Η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ανεβάζει ξανά στροφές λίγο πριν κλείσει ο Αύγουστος, με την τιμή για την Τετάρτη 26 του μήνα να διαμορφώνεται στα 184,47 ευρώ/MWh. Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο τη σημερινή συνεδρίαση, καθώς η μέση τιμή του Αυγούστου βρίσκεται πλέον σχεδόν 20% υψηλότερα από τον Ιούλιο, αυξάνοντας την πίεση ενόψει των τιμολογίων του Σεπτεμβρίου. Οι προμηθευτές βρίσκονται ήδη στην τελική ευθεία για τον καθορισμό των νέων χρεώσεων και το βασικό ερώτημα είναι πόσο από αυτή την άνοδο θα μπορέσουν να απορροφήσουν και πόσο τελικά θα περάσει στους καταναλωτές.

Η εικόνα των τελευταίων ημερών ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από την τιμολογιακή πολιτική που θα ακολουθήσουν οι εταιρείες τον επόμενο μήνα. Μέχρι στιγμής, οι προμηθευτές έχουν σε αρκετές περιπτώσεις απορροφήσει μέρος των αυξήσεων της χονδρικής, περιορίζοντας τη μεταφορά τους στη λιανική. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρχει το ίδιο περιθώριο και τον Σεπτέμβριο, σε έναν μήνα που ξεκινά με σαφώς ακριβότερη βάση κόστους.

Η σύγκριση με τον Αύγουστο δείχνει ήδη ότι η λιανική έχει αρχίσει να αισθάνεται τις πιέσεις. Με βάση τις μέχρι στιγμής διαθέσιμες χρεώσεις, τα πράσινα τιμολόγια του μήνα κινούνται από 13,8 έως 30,3 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 13,8 έως 22,6 λεπτών τον Ιούλιο. Ο απλός μέσος όρος των οκτώ διαθέσιμων χρεώσεων διαμορφώνεται στα 18,8 λεπτά/kWh, από 16,8 λεπτά τον προηγούμενο μήνα, δηλαδή περίπου 12,2% υψηλότερα.

Από εδώ και πέρα, πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο χώρο έχουν οι προμηθευτές να συνεχίσουν να απορροφούν μέρος του αυξημένου κόστους. Οι εταιρείες δεν αγοράζουν όλες την ενέργεια με τον ίδιο τρόπο ούτε έχουν την ίδια στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου και εκπτώσεων. Γι’ αυτό και η άνοδος της χονδρικής δεν περνά αυτομάτως και με το ίδιο ποσοστό στους λογαριασμούς. Όσο όμως συσσωρεύονται ακριβές ημέρες προς το τέλος του Αυγούστου, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η απόφαση να διατηρηθούν οι τελικές χρεώσεις αμετάβλητες.

Επανέρχεται η συζήτηση για παρεμβάσεις

Και κάπου εδώ η συζήτηση ξεφεύγει πλέον από τα χρηματιστηριακά ταμπλό και περνά στο κυβερνητικό πεδίο. Οι αναφορές του Κωστή Χατζηδάκη σε «θετικές εξελίξεις» για το ηλεκτρικό ρεύμα, σε συνδυασμό με τη δημόσια παραδοχή του Σταύρου Παπασταύρου ότι οι σημερινές τιμές, παρότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη θέση από άλλες ευρωπαϊκές αγορές, «δεν είναι ικανοποιητικές», δείχνουν ότι το ενεργειακό κόστος επιστρέφει ψηλά στην ατζέντα. Το βλέμμα στρέφεται έτσι ταυτόχρονα στους προμηθευτές, στα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου και στις επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης.

Σε αυτό το περιβάλλον αρχίζει να αποκτά διαφορετικό βάρος και η αναφορά του Κωστή Χατζηδάκη σε «κάποιες ενδιαφέρουσες εξελίξεις θετικές με το ηλεκτρικό ρεύμα». Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο μέτρο και τα κυβερνητικά στελέχη αποφεύγουν να ανοίξουν περισσότερο τα χαρτιά τους. Ωστόσο, όσο η χονδρική παραμένει ψηλά και πλησιάζει η ώρα των νέων τιμολογίων, η συζήτηση για ενδεχόμενη παρέμβαση επιστρέφει αναπόφευκτα στο προσκήνιο.

Στην αγορά εξετάζονται διαφορετικά σενάρια, από τη συνέχιση της απορρόφησης μέρους των αυξήσεων από τους ίδιους τους προμηθευτές έως την ενεργοποίηση κάποιου μηχανισμού στήριξης, εφόσον οι τελικές τιμές περάσουν αισθητά πάνω από τα επίπεδα που θεωρεί ανεκτά η κυβέρνηση. Το ενδιαφέρον στρέφεται και στη ΔΕΘ, όπου αναμένεται να παρουσιαστεί πιο καθαρά η κυβερνητική γραμμή για το ενεργειακό κόστος, μαζί με την εξειδίκευση της ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια.

Οι ΑΠΕ κρατούν άμυνες, αλλά δεν αρκούν

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της σημερινής εικόνας είναι ότι οι υψηλές τιμές καταγράφονται παρά τη μεγάλη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Για την Τετάρτη, οι ΑΠΕ καλύπτουν περίπου 39,6% της ενέργειας στην Αγορά Επόμενης Ημέρας, διατηρώντας την πρώτη θέση στο μείγμα. Ακολουθεί σχεδόν σε απόσταση αναπνοής το φυσικό αέριο με 38,3%, ενώ οι εισαγωγές καλύπτουν 10,7%, ο λιγνίτης 5,9% και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά 4,1%.

Οι ΑΠΕ εξακολουθούν όλη την εβδομάδα να λειτουργούν ως ισχυρό ανάχωμα απέναντι στις ανατιμήσεις, κυρίως τις ώρες που η παραγωγή από φωτοβολταϊκά βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της. Δεν μπορούν, όμως, να εξαφανίσουν την πίεση όταν υποχωρεί η ηλιακή παραγωγή και το σύστημα στρέφεται ξανά στις ακριβότερες θερμικές μονάδες. Αυτό φαίνεται και στη μεγάλη απόσταση μεταξύ της χαμηλότερης και της υψηλότερης τιμής της ημέρας, από 112,80 έως 260,91 ευρώ/MWh.

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, σημείωσε χθες μιλώντας στο mega ότι σε πολλές ημέρες πάνω από το 55%-60% της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα προέρχεται από ήλιο και άνεμο. Όπως υπογράμμισε, οι ΑΠΕ λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι στις ανατιμήσεις που καταγράφονται στην υπόλοιπη Ευρώπη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα σημερινά επίπεδα τιμών μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά.

«Τέλεια καταιγίδα» στην ευρωπαϊκή αγορά

Η ελληνική αγορά, άλλωστε, δεν κινείται μόνη της. Οι τιμές έχουν πάρει την ανηφόρα σε μεγάλο τμήμα της Ευρώπης, με την Ιταλία να πλησιάζει τα 200 ευρώ/MWh, τη Ρουμανία να βρίσκεται στα 186,50 ευρώ/MWh, τη Βουλγαρία στα 185,33 ευρώ/MWh και την Αυστρία στα 178,19 ευρώ/MWh. Αισθητά υψηλότερα κινούνται όμως και οι αγορές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, με την Τσεχία στα 166,88 ευρώ/MWh, τη Γερμανία στα 153,65 ευρώ/MWh και τη Δανία στα 152,53 ευρώ/MWh. Η εικόνα δείχνει ότι το νέο κύμα ανατιμήσεων έχει πλέον ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση και δεν περιορίζεται στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Πρόκειται για μια συγκυρία που θυμίζει «τέλεια καταιγίδα». Οι υψηλές θερμοκρασίες κρατούν αυξημένη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως λόγω της έντονης χρήσης κλιματιστικών, ενώ η παρατεταμένη ξηρασία και τα χαμηλά επίπεδα νερού έχουν περιορίσει τη διαθέσιμη υδροηλεκτρική παραγωγή και έχουν δημιουργήσει προβλήματα και σε πυρηνικές μονάδες σε τμήματα της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Το ακριβό αέριο «σπρώχνει» το ρεύμα

Σύμμαχος των υψηλών τιμών παραμένει και το φυσικό αέριο. Το TTF βρέθηκε στις αρχές της εβδομάδας πάνω από τα 68 ευρώ/MWh, έχοντας ανέβει αισθητά μέσα σε λίγες ημέρες. Παρά τη μικρή διόρθωση που ακολούθησε, η αγορά παραμένει σε επίπεδα που διατηρούν υψηλό το κόστος λειτουργίας των μονάδων αερίου και, κατ’ επέκταση, την πίεση στη χονδρική του ηλεκτρισμού.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει λειτουργήσει ως ακόμη ένα stress test για την ευρωπαϊκή αγορά, δείχνοντας πόσο γρήγορα ένα σοκ στο αέριο μπορεί να περάσει στο ρεύμα. Η ένταση της μετάδοσης, ωστόσο, διαφέρει από χώρα σε χώρα και εξαρτάται από το ενεργειακό της μείγμα. Όσο συχνότερα οι μονάδες φυσικού αερίου είναι εκείνες που καθορίζουν την οριακή τιμή, τόσο μεγαλύτερη είναι η έκθεση στις διακυμάνσεις του TTF.

Goldman Sachs: Σενάριο για TTF πάνω από 100 ευρώ/MWh

Την ίδια ώρα, η Goldman Sachs ανεβάζει τον πήχη για το φυσικό αέριο ενόψει του χειμώνα, προειδοποιώντας ότι, εάν οι διαταραχές στις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή συνεχιστούν, τα συμβόλαια TTF για τον Δεκέμβριο του 2026 ενδέχεται να χρειαστεί να ξεπεράσουν ακόμη και τα 100 ευρώ/MWh ώστε η Ευρώπη να προσελκύσει επαρκείς ποσότητες LNG από την παγκόσμια αγορά. Η εκτίμηση είναι αισθητά υψηλότερη από το βασικό σενάριο της τράπεζας, που τοποθετεί την τιμή κοντά στα 50 ευρώ/MWh, και συνδέεται κυρίως με τον εντεινόμενο ανταγωνισμό Ευρώπης και Ασίας για διαθέσιμα φορτία. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η πλήρωση των αποθηκών έχει ήδη μείνει πίσω, με τη βορειοδυτική Ευρώπη να εκτιμάται ότι θα κλείσει τον Αύγουστο με πληρότητα περίπου 51%, περίπου 3,4 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από το βασικό σενάριο της Goldman.

Την ίδια ώρα, οι διαταραχές στις ροές LNG από τη Μέση Ανατολή και ο ανταγωνισμός Ευρώπης και Ασίας για διαθέσιμα φορτία κρατούν την αγορά σε εγρήγορση. Δεν υπάρχει σήμερα εικόνα άμεσης έλλειψης φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Υπάρχει, όμως, μια αγορά που πληρώνει ακριβά την αβεβαιότητα και ενσωματώνει στις τιμές της τον κίνδυνο ενός πιο δύσκολου φθινοπώρου και χειμώνα.

Στην πίεση προστίθεται και η παρατεταμένη ξηρασία στην περιοχή του Δούναβη, η οποία έχει βγάλει από το σύστημα σημαντικές ποσότητες φθηνής και σταθερής παραγωγής. Στη Ρουμανία, η χαμηλή στάθμη του ποταμού έχει επηρεάσει τη λειτουργία του πυρηνικού σταθμού της Cernavodă, ενώ περιορισμοί καταγράφονται και στο Kozloduy της Βουλγαρίας και στο Paks της Ουγγαρίας. Αντίστοιχα προβλήματα έχουν εμφανιστεί και στη Γαλλία, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες των ποταμών δυσκολεύουν την ψύξη πυρηνικών μονάδων, την ώρα που η υδροηλεκτρική παραγωγή παραμένει υποτονική σε αρκετές αγορές. Με τον καύσωνα να αναμένεται να συνεχιστεί και τις θερμοκρασίες να διατηρούν τη ζήτηση για ρεύμα σε υψηλά επίπεδα, το ευρωπαϊκό σύστημα χάνει μέρος της φθηνής παραγωγής του ακριβώς τη στιγμή που τη χρειάζεται περισσότερο, αυξάνοντας έτσι την εξάρτηση από τις ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου.