Νέα πνοή στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δίνει η γαλλική παρουσία στο έργο, με τη Handelsblatt να «βλέπει» πίσω από την είσοδο της Meridiam μια ουσιαστική μεταβολή τόσο στη χρηματοδοτική όσο και στη γεωπολιτική εξίσωση του Great Sea Interconnector (GSI). Η γερμανική εφημερίδα στρέφει το βλέμμα σε ένα από τα πιο φιλόδοξα ενεργειακά έργα της Ευρώπης, το οποίο έπειτα από μια μακρά περίοδο καθυστερήσεων δείχνει να ξαναβρίσκει βηματισμό. Την ίδια στιγμή, όμως, επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι που το κράτησαν πίσω δεν έχουν εξαφανιστεί. Η Τουρκία παραμένει ο μεγάλος γεωπολιτικός άγνωστος, ενώ στη Λευκωσία εξακολουθούν να υπάρχουν ανοιχτοί οικονομικοί και ρυθμιστικοί λογαριασμοί.
Πράγματι, ο Αύγουστος εξελίχθηκε σε μήνα-ορόσημο για ένα έργο που επί μήνες έμοιαζε εγκλωβισμένο σε «ήρεμα νερά». Στις 5 Αυγούστου η γαλλική Meridiam μπήκε με ποσοστό 66% στην εταιρεία Great Sea Interconnector, ενώ την ίδια ημέρα υπεγράφη τριμερής συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για την ολοκλήρωση των θαλάσσιων ερευνών βυθού. Η κυβέρνηση παρουσίασε την είσοδο του γαλλικού fund ως ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης και καλύτερη κατανομή του επενδυτικού ρίσκου, με τον ΑΔΜΗΕ να παραμένει στρατηγικός εταίρος στο project.
Η γαλλική σφραγίδα είναι πλέον διπλή. Από τη μία βρίσκεται η Meridiam, ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς επενδυτές υποδομών, με περίπου 25 δισ. ευρώ υπό διαχείριση και εμπειρία σε μεγάλα διευρωπαϊκά έργα. Από την άλλη, η Nexans έχει ήδη στα χέρια της τη σύμβαση ύψους 1,43 δισ. ευρώ για την κατασκευή και πόντιση του καλωδιακού τμήματος Κρήτης–Κύπρου. Πρόκειται για ένα τεχνικά ακραίο εγχείρημα: περίπου 900 χιλιόμετρα υποθαλάσσιου καλωδίου και πόντιση σε βάθη που ξεπερνούν τα 3.000 μέτρα.
Ακριβώς αυτή τη νέα ισορροπία αναδεικνύει η Handelsblatt. Η συμμετοχή της Meridiam, κατά την ανάγνωση της γερμανικής εφημερίδας, δεν προσθέτει μόνο κεφάλαια αλλά και πολιτικό βάρος, καθώς δύο μεγάλα γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα συνδέονται πλέον άμεσα με την επιτυχία της διασύνδεσης. Η εικόνα ενισχύεται και από τις δημόσιες τοποθετήσεις της 5ης Αυγούστου: ο επικεφαλής της Meridiam Thierry Déau ανέφερε ότι ο Εμανουέλ Μακρόν στηρίζει θερμά το έργο, ενώ η Nexans μίλησε χαρακτηριστικά για «Team France». Η κινητικότητα έφτασε και στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο, με Κυριάκο Μητσοτάκη, Νίκο Χριστοδουλίδη και Εμανουέλ Μακρόν να ανοίγουν απευθείας γραμμή για την επιτάχυνση του GSI. Στο επίκεντρο βρίσκεται τώρα το πρώτο χειροπιαστό βήμα της επανεκκίνησης: η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στη θάλασσα.
Το στοίχημα του Σεπτεμβρίου
Πάντως, ακόμη και μέσα στον Σεπτέμβριο θεωρείται πιθανό να δρομολογηθεί η ολοκλήρωση των βυθομετρήσεων για την τελική χάραξη της όδευσης. Σύμφωνα με πληροφορίες, μόλις δοθεί το «πράσινο φως» στη Nexans, η εταιρεία μπορεί να ενεργοποιήσει άμεσα τις διαδικασίες για το σκανάρισμα των θαλάσσιων περιοχών που απομένουν. Θα πρέπει παράλληλα να αποφασίσει εάν το ερευνητικό έργο θα περάσει ξανά στην ιταλική NextGeo ή σε άλλες εταιρείες, με το επόμενο βήμα να είναι η έκδοση των απαιτούμενων NAVTEX.
Η ολοκλήρωση των ερευνών έχει τεθεί επισήμως ως πρώτη προτεραιότητα της νέας συνεργασίας ΑΔΜΗΕ–GSI–Nexans. Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία θα μπορέσει να ξανατρέξει ολόκληρο το κατασκευαστικό πρόγραμμα θα εξαρτηθεί και από τη Nexans. Η γαλλική εταιρεία έχει ήδη ανακοινώσει ότι βρίσκεται σε διαδικασία αναπρογραμματισμού του έργου, ενώ οι οικονομικές της προβλέψεις για το 2026 δεν προϋποθέτουν εκτέλεση του GSI μέσα στη φετινή χρονιά. Το «σκανάρισμα» του βυθού, όμως, δεν είναι μόνο τεχνική υπόθεση. Εκεί βρίσκεται ο πιο δύσκολος κόμπος του έργου.
Ο τουρκικός παράγοντας επιστρέφει
Το καλοκαίρι του 2024, όταν τα ερευνητικά πλοία έφτασαν νοτίως της Κάσου, η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων ανέβασε απότομα τη θερμοκρασία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και μετέτρεψε μια τεχνική έρευνα σε γεωπολιτική δοκιμασία. Οι συγκεκριμένες εργασίες ολοκληρώθηκαν μετά από διπλωματικές επαφές, όμως το συνολικό πρόγραμμα δεν προχώρησε όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να προβάλλει τις πάγιες αξιώσεις της για τις θαλάσσιες ζώνες, αμφισβητώντας την ελληνική αρμοδιότητα σε τμήματα της σχεδιαζόμενης όδευσης. Για αυτό και η Handelsblatt βλέπει στη γαλλική παρουσία μια νέα παράμετρο: μια επανάληψη των εντάσεων δεν θα αφορά πλέον μόνο Αθήνα και Λευκωσία, αλλά θα αγγίζει άμεσα και δύο μεγάλες γαλλικές εταιρείες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Meridiam λειτουργεί ως «ασπίδα» που εξαφανίζει τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Σημαίνει όμως ότι η εξίσωση γίνεται βαρύτερη πολιτικά. Το κρίσιμο ερώτημα του Σεπτεμβρίου θα είναι, επομένως, εάν η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων μπορεί αυτή τη φορά να προχωρήσει χωρίς νέα εμπλοκή ή εάν θα χρειαστεί ξανά διπλωματική διαχείριση της τουρκικής αντίδρασης.
Η Κύπρος, η ΕΤΕπ και οι ανοιχτοί λογαριασμοί
Ακόμη και αν το τεστ στη θάλασσα περάσει, απομένει το άλλο μεγάλο μέτωπο: η χρηματοδότηση και οι ρυθμιστικές εκκρεμότητες στην Κύπρο. Ο Κύπριος υπουργός Ενέργειας Μιχάλης Δαμιανός χαρακτήρισε την είσοδο της Meridiam «ψήφο εμπιστοσύνης» και εξέλιξη που δίνει νέα δυναμική στο έργο, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η Λευκωσία περιμένει πρώτα τα αποτελέσματα της δέουσας επιμέλειας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, προτού αποφασίσει εάν θα συμμετάσχει μετοχικά. Το σημερινό εκτιμώμενο κόστος του έργου Κρήτης–Κύπρου ανέρχεται στα 1,9 δισ. ευρώ, ενώ διαθέτει ευρωπαϊκή επιχορήγηση 657 εκατ. ευρώ από το Connecting Europe Facility. Στο τραπέζι βρίσκεται παράλληλα χρηματοδότηση έως 1 δισ. ευρώ από την ΕΤΕπ, με κύκλους που γνωρίζουν τη διαδικασία να τοποθετούν την επόμενη κρίσιμη εξέλιξη μέσα στον Σεπτέμβριο. Μια θετική απόφαση δεν θα έκλεινε απλώς ένα σημαντικό μέρος του χρηματοδοτικού κενού, αλλά θα λειτουργούσε και ως ισχυρό σήμα προς την επενδυτική αγορά για τη βιωσιμότητα του έργου.
Η παρουσία της Meridiam προσθέτει ήδη μεγαλύτερο ειδικό βάρος σε αυτή την εξίσωση. Παράλληλα, επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιότερες διεργασίες για τη διεύρυνση του επενδυτικού σχήματος, στις οποίες είχαν βρεθεί κατά καιρούς η TAQA και η Masdar από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και η αμερικανική DFC, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν προκύψει δεσμευτικές συμφωνίες. Εφόσον η ΕΤΕπ δώσει θετικό σήμα, το νέο περιβάλλον θα μπορούσε να καταστήσει ευκολότερη την προσέλκυση πρόσθετων διεθνών κεφαλαίων.
Το ρυθμιστικό παζλ είναι εξίσου σημαντικό. Η ΡΑΕΚ έχει εγκρίνει προς ανάκτηση επενδυτικές δαπάνες 82 εκατ. ευρώ, βάσει στοιχείων που είχαν υποβληθεί έως τις 21 Ιουλίου 2025, ενώ το πλαίσιο προβλέπει επιτρεπόμενο έσοδο έως 25 εκατ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2025–2029, με συνολικό ανώτατο όριο 125 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτή η ρυθμιστική έγκριση της Σύμβασης Παραχώρησης προς την εταιρεία GSI, ενώ ο ΑΔΜΗΕ εξακολουθεί να είναι ο θεσμικά αναγνωρισμένος Project Promoter.
Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο η Handelsblatt προχωρά και ένα βήμα παραπέρα, βάζοντας στο μικροσκόπιο τις αντιστάσεις μέσα στην ίδια την κυπριακή αγορά. Επικαλείται τον πρώην υπουργό Ενέργειας Γιώργο Παπαναστασίου, ο οποίος αποδίδει μέρος των επιφυλάξεων σε «τοπικά συμφέροντα» που, κατά την εκτίμησή του, δεν βλέπουν θετικά την είσοδο μιας νέας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας σε μια μικρή και μέχρι σήμερα απομονωμένη αγορά. Με αυτή την οπτική, το καλώδιο που μπορεί να αλλάξει την κυπριακή αγορά ηλεκτρισμού συναντά αντιστάσεις και από όσους ενδεχομένως έχουν συμφέρον να μη μεταβληθεί το σημερινό μοντέλο.
Το επιχείρημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της ενεργειακής εικόνας της Κύπρου. Η χώρα εξακολουθεί να είναι το τελευταίο μη διασυνδεδεμένο κράτος-μέλος της ΕΕ, ενώ οι ΑΠΕ κάλυψαν περίπου το 27,4% του μείγματος ηλεκτροπαραγωγής το 2025 και η εξάρτηση από εισαγόμενα πετρελαϊκά καύσιμα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή. Η διασύνδεση υπόσχεται όχι μόνο ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά και δυνατότητα εισαγωγών και εξαγωγών ηλεκτρισμού και μεγαλύτερη ενσωμάτωση των ΑΠΕ.
Το δεύτερο σκέλος και η Ουάσιγκτον
Την ώρα που το Κρήτη–Κύπρος προσπαθεί να ξεκολλήσει από τα προβλήματα του πρώτου σκέλους, η συνέχεια προς το Ισραήλ αποκτά πλέον δικό της ρυθμό. Ο ΑΔΜΗΕ έχει προχωρήσει στην υποβολή του επενδυτικού αιτήματος στις Ρυθμιστικές Αρχές Κύπρου και Ισραήλ, ώστε να ληφθεί κοινή απόφαση για τον διασυνοριακό επιμερισμό του κόστους. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο δίνει στους δύο Ρυθμιστές έως έξι μήνες από την παραλαβή του αιτήματος από την τελευταία αρμόδια αρχή για τη σχετική απόφαση.
Το Κύπρος–Ισραήλ σχεδιάζεται με υποθαλάσσιο μήκος περίπου 324 χιλιομέτρων, μεταφορική ικανότητα 1.000 MW, τεχνολογία HVDC 500 kV και πόντιση σε βάθη έως 2.400 μέτρα. Εφόσον κλείσει ο επιμερισμός του κόστους, το επόμενο βήμα θα είναι η τελική επενδυτική απόφαση και στη συνέχεια η χρηματοδότηση και η αναζήτηση επενδυτών.
Στη νέα εικόνα προστίθεται και η Ουάσιγκτον. Μετά τη διακομματική παρέμβαση στο Κογκρέσο υπέρ του GSI, το αμερικανικό ενδιαφέρον για την ενεργειακή διασύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου έχει επανέλθει στο προσκήνιο. Οι ΗΠΑ έχουν διαχρονικά εντάξει το έργο στο ευρύτερο πλαίσιο ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, ενώ το αμερικανικό DFC είχε ήδη από το 2024 εκφράσει επισήμως ενδιαφέρον για πιθανή συμμετοχή είτε με κεφάλαια είτε με δανεισμό.
Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη σύλληψή του ως EuroAsia Interconnector, το καλώδιο βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα παράθυρο ευκαιρίας. Ο Αύγουστος έφερε γαλλικό κεφάλαιο, ισχυρότερη πολιτική στήριξη και νέα κινητικότητα. Ο Σεπτέμβριος, όμως, θα δείξει εάν η «επαναφόρτιση» μπορεί να γίνει πραγματική επανεκκίνηση. Γιατί, παρά τους νέους συμμάχους και τα δισεκατομμύρια που βρίσκονται στο τραπέζι, η τύχη του GSI θα κριθεί τελικά στα δύο σημεία όπου έχει κολλήσει περισσότερο, στον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου και στους ανοιχτούς λογαριασμούς της Λευκωσίας.
Διαβάστε ακόμη
