Κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διαμορφώθηκαν τον Ιούλιο οι οικιακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στην Αθήνα, με την απόσταση να είναι περιορισμένη στο ρεύμα αλλά αισθητά μεγαλύτερη στο αέριο. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Household Energy Price Index (HEPI), η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική πρωτεύουσα ανήλθε σε 24,42 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, ενώ στο φυσικό αέριο υποχώρησε στα 8,72 λεπτά ανά κιλοβατώρα, καταγράφοντας μηνιαία μείωση 3%.
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου και η αυξημένη ζήτηση λόγω των υψηλών θερμοκρασιών επαναφέρουν ανοδικές πιέσεις στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές. Η Αθήνα παρέμεινε εκτός του κύματος αυξήσεων στο ηλεκτρικό ρεύμα και συγκαταλέγεται στις έξι από τις 27 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπου καταγράφηκε πτώση της λιανικής τιμής του φυσικού αερίου.
Τα στοιχεία αφορούν τις τιμές που προσφέρονταν την 1η Ιουλίου 2026 σε ένα τυπικό νοικοκυριό κάθε πρωτεύουσας και περιλαμβάνουν το σύνολο των χρεώσεων, των φόρων και των πάγιων τελών. Ως εκ τούτου, η τιμή της Αθήνας αποτυπώνει την ελληνική αγορά μέσα από το προφίλ κατανάλωσης της πρωτεύουσας και δεν αποτελεί πανελλαδικό μέσο όρο.
Στα 24,42 λεπτά η τιμή του ρεύματος στην Αθήνα
Η τελική οικιακή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα διαμορφώθηκε τον Ιούλιο στα 24,42 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 26,08 λεπτών που ήταν ο μέσος όρος των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ελληνική τιμή ήταν, επομένως, χαμηλότερη κατά 1,66 λεπτά ανά κιλοβατώρα ή κατά περίπου 6,4%.
Σε σύγκριση με τον μέσο όρο του συνόλου των 33 ευρωπαϊκών πρωτευουσών που εξετάζει ο δείκτης HEPI, ο οποίος διαμορφώθηκε στα 25,02 λεπτά ανά κιλοβατώρα, η Αθήνα ήταν φθηνότερη κατά 0,60 λεπτά ή περίπου 2,4%. Στη σχετική κατάταξη κατέλαβε την 20ή θέση από την ακριβότερη προς τη φθηνότερη αγορά.
Η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στην Αθήνα παρέμεινε αμετάβλητη σε σχέση με τον Ιούνιο. Συνολικά, από τις 33 πρωτεύουσες της έρευνας, 14 παρουσίασαν αυξήσεις, 15 δεν κατέγραψαν μεταβολή και μόλις τέσσερις εμφάνισαν μειώσεις.
Οι ακριβότερες αγορές ηλεκτρικής ενέργειας ήταν οι Βρυξέλλες, με 39,29 λεπτά ανά κιλοβατώρα, το Δουβλίνο με 39,16 λεπτά, η Βέρνη με 39,01 λεπτά, το Βερολίνο με 37,52 λεπτά και η Πράγα με 37,25 λεπτά. Στον αντίποδα, η χαμηλότερη τιμή καταγράφηκε στο Κίεβο, στα 8,41 λεπτά, και ακολούθησαν η Βουδαπέστη με 10,26 λεπτά, η Ποντγκόριτσα με 11,29 λεπτά και το Βελιγράδι με 11,62 λεπτά. Η απόσταση μεταξύ της ακριβότερης και της φθηνότερης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας πλησίασε έτσι την αναλογία πέντε προς ένα.
Τι αποκαλύπτει η σύνθεση της ελληνικής τιμής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνθεση του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα. Η ίδια η αξία της ενέργειας αντιστοιχεί στο 70% της τελικής τιμής, οι χρεώσεις διανομής στο 13%, οι ενεργειακοί φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις στο 11% και ο ΦΠΑ στο 6%.
Η κατανομή αυτή διαφοροποιείται αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στις πρωτεύουσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ενέργεια αντιπροσωπεύει κατά μέσο όρο το 52% του τελικού λογαριασμού, η διανομή το 27%, οι ενεργειακοί φόροι το 7% και ο ΦΠΑ το 14%. Στην Αθήνα, επομένως, η ανταγωνιστική χρέωση έχει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα, ενώ το ποσοστό των χρεώσεων δικτύου και του ΦΠΑ είναι χαμηλότερο.
Το υψηλό μερίδιο της ενέργειας σημαίνει παράλληλα ότι οι μεταβολές στη χονδρεμπορική αγορά μπορούν να περάσουν εντονότερα στην τελική ελληνική τιμή. Στον ευρωπαϊκό χάρτη, το υψηλότερο ποσοστό ενέργειας καταγράφεται στη Λευκωσία, όπου φθάνει το 80% του λογαριασμού, ενώ το χαμηλότερο εντοπίζεται στη Βουδαπέστη, όπου περιορίζεται μόλις στο 14%.
Στην ειδικότερη σύγκριση των μεταβλητών συμβολαίων στις αγορές της Ευρώπης των «15», η Αθήνα εμφανίζει τιμή 24,16 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι μέσου όρου 28,98 λεπτών. Πρόκειται για διαφορά 4,82 λεπτών ή περίπου 16,6%, με την Αθήνα να αποτελεί την τρίτη φθηνότερη αγορά της συγκεκριμένης ομάδας, μετά τη Στοκχόλμη και το Ελσίνκι.
Κατά μέσο όρο, τα σταθερά συμβόλαια στις αγορές της Ευρώπης των «15» κοστίζουν 29,27 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 28,98 λεπτών για τα μεταβλητά, διαφορά 0,29 λεπτών. Τα σταθερά τιμολόγια παραμένουν κατά μέσο όρο φθηνότερα από τα μεταβλητά μόνο στο Άμστερνταμ, στο Βερολίνο, στη Λισαβόνα, στο Λονδίνο και στη Βιέννη. Πρόκειται για εικόνα αντίστροφη από εκείνη που επικρατούσε πριν από την ενεργειακή κρίση, όταν τα σταθερά συμβόλαια ήταν συχνά φθηνότερα λόγω του χαμηλότερου κινδύνου προμήθειας και αποχώρησης του πελάτη.
Οι αυξήσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ρεύματος
Η μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση ηλεκτρικής ενέργειας καταγράφηκε στο Όσλο και έφθασε το 16%, λόγω της ανόδου τόσο του ενεργειακού κόστους όσο και των χρεώσεων διανομής. Η ασυνήθιστα ψυχρή και ξηρή έναρξη του 2026 περιόρισε τη διαθεσιμότητα των υδροηλεκτρικών αποθεμάτων της Νορβηγίας, ενώ η ισχυρή διασύνδεση της νότιας χώρας με τη Δανία, τη Γερμανία και τη Βρετανία μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων συνέβαλε στη μετάδοση των υψηλότερων τιμών.
Αυξήσεις 6% σημειώθηκαν στη Λισαβόνα, στη Λευκωσία και στο Βίλνιους. Στην Πορτογαλία, η παραγωγή από αιολικά παρουσίασε τη μεγαλύτερη πτώση στην Ευρώπη, την ώρα που ο καύσωνας ενίσχυσε τη ζήτηση, οδηγώντας την τιμή της Λισαβόνας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2025. Στη Λευκωσία συνεχίστηκε η ανοδική πορεία που έχει ξεκινήσει από την άνοιξη, λόγω της σύνδεσης της κυπριακής ηλεκτροπαραγωγής με τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Στο Βίλνιους, η αύξηση προήλθε από τη διόρθωση των ρυθμιζόμενων τιμολογίων για το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Η Μαδρίτη κατέγραψε αύξηση 4%, ενώ κατά 3% αυξήθηκαν οι τιμές στις Βρυξέλλες, στην Κοπεγχάγη, στη Λιουμπλιάνα, στη Ρώμη και στη Σόφια. Στο Δουβλίνο η άνοδος περιορίστηκε στο 2%, καθώς οι στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου των προμηθευτών είχαν καθυστερήσει τη μεταφορά του υψηλότερου χονδρεμπορικού κόστους στους καταναλωτές.
Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκαν η Στοκχόλμη με μείωση 7%, το Ελσίνκι με 6%, το Ταλίν με 5% και η Ρίγα με 2%. Οι μειώσεις συνδέονται κυρίως με την αυξημένη παραγωγή από φωτοβολταϊκά και υδροηλεκτρικά, καθώς και με τη χαμηλότερη εποχική ζήτηση.
Σημαντικά χαμηλότερη η τιμή του αερίου στην Αθήνα
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση της Αθήνας από την ευρωπαϊκή μέση τιμή στο φυσικό αέριο. Η τελική τιμή για τα ελληνικά νοικοκυριά διαμορφώθηκε τον Ιούλιο στα 8,72 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 11,37 λεπτών που ήταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αθήνα ήταν φθηνότερη κατά 2,65 λεπτά ή περίπου 23,3%.
Σε σύγκριση με τον μέσο όρο του συνόλου των χωρών της έρευνας, ο οποίος ανήλθε στα 11 λεπτά ανά κιλοβατώρα, η ελληνική τιμή ήταν χαμηλότερη κατά 2,28 λεπτά ή 20,7%. Η Αθήνα κατατάσσεται ως η ένατη φθηνότερη αγορά μεταξύ των 27 ευρωπαϊκών πρωτευουσών για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία φυσικού αερίου.
Παράλληλα, η τιμή στην Αθήνα μειώθηκε κατά 3% σε μηνιαία βάση. Αντίστοιχη πτώση καταγράφηκε στο Άμστερνταμ, στις Βρυξέλλες και στη Ρώμη, ενώ στο Βερολίνο η μείωση περιορίστηκε στο 2%.
Η αποκλιμάκωση αποδίδεται στην προσωρινή υποχώρηση των διεθνών τιμών φυσικού αερίου στα τέλη Ιουνίου και στις αρχές Ιουλίου, όταν η πρόσκαιρη μείωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή περιόρισε το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου και τις ανησυχίες για διαταραχές στις προμήθειες LNG. Η εξέλιξη επέτρεψε στους προμηθευτές να διαθέσουν χαμηλότερες λιανικές τιμές, αν και οι συνθήκες παρέμειναν πιο σφιχτές σε σχέση με την περίοδο πριν από τη σύγκρουση, λόγω των σχετικά περιορισμένων αποθεμάτων στις ευρωπαϊκές αποθήκες.
Η ίδια η ενέργεια αντιπροσωπεύει το 67% της τελικής τιμής φυσικού αερίου στην Αθήνα, οι χρεώσεις διανομής το 25%, οι ενεργειακοί φόροι το 3% και ο ΦΠΑ το 6%. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 50% για την ενέργεια, 23% για τη διανομή, 10% για τους ενεργειακούς φόρους και 16% για τον ΦΠΑ. Η αισθητά χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση αποτελεί, συνεπώς, βασικό στοιχείο της χαμηλότερης τελικής τιμής στην Αθήνα.
Από τα 35,21 λεπτά της Στοκχόλμης στα 1,53 λεπτά του Κιέβου
Η ακριβότερη αγορά φυσικού αερίου είναι με μεγάλη διαφορά η Στοκχόλμη, όπου η τιμή φθάνει τα 35,21 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Ακολουθούν η Βέρνη με 20,34 λεπτά και το Άμστερνταμ με 19,03 λεπτά. Η υψηλή τιμή στη σουηδική πρωτεύουσα συνδέεται με το μικρό μέγεθος της εγχώριας αγοράς, η οποία αριθμεί μόλις 77.000 οικιακούς πελάτες φυσικού αερίου, από τους οποίους περίπου 50.000 βρίσκονται στο απομονωμένο δίκτυο της Στοκχόλμης.
Η φθηνότερη αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η Βουδαπέστη, με 2,82 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ενώ στο Κίεβο η τιμή περιορίζεται στο 1,53 λεπτό. Η τιμή της Στοκχόλμης είναι πάνω από 12 φορές υψηλότερη από εκείνη της Βουδαπέστης και περισσότερες από 23 φορές υψηλότερη από την τιμή του Κιέβου.
Συνολικά, η μέση ευρωπαϊκή τιμή φυσικού αερίου αυξήθηκε οριακά κατά 0,2% τον Ιούλιο. Από τις 27 πρωτεύουσες, 12 διατήρησαν σταθερές τιμές, εννέα παρουσίασαν αυξήσεις και έξι κατέγραψαν μειώσεις.
Η μεγαλύτερη άνοδος σημειώθηκε στο Λονδίνο, με 6%, ενώ αυξήσεις 5% καταγράφηκαν στο Παρίσι και στο Βίλνιους. Στη Μαδρίτη και στη Σόφια οι τιμές αυξήθηκαν κατά 3%, ενώ στο Δουβλίνο και στη Λισαβόνα κατά 2%. Στο Παρίσι, η αύξηση συνδέεται με την κατά 7,4% αναπροσαρμογή της γαλλικής τιμής αναφοράς. Στη Σόφια, η επίπτωση της ανόδου του TTF περιορίστηκε από το μακροχρόνιο συμβόλαιο προμήθειας με το Αζερμπαϊτζάν και από τις ήδη συμφωνημένες παραδόσεις LNG.
Κατά το πρώτο μισό του Ιουλίου, ο ευρωπαϊκός δείκτης TTF κινήθηκε μεταξύ 45 και 55 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Προς το τέλος του μήνα, ωστόσο, η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή οδήγησε την τιμή κοντά στα 63 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η έκθεση προειδοποιεί ότι η επανεμφάνιση των ανοδικών πιέσεων στη χονδρεμπορική αγορά ενδέχεται να περάσει στις λιανικές τιμές τον επόμενο μήνα.
Οι τιμές παραμένουν πολύ υψηλότερες από την προ κρίσης περίοδο
Παρά την αποκλιμάκωση από τις ιστορικές κορυφώσεις της ενεργειακής κρίσης, οι ευρωπαϊκές τιμές παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας. Ο δείκτης ηλεκτρικής ενέργειας για την Ευρώπη των «15» διαμορφώνεται στις 189 μονάδες, έναντι της ιστορικής κορυφής των 298 μονάδων τον Οκτώβριο του 2022. Μετά την πτώση που ακολούθησε την κρίση, ο δείκτης άρχισε να κινείται ξανά ανοδικά από την άνοιξη του 2024 και παραμένει σχετικά σταθερός από το καλοκαίρι του 2025.
Ο αντίστοιχος δείκτης φυσικού αερίου βρίσκεται στις 172 μονάδες, έχοντας υποχωρήσει σημαντικά από τις 344 μονάδες του Νοεμβρίου του 2022. Η πτωτική τάση που ακολούθησε την κορύφωση δείχνει, ωστόσο, να έχει αντιστραφεί το τελευταίο διάστημα.
Σε ετήσια βάση, σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2025, οι τελικοί λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας στις πρωτεύουσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αυξηθεί κατά 3%, ενώ οι λογαριασμοί φυσικού αερίου εμφανίζουν άνοδο 5%. Η Αθήνα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, αλλά η νέα άνοδος του TTF και η επαναφορά του γεωπολιτικού κινδύνου καθιστούν το υπόλοιπο του καλοκαιριού κρίσιμο για την πορεία των ελληνικών τιμολογίων.
Διαβάστε ακόμη
