Εφάπαξ οικονομική ενίσχυση 100 λιρών σε περίπου 20 εκατομμύρια νοικοκυριά, παράταση των φορολογικών ελαφρύνσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, αύξηση του κατώτατου μισθού και υψηλότερη φορολογία στις τράπεζες περιλαμβάνει ο νέος βρετανικός προϋπολογισμός, που παρουσίασε χθες, Τετάρτη 28 Οκτωβρίου, στη Βουλή των Κοινοτήτων ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι. Ωστόσο οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι τα μέτρα δεν επαρκούν για να αποτρέψουν νέα υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου.
Πρόκειται για τον πρώτο προϋπολογισμό της κυβέρνησης του Άντι Μπέρναμ, η οποία επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες πιέσεις στην οικονομία, κυρίως εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης και των διεθνών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Ο προϋπολογισμός μεταξύ άλλων προβλέπει:
- Από τον Ιανουάριο μέχρι και 20 εκατομμύρια νοικοκυριά στην Αγγλία, των τεσσάρων χαμηλότερων κατηγοριών δημοτικού φόρου, θα λάβουν επίδομα 100 λίρων για την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Ανάλογη χρηματοδότηση θα δοθεί και στις αποκεντρωμένες κυβερνήσεις της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας για να εφαρμόσουν παρόμοια μέτρα.
- Παρατείνεται έως τον Ιούλιο του 2027 η προσωρινή απαλλαγή από τον ΦΠΑ στους οικιακούς λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Το μέτρο αυτό εκτιμάται ότι θα μειώσει κατά περίπου 50 λίρες τον ετήσιο λογαριασμό ενός μέσου νοικοκυριού.
- Ως τον Ιούλιο του 2027 παρατείνεται επίσης η μείωση του φόρου καυσίμων κατά 5 πένες ανά λίτρο.
- Τον Απρίλιο θα αυξηθεί το κατώτερο ωρομίσθιο κατά 3,9% και έτσι θα φτάσει πλέον τις 13,21 λίρες.
- Παράλληλα προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις για μικρές επιχειρήσεις του λιανεμπορίου, της εστίασης και της φιλοξενίας.
- Καταργούνται οι πάγιες χρεώσεις των λογαριασμών φυσικού αερίου. Το κόστος αυτό θα μεταφερθεί στη χρέωση ανά μονάδα κατανάλωσης.
Η χρηματοδότηση των μέτρων αυτών θα γίνει από τον προσωρινό διπλασιασμό του πρόσθετου φόρου επί των τραπεζικών κερδών από 3% σε 6%, για διάστημα 15 μηνών και από την αύξηση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες των φορολογικών συντελεστών στα εισοδήματα από ενοίκια και αποταμιεύσεις, από τον Απρίλιο του 2027.
Ανησυχία για το βιοτικό επίπεδο
Παρά τα μέτρα, το ανεξάρτητο ερευνητικό ίδρυμα Resolution Foundation εκτιμά ότι η οικονομική ενίσχυση δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στα νοικοκυριά με τις μεγαλύτερες ανάγκες.
Σύμφωνα με σημερινή ανάλυσή του, το φτωχότερο 50% των νοικοκυριών θα ωφεληθεί κατά μέσο όρο κατά 158 λίρες από τα μέτρα στήριξης φέτος και του χρόνου, μόλις 14 λίρες περισσότερες από τις 144 λίρες που αναλογούν στο πλουσιότερο 50%.
Το ίδρυμα επισημαίνει ότι η επιλογή των δικαιούχων με βάση την κατηγορία δημοτικού φόρου του ακινήτου δεν αντανακλά απαραίτητα την πραγματική οικονομική τους κατάσταση. Υπολογίζει μάλιστα ότι περίπου ένα στα οκτώ νοικοκυριά του φτωχότερου μισού του πληθυσμού ενδέχεται να μείνει εκτός της εφάπαξ ενίσχυσης.
Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι προβλέψεις για τα εισοδήματα. Η Resolution Foundation εκτιμά ότι το πραγματικό ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα ενός τυπικού νοικοκυριού εργάσιμης ηλικίας θα μειωθεί συνολικά κατά περίπου 1.050 λίρες, ή 3%, από το οικονομικό έτος 2026-2027 έως το 2028-2029.
Παράλληλα, οι ετήσιοι λογαριασμοί ενέργειας, παρά την κρατική υποστήριξη, προβλέπεται να παραμείνουν υψηλότεροι σε πραγματικούς όρους από τα επίπεδα της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης.
Αντιδράσεις της αντιπολίτευσης
Έντονη κριτική άσκησε και η ηγέτης των Συντηρητικών Κέμι Μπέιντενοχ, η οποία χαρακτήρισε τα κυβερνητικά μέτρα ανεπαρκή για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας.
Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εξακολουθεί να στηρίζεται σε υψηλή φορολογία, αυξημένο δανεισμό και υπερβολικές δημόσιες δαπάνες, χωρίς να παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικών επιδομάτων και την ενίσχυση της ανάπτυξης.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός ‘Αντι Μπέρναμ υπερασπίστηκε τον προϋπολογισμό ως μέρος της προσπάθειας της κυβέρνησης να στηρίξει τους εργαζομένους και να διαμορφώσει ένα νέο οικονομικό μοντέλο, με μεγαλύτερη έμφαση στις περιφέρειες και στις παραγωγικές επενδύσεις.
Πιέσεις στα δημόσια οικονομικά
Σημαντικές επιφυλάξεις διατυπώνονται και για τη μεσοπρόθεσμη πορεία των δημόσιων οικονομικών. Η Resolution Foundation σημειώνει ότι ο προϋπολογισμός προβλέπει πρόσθετη χρηματοδότηση 9 δισεκατομμυρίων λιρών για τις δημόσιες υπηρεσίες, ωστόσο τα μελλοντικά περιθώρια δαπανών παραμένουν περιορισμένα.
Επισημαίνει ακόμη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή της Βρετανίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των φορολογικών εσόδων, ενώ οι ανάγκες για χρηματοδότηση της υγείας, της άμυνας και άλλων δημόσιων υπηρεσιών συνεχίζουν να αυξάνονται.
Το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης υποβάθμισε επίσης την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας το 2027 στο 1%, επιβεβαιώνοντας το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί η κυβέρνηση.
Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι υποστήριξε ότι ο προϋπολογισμός προσφέρει άμεση ανακούφιση στα νοικοκυριά και ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της όλες τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας.
Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία για την κυβέρνηση Μπέρναμ θα είναι η παρουσίαση των σχεδίων της για τη μεταρρύθμιση των κοινωνικών επιδομάτων και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών και της άμυνας, καθώς αρκετές από τις σημαντικότερες δημοσιονομικές αποφάσεις μετατέθηκαν για το 2027.
Διαβάστε ακόμη
