Ως ένα έργο με σαφή γεωγραφική, αναπτυξιακή, αλλά και τεχνολογική στόχευση, το οποίο συνδέεται άμεσα με την επόμενη ημέρα της Δυτικής Μακεδονίας στη μετά λιγνιτική εποχή παρουσιάστηκε ο αγωγός υψηλής πίεσης του ΔΕΣΦΑ. Στην τελετή των εγκαινίων που πραγματοποιήθηκε σήμερα, Τρίτη 26 Μαΐου στην Πτολεμαΐδα η διευθύνουσα σύμβουλος του Διαχειριστή, Μαρία Σφερούτσα, επιχείρησε να αναδείξει τόσο το μέγεθος του έργου όσο και τον ρόλο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει στο νέο ενεργειακό τοπίο της χώρας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δυνατότητα μεταφοράς υδρογόνου και στη μακροχρόνια ανθεκτικότητα της υποδομής.

Όπως ανέφερε, πρόκειται για «το πρώτο μεγάλο έργο επέκτασης στην περιοχή και στη χώρα», ενώ χαρακτήρισε τα εγκαίνια προσωπικό ορόσημο, σημειώνοντας ότι είναι «η πρώτη γιορτή, τα πρώτα εγκαίνια ενός μεγάλου έργου υποδομής στον ΔΕΣΦΑ». Παράλληλα, έσπευσε να συνδέσει το συγκεκριμένο έργο με μία ευρύτερη στρατηγική επέκτασης του Διαχειριστή, τονίζοντας πως «είμαι σίγουρη ότι δεν θα είναι το τελευταίο, αλλά το πρώτο μιας μεγάλης σειράς».

Η κ. Σφερούτσα στάθηκε ιδιαίτερα στο τεχνικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα του έργου, αναφέροντας πως υλοποιήθηκαν πάνω από 150 χιλιόμετρα αγωγού, εκ των οποίων περισσότερα από 108 χιλιόμετρα αφορούν τη βασική γραμμή, η οποία, όπως είπε, διασφαλίζει τη συνέχεια της τηλεθέρμανσης σε Κοζάνη, Πτολεμαΐδα και Αμύνταιο, ενώ παράλληλα δημιουργεί προϋποθέσεις ενίσχυσης των ενεργειακών δυνατοτήτων της περιοχής και της ηλεκτροπαραγωγής.

Η CEO του ΔΕΣΦΑ υπογράμμισε ότι ο αγωγός σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε «με τα υψηλότερα πρότυπα ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας», επιμένοντας ιδιαίτερα στον χαρακτήρα του έργου ως υποδομής χαμηλής οπτικής όχλησης. «Είναι ένας καινοτόμος αγωγός, πλήρως ενσωματωμένος στο τοπίο, καθώς ελάχιστες εγκαταστάσεις είναι ορατές πάνω από το έδαφος», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέλοντας να αναδείξει την περιβαλλοντική διάσταση της επένδυσης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στον στρατηγικό ρόλο της υποδομής για τη μεταλιγνιτική μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας. Όπως σημείωσε, ο αγωγός «ήρθε για να μείνει», ώστε να στηρίξει τόσο την ενεργειακή ανάπτυξη όσο και την ανταγωνιστικότητα της περιοχής «για τις επόμενες δεκαετίες», ενώ τον συνέδεσε άμεσα με την πορεία της ενεργειακής μετάβασης της χώρας.

Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, στοιχείο της τοποθέτησής της αφορούσε την τεχνολογική φυσιογνωμία του έργου. Η κ. Σφερούτσα αποκάλυψε ότι πρόκειται για «τον πρώτο αγωγό 100% hydrogen-ready», σημειώνοντας μάλιστα ότι συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ελάχιστα αντίστοιχα έργα που κατασκευάζονται σήμερα διεθνώς. Με τη συγκεκριμένη αναφορά, ο ΔΕΣΦΑ επιχειρεί ουσιαστικά να τοποθετήσει τη Δυτική Μακεδονία στον χάρτη των μελλοντικών υποδομών μεταφοράς καθαρών καυσίμων, ενόψει και των σχεδίων ανάπτυξης παραγωγής πράσινου υδρογόνου στην περιοχή.

Στην ομιλία της, η επικεφαλής του ΔΕΣΦΑ ανέδειξε επίσης τον ευρωπαϊκό και εθνικό χρηματοδοτικό μηχανισμό πίσω από το έργο, αποδίδοντας την υλοποίησή του στη συμβολή των ευρωπαϊκών θεσμών, του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αλλά και των εθνικών και περιφερειακών αναπτυξιακών πόρων. Παράλληλα, ευχαρίστησε δημόσια τους αναδόχους και τους τεχνικούς φορείς που συμμετείχαν στην κατασκευή, κατονομάζοντας μεταξύ άλλων τις Damco, ΑΒΑΞ, C&I Engineering, καθώς και τους μηχανικούς και τεχνικούς που θα αναλάβουν τη λειτουργία και συντήρηση του έργου τα επόμενα χρόνια.

Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η Μαρία Σφερούτσα επανέλαβε ότι η νέα υποδομή αποτελεί «ένα περιουσιακό στοιχείο που θα βοηθήσει σήμερα αλλά και τις επόμενες δεκαετίες την περιοχή και τη χώρα», επιχειρώντας να δώσει το στίγμα ενός έργου που ο ΔΕΣΦΑ αντιμετωπίζει όχι ως μία απλή επέκταση δικτύου φυσικού αερίου, αλλά ως κομμάτι της νέας ενεργειακής αρχιτεκτονικής της Δυτικής Μακεδονίας.

Δέσποινα Παληαρούτα: Ο αγωγός της Δυτικής Μακεδονίας είναι υποδομή στρατηγικής σημασίας για τη χώρα

Τη σκυτάλη πήρε η η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας Δέσποινα Παληαρούτα, η οποία στην ομιλία της συνέδεσε άμεσα την επένδυση με τη στρατηγική της ενεργειακής ασφάλειας, τη δίκαιη μετάβαση της περιοχής αλλά και τη νέα αρχιτεκτονική υποδομών που διαμορφώνεται στην Ευρώπη εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, πρόκειται για «ένα έργο με ιδιαίτερο συμβολισμό και ουσιαστική ιστορική αξία για τη Δυτική Μακεδονία», το οποίο συνδέεται τόσο με τη δίκαιη μετάβαση όσο και με την «προετοιμασία της χώρας για το νέο ενεργειακό περιβάλλον». Η ίδια τοποθέτησε το έργο μέσα στο νέο ευρωπαϊκό ενεργειακό πλαίσιο, σημειώνοντας ότι η Ευρώπη «επαναπροσδιορίζει συνολικά την ενεργειακή στρατηγική της», δίνοντας έμφαση στη διαφοροποίηση πηγών και οδεύσεων ενέργειας, στις διασυνδέσεις και στις ανθεκτικές ενεργειακές υποδομές.

Σύμφωνα με την κ. Παληαρούτα, η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως «πυλώνας σταθερότητας και ενεργειακής ασφάλειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο», με τον αγωγό της Δυτικής Μακεδονίας να αποκτά, όπως είπε, «ιδιαίτερη σημασία» μέσα σε αυτή τη στρατηγική.

Η Γενική Γραμματέας στάθηκε ιδιαίτερα και στο μέγεθος του έργου, αναφέροντας ότι πρόκειται για επένδυση ύψους 186 εκατ. ευρώ με συνολικό μήκος 107 χιλιομέτρων, η οποία φέρνει το φυσικό αέριο «σε πόλεις και περιοχές που για δεκαετίες ήταν εκτός δικτύου». Όπως υπογράμμισε, η νέα υποδομή ενισχύει την ασφάλεια τροφοδοσίας της περιοχής, μειώνει το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ταυτόχρονα διασφαλίζει τη συνέχιση της τηλεθέρμανσης σε Κοζάνη, Πτολεμαΐδα και Αμύνταιο. Παράλληλα, εκτίμησε ότι δημιουργεί «σταθερές βάσεις για την προσέλκυση νέων επενδύσεων και την ανάπτυξη νέας παραγωγικής δραστηριότητας».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον ιστορικό ρόλο της Δυτικής Μακεδονίας στο ενεργειακό σύστημα της χώρας, σημειώνοντας ότι «για δεκαετίες η περιοχή αποτέλεσε την καρδιά της ηλεκτροπαραγωγής της Ελλάδας». Όπως ανέφερε, σήμερα η περιοχή καλείται να περάσει «σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο», με την Πολιτεία να επιδιώκει η μετάβαση αυτή να είναι «δίκαιη, ρεαλιστική και αναπτυξιακή». Παράλληλα, αναγνώρισε ανοιχτά τις ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών για την επόμενη ημέρα, υπογραμμίζοντας ότι στόχος είναι η μετάβαση να γίνει «όσο το δυνατόν πιο ομαλά».

Η κα Παληαρούτα συνέδεσε ευθέως τον αγωγό με τη μελλοντική αγορά υδρογόνου, αναφέροντας ότι η υποδομή έχει σχεδιαστεί με δυνατότητα μεταφοράς υδρογόνου «έως και 100%». Όπως υπογράμμισε, αυτό το χαρακτηριστικό καθιστά τον αγωγό «υποδομή στρατηγικής σημασίας για ολόκληρη τη χώρα», σε μία περίοδο όπου η Ευρώπη επιχειρεί να δημιουργήσει τις βάσεις για νέα καθαρά ενεργειακά δίκτυα και βιομηχανικές αλυσίδες.

Παράλληλα, απέδωσε την υλοποίηση του έργου στη συνεργασία ευρωπαϊκών θεσμών, εθνικών φορέων και ιδιωτικών εταιρειών, κάνοντας λόγο για «εξαιρετικά καλή συνεργασία» όλων των εμπλεκόμενων πλευρών και ευχαριστώντας δημόσια όσους συμμετείχαν στην κατασκευή και χρηματοδότηση της επένδυσης.

Η Γενική Γραμματέας Ενέργειας έστειλε μήνυμα για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Δυτική Μακεδονία στη νέα ενεργειακή εποχή, σημειώνοντας ότι η περιοχή «έχει όλες τις προϋποθέσεις να πρωταγωνιστήσει και σε αυτή τη νέα εποχή», όπως πρωταγωνίστησε επί δεκαετίες στο προηγούμενο ενεργειακό μοντέλο της χώρας.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΛΗΑΡΟΥΤΑ

Δέσποινα Παληαρούτα © energygame.gr