Η θερινή περίοδος βρίσκει το ενεργειακό σύστημα της χώρας σε πιο σταθερή θέση σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να εκτιμά ότι οι τιμές ηλεκτρισμού δύσκολα θα κινηθούν σε ακραία ανοδική τροχιά, παρά την αυξημένη κατανάλωση που φέρνουν οι υψηλές θερμοκρασίες και η έντονη τουριστική δραστηριότητα. Η συνολική εικόνα αποδίδεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων που λειτουργούν εξισορροπητικά για την αγορά.
Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο περιθώριο ενεργειακής εκδήλωσης, περιέγραψε ένα περιβάλλον συγκρατημένων πιέσεων, επισημαίνοντας ότι οι διεθνείς εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων των εντάσεων στη Μέση Ανατολή, δεν έχουν μέχρι στιγμής προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στις τιμές του ηλεκτρισμού. Όπως ανέφερε, η χονδρεμπορική τιμή κινείται γύρω στα 89 ευρώ ανά MWh, επίπεδο κοντά στα περσινά δεδομένα, γεγονός που υποδηλώνει σχετική σταθεροποίηση.
Οι μηδενικές τιμές
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας έχει η αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και κυρίως των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Η παραγωγή τους, ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες, οδηγεί σε σημαντική πτώση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά, ακόμη και σε περιπτώσεις μηδενικών τιμών. Η συμβολή τους θεωρείται πλέον καθοριστική για τη λειτουργία της αγοράς, καθώς χωρίς αυτήν η μέση τιμή του Μαΐου θα έφτανε σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα, κοντά στα 125 ευρώ ανά MWh.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη βασική παράμετρος σταθεροποίησης είναι η συνεχιζόμενη επέκταση των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων. Η αυξημένη παραγωγική ικανότητα από ΑΠΕ αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό την άνοδο της ζήτησης που προκαλείται από τη χρήση κλιματιστικών και την τουριστική αιχμή, περιορίζοντας τις πιθανότητες έντονων ανατιμήσεων.
Κόφτης στις αθρόες εξαγωγές
Δεύτερος παράγοντας που συμβάλλει στη συγκράτηση των τιμών είναι η διαφοροποίηση της ελληνικής αγοράς από τις γειτονικές χώρες (αποσύζευξη τιμών, decoupling), ένα φαινόμενο που αποδίδεται στη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα φθηνής εγχώριας παραγωγής σε αρκετές χρονικές ζώνες. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε αυξημένες εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η Ελλάδα καθίσταται ανταγωνιστική σε σχέση με τις υπόλοιπες αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα υδροηλεκτρικά αποθέματα, τα οποία φέτος βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές. Η επάρκεια νερού στα ταμιευτήρια προσφέρει αυξημένη ευελιξία στο σύστημα, επιτρέποντας την κάλυψη αιχμών ζήτησης χωρίς σημαντική επιβάρυνση του κόστους παραγωγής.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σταδιακή είσοδος της αποθήκευσης ενέργειας μέσω μπαταριών. Ήδη βρίσκονται σε πιλοτική ή πρώιμη λειτουργία συστήματα συνολικής ισχύος περίπου 150 MW, τα οποία απορροφούν ενέργεια τις ώρες υψηλής παραγωγής και την επανεισάγουν στο δίκτυο τις βραδινές ώρες. Μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων αναμένεται σημαντική περαιτέρω ανάπτυξη, που θα ενισχύσει τη σταθερότητα της αγοράς.
Οι τιμές των καυσίμων
Την ίδια στιγμή, το υπουργείο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές καυσίμων, καθώς ενδεχόμενη αναζωπύρωση γεωπολιτικών εντάσεων θα μπορούσε να επηρεάσει τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, με συνέπειες και στην ηλεκτροπαραγωγή. Παρά τις ανησυχίες, μέχρι στιγμής οι αγορές εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και ισορροπία.
Σε επίπεδο πολιτικής, εξετάζονται επίσης παρεμβάσεις που αφορούν τη λειτουργία της αγοράς των φωτοβολταϊκών, με στόχο τη βελτίωση του πλαισίου αποζημίωσης σε περιόδους μηδενικών τιμών, καθώς και πιθανές τροποποιήσεις στο καθεστώς στήριξης των επενδύσεων. Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αξιολογεί τις προτεινόμενες αλλαγές στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ενέργειας.
Διαβάστε ακόμη
