Αντιμέτωπη με έναν ακόμα δύσκολο χειμώνα φαίνεται ότι είναι η Ευρώπη, η οποία δείχνει να ανατρέχει στα… «εγχειρίδια» του 2022 προκειμένου να βρει λύσεις για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θα προκύψουν. Ωστόσο, από ό,τι έως τώρα δεδομένα προκύπτει ότι η κρίση που διαμορφώνεται το 2026 δεν είναι μια απλή επανάληψη του 2022.
Στις 25 Σεπτεμβρίου, ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν προειδοποίησε τα κράτη-μέλη για «κρίση τιμών που συνδέεται με κρίση εφοδιασμού». Στην επιστολή του ζήτησε, μεταξύ άλλων, να συνεχιστεί η πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου, να περιοριστεί η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στις ώρες αιχμής, να μειωθεί η θέρμανση στα δημόσια κτίρια και να περιοριστεί ο περιττός δημόσιος φωτισμός κατά τις νυχτερινές ώρες.
Αν και το μήνυμα των Βρυξελλών παραπέμπει αναπόφευκτα στο 2022, αυτή τη φορά η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει ακριβώς το ίδιο πρόβλημα.
Τρεις ημέρες νωρίτερα, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ότι τάσσεται υπέρ του περιορισμού ή ακόμη και της απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξετάζει το ενδεχόμενο πλήρους ή μερικής απαγόρευσης, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι θέλει μια απόφαση «γρήγορα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο».
Για την Ευρώπη, αυτή η εξέλιξη μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική.
Σύνθετη εξίσωση
Όπως επισημαίνει πρόσφατη ανάλυση του Modern Diplomacy, η ενεργειακή ευπάθεια της Ευρώπης δεν βρίσκεται πλέον μόνο στο φυσικό αέριο. Το πραγματικό πρόβλημα του φετινού χειμώνα μπορεί να είναι το ντίζελ.
Η ενεργειακή κρίση του 2022 είχε έναν βασικό πρωταγωνιστή: το φυσικό αέριο.
Η απότομη μείωση των ρωσικών προμηθειών μέσω αγωγών ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Ένωση να κινητοποιήσει γρήγορα εναλλακτικές πηγές. Οι κυβερνήσεις γέμισαν τις αποθήκες, περιόρισαν τη ζήτηση και στράφηκαν μαζικά στο LNG. Η στρατηγική αυτή απέδωσε. Η Ευρώπη κατάφερε να αντικαταστήσει σημαντικό μέρος των ρωσικών ποσοτήτων χωρίς να οδηγηθεί σε γενικευμένο δελτίο ενέργειας.
Σήμερα, όμως, η εξίσωση είναι πολύ πιο σύνθετη. Η σοβαρή διαταραχή στη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ έχει επηρεάσει τις διεθνείς ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παράλληλα, οι επιθέσεις στην περιοχή έχουν προκαλέσει ζημιές σε εγκαταστάσεις LNG του Κατάρ, ενώ η αστάθεια στην περιοχή του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δυσκολεύει τις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ του Περσικού Κόλπου και της Ευρώπης.
Το αποτέλεσμα είναι μια κρίση πολλαπλών μετώπων: αργό πετρέλαιο, LNG, διυλισμένα προϊόντα και ναυτιλιακές διαδρομές βρίσκονται ταυτόχρονα υπό πίεση. Και αυτό αλλάζει δραστικά τα δεδομένα.
Το ντίζελ είναι διαφορετική υπόθεση
Η προσπάθεια περιορισμού της ζήτησης μπορεί να λειτουργήσει στην αγορά φυσικού αερίου. Ωστόσο, δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο στο ντίζελ.
Ένα νοικοκυριό μπορεί να χαμηλώσει τη θερμοκρασία στο σπίτι. Ένα δημόσιο κτίριο μπορεί να μειώσει τη θέρμανση. Μια επιχείρηση μπορεί να μεταφέρει μέρος της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας εκτός των ωρών αιχμής. Ένα φορτηγό, όμως, δεν μπορεί να «καταναλώσει 15% λιγότερο» χωρίς να πραγματοποιήσει λιγότερες μεταφορές.
Το ίδιο ισχύει για τα τρακτέρ, τα μηχανήματα έργων, τις γεννήτριες και τον βαρύ βιομηχανικό εξοπλισμό. Το ντίζελ αποτελεί καύσιμο πάνω στο οποίο στηρίζεται μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής οικονομίας. Από τις οδικές μεταφορές και τη γεωργία μέχρι τις κατασκευές και την εφοδιαστική αλυσίδα.
Γι’ αυτό και μια σοβαρή έλλειψη ντίζελ δεν θα περιοριστεί στα πρατήρια καυσίμων. Θα μπορούσε να περάσει γρήγορα στο κόστος μεταφοράς, στις τιμές των τροφίμων και τελικά στον πληθωρισμό.
Η Ευρώπη χάνει τα «μαξιλαράκια» ασφαλείας
Η Ευρώπη έχει ήδη μειώσει σημαντικά τη δυναμικότητα διύλισης, ενώ τα αποθέματα στον βασικό εμπορικό κόμβο Άμστερνταμ–Ρότερνταμ–Αμβέρσα βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα. Την ίδια στιγμή, οι ρωσικές εξαγωγές ντίζελ παραμένουν περιορισμένες.
Η γεωγραφία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Με τις παραδοσιακές θαλάσσιες διαδρομές να αντιμετωπίζουν προβλήματα, η Ευρώπη εξαρτάται περισσότερο από φορτία που μπορούν να φτάσουν από άλλες περιοχές. Σε αυτή τη συγκυρία οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για την ευρωπαϊκή αγορά ντίζελ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Modern Diplomacy, οι αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ έφτασαν περίπου τα 1,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα τον Αύγουστο, από περίπου 1 εκατ. βαρέλια τον Φεβρουάριο. Παράλληλα, το αμερικανικό μερίδιο στις εισαγωγές ντίζελ της ΕΕ έχει αυξηθεί σημαντικά.
Επομένως, μια απόφαση της Ουάσιγκτον για περιορισμό των εξαγωγών δεν θα αφορούσε μόνο την αμερικανική αγορά. Θα είχε διεθνείς επιπτώσεις.
Εάν μειωθούν οι αμερικανικές εξαγωγές, οι Ευρωπαίοι αγοραστές θα πρέπει να ανταγωνιστούν άλλες αγορές για τις διαθέσιμες ποσότητες. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι υψηλότερες τιμές από τη Βόρεια Αμερική έως την Ευρώπη και άλλες εισαγωγικές αγορές.
Τα μαθήματα από το 2022
Το «μοντέλο 2022» δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: την απώλεια ρωσικού φυσικού αερίου. Σήμερα, όμως, η Ευρώπη αντιμετωπίζει διαφορετικές συνθήκες. Η αποθήκευση περισσότερου φυσικού αερίου δεν δημιουργεί νέα φορτία LNG, ενώ παράλληλα η Ευρώπη πρέπει να ανταγωνιστεί την Ασία και άλλους αγοραστές για τις διαθέσιμες ποσότητες.
Η μείωση της κατανάλωσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο ντίζελ με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόστηκε στο φυσικό αέριο. Και οι κοινές ευρωπαϊκές αγορές δεν μπορούν να δημιουργήσουν προϊόν που δεν υπάρχει.
Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πλέον έναν μόνο προμηθευτή που μπορεί να αντικατασταθεί. Αντιμετωπίζει μια παγκόσμια αγορά στην οποία η προσφορά είναι περιορισμένη και οι εμπορικές διαδρομές είναι ευάλωτες.
Τα στρατηγικά αποθέματα στο επίκεντρο
Στο νέο αυτό πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες απαιτούν από τα κράτη-μέλη να διατηρούν αποθέματα που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών ή 61 ημέρες κατανάλωσης. Αναλυτές προτάσσουν ότι οι Βρυξέλλες θα πρέπει να εξετάσουν μία στοχευμένη αποδέσμευση αποθεμάτων, με έμφαση στα διυλισμένα προϊόντα και ειδικότερα στο ντίζελ. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο οι ποσότητες που θα διατεθούν.
Τρία πιθανά σενάρια
Σύμφωνα με την ανάλυση τρία είναι τα πιθανά σενάρια ενόψει του χειμώνα:
- Το πρώτο σενάριο είναι ένας δύσκολος αλλά διαχειρίσιμος χειμώνας. Η κυκλοφορία στα Στενά του Ορμούζ βελτιώνεται σταδιακά και οι ΗΠΑ επιλέγουν περιορισμούς αντί για πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ. Οι τιμές παραμένουν υψηλές, αλλά η Ευρώπη αποφεύγει τις φυσικές ελλείψεις.
- Το δεύτερο είναι μια πολύ πιο έντονη διαταραχή. Η Ουάσιγκτον επιβάλλει πλήρη απαγόρευση, ενώ οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές συνεχίζονται. Η ευρωπαϊκή αγορά ντίζελ βρίσκεται τότε αντιμέτωπη με έντονη έλλειψη διαθέσιμων φορτίων. Το κόστος μεταφορών και αγροτικής παραγωγής αυξάνεται και οι κυβερνήσεις δέχονται πιέσεις για παρεμβάσεις στις τιμές.
- Το τρίτο σενάριο είναι μια διπλωματική συμφωνία που αποκαθιστά τις ροές μέσω του Ορμούζ και οδηγεί χαμηλότερα τις τιμές του αργού πετρελαίου. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, όμως, το ντίζελ δεν θα γίνει αυτόματα φθηνό. Η έλλειψη δυναμικότητας διύλισης και οι περιορισμοί στις ρωσικές εξαγωγές δεν εξαφανίζονται μαζί με την πτώση της τιμής του αργού.
Το καύσιμο που μπαίνει στα ραντάρ
Η Ευρώπη προετοιμάζεται για έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα χρησιμοποιώντας πολλά από τα εργαλεία που αποδείχθηκαν χρήσιμα το 2022. Όμως η αγορά έχει αλλάξει.
Το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμο και οι ανησυχίες για τα αποθέματα είναι πραγματικές. Ωστόσο, η μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη ευπάθεια μπορεί να βρίσκεται στην αγορά των διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων. Το ντίζελ είναι το καύσιμο που συνδέει άμεσα την ενέργεια με τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και τις τιμές των προϊόντων.
Γι’ αυτό η συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί να περιοριστεί στις αποθήκες φυσικού αερίου. Το κρίσιμο ερώτημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι εάν θα προετοιμαστούν εγκαίρως για μια πιθανή έλλειψη ντίζελ ή θα περιμένουν να εμφανιστεί η κρίση στην αγορά
Διαβάστε ακόμη
