Από το ύψος του λογαριασμού στις πραγματικές συνθήκες μέσα στο σπίτι μετατοπίζεται η συζήτηση για την ενεργειακή φτώχεια. Νέα έκθεση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA) δείχνει ότι δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς πόσα πληρώνει ένα νοικοκυριό για ρεύμα και θέρμανση. Πρέπει να εξετάζεται εάν το εισόδημα επαρκεί, εάν η κατοικία είναι ενεργοβόρα και εάν η χαμηλή κατανάλωση αποτελεί οικονομία ή αναγκαστική στέρηση.
Η μελέτη «Household Energy Affordability Data and Indicators» δεν δίνει νέο ποσοστό για την Ελλάδα ούτε κατατάσσει τις χώρες. Καταγράφει, όμως, την ελληνική μεθοδολογία και δείχνει γιατί εισόδημα, δαπάνες, κατάσταση κτιρίου, οφειλές και θερμική άνεση πρέπει να εξετάζονται μαζί.
Τα δύο όρια της ελληνικής μέτρησης
Στην Ελλάδα, ένα νοικοκυριό χαρακτηρίζεται ενεργειακά φτωχό όταν πληροί ταυτόχρονα δύο προϋποθέσεις. Η πραγματική ετήσια ενεργειακή δαπάνη του πρέπει να βρίσκεται κάτω από το 80% του ελάχιστου κόστους που εκτιμάται ότι χρειάζεται για να καλύψει τις ανάγκες του. Παράλληλα, το καθαρό ετήσιο εισόδημά του πρέπει να είναι χαμηλότερο από το 60% του διάμεσου εισοδήματος, δηλαδή κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας.
Με απλά λόγια, δεν αρκεί το χαμηλό εισόδημα. Πρέπει να υπάρχει και ένδειξη ότι το νοικοκυριό καταναλώνει λιγότερη ενέργεια από αυτήν που χρειάζεται για αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Οι δύο δείκτες υπολογίζονται και χωριστά, ενώ υπάρχει εκδοχή στην οποία το εισόδημα προσαρμόζεται στη σύνθεση του νοικοκυριού με την κλίμακα του ΟΟΣΑ.
Το απαιτούμενο κόστος δεν προκύπτει μόνο από τον τελευταίο λογαριασμό. Συνυπολογίζονται το μέγεθος και το έτος κατασκευής της κατοικίας, η κεντρική θέρμανση, το κλίμα και οι τιμές. Στην εκτίμηση μπαίνουν ακόμη το κόστος ηλεκτρισμού, το εισόδημα, το καθεστώς ιδιοκατοίκησης ή ενοικίασης, τα μέλη άνω των 65 ετών και οι άνεργοι του νοικοκυριού.
Η IEA αναφέρει ότι το ελληνικό Παρατηρητήριο Ενεργειακής Ένδειας έχει δημοσιεύσει εκτιμήσεις έως το 2023, αξιοποιώντας την ετήσια Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών. Τα αποτελέσματα μπορούν να συγκριθούν με τον δείκτη 2Μ, ο οποίος εντοπίζει νοικοκυριά με ενεργειακή επιβάρυνση μεγαλύτερη από το διπλάσιο της εθνικής διάμεσης, και με τον Μ/2, που καταγράφει ενεργειακή δαπάνη χαμηλότερη από το μισό της διάμεσης.
Οι διαφορετικές ταχύτητες στην Ευρώπη
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία ορίζει την ενεργειακή φτώχεια ως αδυναμία πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, όπως θέρμανση, ζεστό νερό, ψύξη, φωτισμός και λειτουργία συσκευών. Στις αιτίες περιλαμβάνονται το χαμηλό εισόδημα, οι υψηλές δαπάνες και η κακή ενεργειακή απόδοση των κατοικιών.
Παρά το κοινό πλαίσιο, οι εθνικές μετρήσεις διαφέρουν. Στη Γαλλία το όριο είναι ενεργειακή δαπάνη άνω του 8% για τα τρία χαμηλότερα εισοδηματικά δεκατημόρια. Στην Ολλανδία χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, το 10%, μαζί με κριτήρια εισοδήματος και ποιότητας κατοικίας.
Το Βέλγιο μετρά ποιοι πληρώνουν για ενέργεια, ως ποσοστό του εισοδήματος, πάνω από το διπλάσιο της διάμεσης επιβάρυνσης, αλλά και ποιοι δαπανούν λιγότερο από το μισό αντίστοιχων νοικοκυριών. Η Ισπανία συνδυάζει τους δείκτες 2Μ και Μ/2 με την αδυναμία επαρκούς θέρμανσης και τις καθυστερήσεις πληρωμών.
Η «κρυφή» και η θερινή ενεργειακή φτώχεια
Η παγίδα βρίσκεται στα νοικοκυριά με πολύ χαμηλή κατανάλωση. Ένας μικρός λογαριασμός μπορεί να σημαίνει ότι μια οικογένεια κλείνει τη θέρμανση ή περιορίζει το κλιματιστικό επειδή δεν αντέχει το κόστος. Πρόκειται για την «κρυφή ενεργειακή φτώχεια», την οποία οι συμβατικοί δείκτες συχνά δεν καταγράφουν.
Η IEA δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη θερινή διάσταση του προβλήματος. Οι συχνότεροι καύσωνες αυξάνουν τις ανάγκες ψύξης, κυρίως σε παλαιές και κακώς μονωμένες κατοικίες, ενώ τα περισσότερα εθνικά συστήματα παραμένουν επικεντρωμένα στη θέρμανση. Στις προηγμένες οικονομίες, το φτωχότερο 10% των νοικοκυριών μπορεί να διαθέτει σχεδόν το ένα τέταρτο του εισοδήματός του συνολικά για οικιακή ενέργεια και καύσιμα μετακίνησης.
Η πίεση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Στην ΕΕ, το 83% των μονογονεϊκών οικογενειών με παιδιά έχει ως επικεφαλής γυναίκα. Το 8,1% των νοικοκυριών με γυναίκα ως πρόσωπο αναφοράς αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι επαρκώς ζεστό, έναντι 7,5% όταν το πρόσωπο αναφοράς είναι άνδρας. Υψηλότερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν επίσης ηλικιωμένοι, ενοικιαστές και άτομα με προβλήματα υγείας.
Το στοίχημα των δεδομένων για την Ελλάδα
Η επόμενη πρόκληση είναι η σύνδεση των πληροφοριών. Οι έρευνες δείχνουν εάν μια οικογένεια δυσκολεύεται να θερμάνει το σπίτι ή έχει ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς. Τα ενεργειακά πιστοποιητικά, τα στοιχεία των παρόχων και οι έξυπνοι μετρητές αποκαλύπτουν την κατάσταση του κτιρίου και την πραγματική κατανάλωση.
Η Ολλανδία έχει ήδη συνδέσει διοικητικά και ενεργειακά δεδομένα για περισσότερα από 7 εκατ. νοικοκυριά, καλύπτοντας το 87,3% του συνόλου. Στην Ιρλανδία, αντίθετα, η προσπάθεια σύνδεσης στοιχείων για το εισόδημα, την κατανάλωση και την ενεργειακή κατάταξη των κτιρίων πέτυχε αντιστοίχιση μόνο για το 34% των νοικοκυριών, κυρίως λόγω έλλειψης κοινών αναγνωριστικών.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να συνδεθούν η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών, τα φορολογικά και κοινωνικά στοιχεία, τα ενεργειακά πιστοποιητικά και τα δεδομένα κατανάλωσης. Έτσι θα μπορεί να αποτυπωθεί όχι μόνο πόσα νοικοκυριά δυσκολεύονται να πληρώσουν, αλλά και ποια στερούνται βασική θέρμανση ή ψύξη, ποια ζουν σε ενεργοβόρα σπίτια και ποια δεν έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν την ενεργειακή αναβάθμισή τους.
Διαβάστε ακόμη
