειακής κρίσης φαίνεται να συμφώνησαν η Κομισιόν και οι Υπουργοί Ενέργειας των «27» χθες (Πέμπτη 29 Οκτωβρίου). Και τούτο διότι παρά την επιδείνωση της κατάστασης που σηματοδοτεί το ράλι του φυσικού αερίου στα επίπεδα των 100 ευρώ/MWh και η επακόλουθη υψηλή πτήση των τιμών ρεύματος (που «γράφουν» σήμερα στην Ελλάδα νέο ρεκόρ έτους στα 287 ευρώ/MWh, με τη μέγιστη τιμή να υπερβαίνει τα 400 ευρώ/MWh) δεν βγήκε «λευκός καπνός» ούτε για τη λήψη πρόσθετων μέτρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση της κρίσης, ούτε για το αίτημα για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία που διατύπωσε η Ελλάδα, με το πεδίο της «μάχης» να μεταφέρεται στο Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου. Η έλλειψη άλλωστε ενιαίας προσέγγισης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους αποτυπώθηκε και στη διάσταση απόψεων τόσο για το θέμα της μείωσης της φορολογίας στο ηλεκτρικό ρεύμα όσο και για την αναμόρφωση των χρεώσεων χρήσης συστήματος, δυο ακόμα θέματα που απασχόλησαν τη Σύνοδο των ΥΠΕΝ στο Λουξεμβούργο μαζί με το θέμα των υψηλών τιμών ενέργειας και της ασφάλειας εφοδιασμού ενόψει του χειμώνα.

Το σήμα Βρυξελλών για μακρόπνοες δράσεις εξηλεκτρισμού, επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων με το…σταγονόμετρο

Αν και η ελληνική θέση που διατυπώθηκε δια στόματος του Υπουργού Περιβάλλοντος Σταύρου Παπασταύρου ότι «Ο μακροχρόνιος ενεργειακός συνδυασμός πρέπει να συνδυάζεται με ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες άμεσης δράσης και στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν» φαίνεται να έπιασε το σφυγμό της συνόδου, εντούτοις τόσο η ιρλανδική προεδρία της ΕΕ τόσο και ο αρμόδιος Επίτροπος Νταν Γιόργκενσεν παρέμειναν στη γραμμή των «προσωρινών και στοχευμένων μέτρων» και της ανοχής σε μέτρα επιδότησης των ορυκτών καυσίμων μόνο εκεί όπου διαφαίνεται ο κίνδυνος οι πολίτες να μην μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς για τη θέρμανση των σπιτιών τους ή για τις καθημερινές τους μεταφορές.

Ευρωπαϊκή προτεραιότητα η μείωση της ζήτησης  

Κεντρική γραμμή παραμένει η προτεραιότητα σε μέτρα που οδηγούν στη μείωση της ζήτησης για ενέργειας με τις Βρυξέλλες να επιχαίρουν για τη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου κατά 22% σε σχέση με τα επίπεδα του 2022-2023 (έστω και αν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε καταστροφή της ζήτησης, ιδίως από τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες…)  και η εμμονή σε δράσεις εξηλεκτρισμού που μπορεί να είναι μεν προς τη σωστή κατεύθυνση, όμως δεν μπορούν να δώσουν άμεση λύση σε ένα άμεσο και επείγον πρόβλημα.

Τα προτεινόμενα μέτρα και τα στατιστικά του Γιόργκενσεν

Χαρακτηριστική του κλίματος ήταν η απάντηση του κ. Γιόργκενσεν όταν ρωτήθηκε για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που συζητήθηκαν κατά τη συνεδρίαση και έφερε ως παραδείγματα τα προγράμματα «κοινωνικής μίσθωσης» (social leasing) για ηλεκτρικά οχήματα ή αντλίες θερμότητας, τις επιδοτήσεις για αντικατάσταση λεβήτων αερίου επίσης με αντλίες θερμότητας και τα προγράμματα τύπου «Εξοικονομώ».  Δράσεις δηλαδή που δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο πρόβλημα της μείωσης του ενεργειακού κόστους «εδώ και τώρα», ενώ σε πολλές περιπτώσεις έχουν κόστος που πρέπει να καλυφθεί με ιδία συμμετοχή των ωφελούμενων.

Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι όποια χώρα επιθυμεί να επιδοτήσει τα καύσιμα (φυσικό αέριο, πετρέλαιο), μπορεί να το κάνει, υπονοώντας όμως εμμέσως πλην σαφώς ότι θα πρέπει να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις αφού δεν έκανε την παραμικρή μνεία για ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση. Σημείωσε  μάλιστα ότι «σε κανέναν μας δεν αρέσουν οι επιδοτήσεις σε κάτι που στην πραγματικότητα προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε», αναφερόμενος στα ορυκτά καύσιμα. Πρόσθεσε δε ότι «Καταλαβαίνω την ανάγκη στήριξης όταν κάποιοι παγώνουν ή δυσκολεύονται να γεμίσουν το ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων τους για να πάνε στη δουλειά. Το κατανοώ. Όμως είναι πάρα πολύ σημαντικό τέτοια μέτρα να είναι προσωρινά και στοχευμένα, εφόσον δε υπάρχουν εναλλακτικές με ισοδύναμο αποτέλεσμα που να ευθυγραμμίζονται με την μακροπρόθεσμη στρατηγική της απανθρακοποίησης, αυτός είναι ένα πολύ καλύτερος τρόπος», δείχνοντας την προτίμησή του στις «πράσινες» (πλην όμως μακρόπνοες) δράσεις.

Για να γίνει  μάλιστα ακόμα πιο σαφής για το είδος των μέτρων που προτιμά, σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδωσε και συγκεκριμένα στοιχεία για τα οφέλη τέτοιων δράσεων, επισημαίνοντας ότι εν μέσω κρίσης,  η ηλιακή ενέργεια ψαλιδίζει σε καθημερινή βάση το ενεργειακό κόστος κατά 110 εκατ. ευρώ «αποτρέποντας» εισαγωγές φυσικού αερίου με αυτό το κόστος. Την ίδια στιγμή, οι αντλίες θερμότητες που έχουν εγκατασταθεί στην ΕΕ τα τελευταία χρόνια έχουν εξοικονομήσει 6,5 δις. ευρώ σε εισαγωγές αερίου, η εξοικονόμηση στις εισαγωγές πετρελαίου χάρη στη χρήση ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων φέτος φτάνει στα 4 δισ. ευρώ, ενώ η αντικατάσταση ενός λέβητα αερίου με μια αντλία θερμότητας μπορεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος κατά 20%-60% κατά μέσο όρο στην ΕΕ (εφόσον φυσικά αποσβεστεί πρώτα η όχι και τόσο φθηνή επένδυση…).

Επί του πρακτέου, όλα αυτά σημαίνουν ότι όσες χώρες έχουν «βαθιές τσέπες» για να συνεχίσουν να επιδοτούν τη βενζίνη, το ντίζελ, το πετρέλαιο θέρμανσης, το φυσικό αέριο και τους λογαριασμούς ρεύματος, οι Βρυξέλλες δεν θα τις εμποδίσουν, αλλά ούτε και θα τις διευκολύνουν. Στο ερώτημα, τι γίνεται με τις υπόλοιπες χώρες, η απάντηση παραμένει στην αμφιλεγόμενη γραμμή του «σβήστε τα φώτα».

Οι κινήσεις της Ελλάδας

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το οποίο ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου χαρακτήρισε χθες, ως ενδεχομένως τη σοβαρότερη ενεργειακή κρίση που έχει αντιμετωπίσει η Ευρώπη, η κυβέρνηση προετοιμάζεται να παρουσιάσει σήμερα ή αύριο, το νέο πακέτο παρεμβάσεων για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου που θα περιορίζεται στα καύσιμα. Οι σχετικές ανακοινώσεις  αναμένονται λίγο πριν από τη δημοσιοποίηση των (αυξημένων) κυμαινόμενων τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος του επόμενου μήνα από τους προμηθευτές και σύμφωνα με πληροφορίες δεν θα περιλαμβάνουν επί του παρόντος παρεμβάσεις για τα 3 εκατ. νοικοκυριά που βρίσκονται στα πράσινα τιμολόγια ρεύματος, ούτε για τους 800.000 καταναλωτές που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για θέρμανση και δεν είναι δικαιούχοι του -διευρυμένου- επιδόματος θέρμανσης.

Την ίδια στιγμή, η ανησυχία στο κυβερνητικό επιτελείο παραμένει έντονη, καθώς ο χειμώνας μπαίνει με το πετρέλαιο Brent να έχει ανατιμηθεί κατά 81% σε ετήσια βάση, την τιμή του φυσικού αερίου να έχει αυξηθεί κατά σχεδόν 220% κατά την ίδια περίοδο και τις χονδρικές τιμές ρεύματος να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί. Ειδικά στο τελευταίο «μέτωπο», η ισχυρή ανοδική πορεία των τιμών ηλεκτρισμού στο Χρηματιστήριο Ενέργειας με τον Οκτώβριο να κλείνει με μέση τιμή στα 194 ευρώ/MWh (έναντι 157 ευρώ/MWh τον Σεπτέμβριο) αυξημένη κατά 25% περίπου σημαίνει ότι περιορίζονται σημαντικά τα περιθώρια των προμηθευτών να συγκρατήσουν τα τιμολόγια του Νοεμβρίου. Ακόμη και εάν απορροφήσουν μέρος της αύξησης, η  περαιτέρω επιβάρυνση των πράσινων τιμολογίων θεωρείται δύσκολο να αποφευχθεί. Πρόκειται, μάλιστα, για τον πέμπτο διαδοχικό μήνα ανατιμήσεων σε μια κατηγορία συμβάσεων στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται μεγάλος αριθμός οικιακών καταναλωτών. Και όλα αυτά πριν η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας εισέλθει στην περίοδο της χειμερινής κορύφωσής της.

Η εξεύρεση πρόσθετης χρηματοδότησης αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη διεύρυνση των κυβερνητικών μέτρων.  Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι  με τα σημερινά δεδομένα δεν προκύπτουν τα αναγκαία κονδύλια ώστε να ενταχθούν στο πρόγραμμα επιδοτήσεων και οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος ή φυσικού αερίου. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο  η Αθήνα στρέφει το βλέμμα στις Βρυξέλλες, επιδιώκοντας ευρύτερα δημοσιονομικά περιθώρια για τη χρηματοδότηση μέτρων ανακούφισης. Ωστόσο, η εξασφάλιση ευρωπαϊκής συμφωνίας για αυξημένη ευελιξία θεωρείται ιδιαίτερα απαιτητική υπόθεση, καθώς παραμένουν ισχυρές οι επιφυλάξεις ορισμένων κρατών-μελών απέναντι σε πρόσθετες δημοσιονομικές παρεκκλίσεις.

Η πρωτοβουλία Παπασταύρου για κοινή συνεδρίαση υπουργών Ενέργειας και Οικονομικών

Κατά τη χθεσινή συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου επανάφερε το αίτημα για αυξημένη δημοσιονομική ευελιξία, με στόχο την άμεση ενίσχυση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Η Αθήνα επιδιώκει να αξιοποιηθεί η ενεργειακή ρήτρα διαφυγής, ώστε οι πρόσθετες δυνατότητες δαπανών να μην περιορίζονται αποκλειστικά σε μακροπρόθεσμα επενδυτικά προγράμματα, αλλά να μπορούν να κατευθύνονται και σε προσωρινά, στοχευμένα μέτρα περιορισμού του ενεργειακού κόστους.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Έλληνας υπουργός πρότεινε την πραγματοποίηση κοινής συνεδρίασης των υπουργών Ενέργειας και Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο την αναζήτηση λύσεων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού και δημοσιονομικού πλαισίου. Η ελληνική πρωτοβουλία βρήκε ανταπόκριση σε ορισμένους Ευρωπαίους εταίρους, με τη Μάλτα, τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία και τη Ρουμανία να εκφράζουν δημόσια τη στήριξή τους στην πρόταση.

Παρά το θετικό αυτό βήμα, παραμένουν δύο κρίσιμες εκκρεμότητες: αφενός, εάν και πότε θα πραγματοποιηθεί η κοινή υπουργική συνεδρίαση και, αφετέρου, εάν θα καταστεί δυνατή μια συμφωνία για μεγαλύτερα όρια δαπανών. Το δεύτερο θεωρείται σαφώς δυσκολότερο, δεδομένων των αντιρρήσεων που διατυπώνουν οι δημοσιονομικά συντηρητικότερες χώρες της ΕΕ.

Διαβάστε ακόμη