Σε υψηλό τριετίας εκτοξεύθηκαν οι τιμές για το φυσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά, εν μέσω εντατικών προσπαθειών πλήρωσης των αποθηκευτικών υποδομών ενόψει της χειμερινής περιόδου, σύμφωνα με το Bloomberg. Παράλληλα, η αγορά τηρεί στάση αναμονής για τις λεπτομέρειες της ναυτιλιακής συμφωνίας μεταξύ Ιράν και Ομάν σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ.

Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης κατέγραψαν την Τρίτη άνοδο έως 4.35%, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023. Ειδικότερα, τα ολλανδικά συμβόλαια επόμενου μήνα, τα οποία αποτελούν τον ευρωπαϊκό δείκτη αναφοράς, ενισχύθηκαν κατά 2,2% στα 76.48 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο Χρηματιστήριο του Άμστερνταμ έως τις 20:25 μ.μ.

Μολονότι η Τεχεράνη προανήγγειλε επικείμενη συμφωνία για τη δημιουργία προσωρινής ασφαλούς διαδρομής, οι χρηματιστές αντιμετωπίζουν με αβεβαιότητα την πιθανή αντίδραση των ΗΠΑ μετά την επίθεση του Σαββατοκύριακου σε ιρανικά δεξαμενόπλοια, διατηρώντας ψηλά τον κίνδυνο νέων πληγμάτων στη ναυτιλία. Στο ίδιο γεωπολιτικό πλαίσιο, το πετρέλαιο κινείται ανοδικά προσεγγίζοντας τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς οι πρόσφατες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας ενέτειναν την αναταραχή.

Σύμφωνα με το Bloomberg, η Ευρώπη απαιτεί υψηλότερες τιμές στο φυσικό αέριο ώστε να προσελκύσει περισσότερα φορτία μέσω θαλάσσης. Με λιγότερο από έναν μήνα πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου θέρμανσης, τα ευρωπαϊκά αποθέματα υπολείπονται, καθώς οι αποθηκευτικοί χώροι παραμένουν στο 67% της χωρητικότητάς τους, έναντι του εποχιακού κανόνα του 83%.

Η εκτόξευση της τιμής του καυσίμου συμπαρασύρει το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι η χονδρική τιμή ρεύματος καθορίζεται συχνά από τις θερμικές μονάδες αερίου. Η εξέλιξη αυτή πλήττει ιδιαίτερα τη Γερμανία, όπου η εποχική υποχώρηση της παραγωγής από φωτοβολταϊκά αυξάνει κατακόρυφα την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Ενδεικτικά, τα γερμανικά συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας για το 2027 ανήλθαν στα 126,62 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας υψηλό από τον Οκτώβριο του 2023, βάσει των δεδομένων του EEX.

Ο ενεργειακός κλυδωνισμός διαμορφώνει σαφείς νικητές και ηττημένους στο χρηματιστηριακό ταμπλό. Η πλέον άμεση επενδυτική στρατηγική αφορά την τοποθέτηση σε εταιρείες παραγωγής, όπως οι Equinor, TotalEnergies και BP. Ο ευρωπαϊκός ενεργειακός δείκτης καταγράφει άλμα άνω του 33% το 2026, αποτελώντας τον κλάδο με την υψηλότερη απόδοση. Παρά την ισχυρή άνοδο, οι αποτιμήσεις υποδεικνύουν σαφή υποτίμηση, καθώς ο λόγος τιμής προς κέρδη (P/E) συμπιέστηκε από 15x σε 9,6x λόγω των διογκωμένων εταιρικών κερδών.

Στους κερδισμένους συγκαταλέγονται οι εταιρείες βασικών πόρων και εξόρυξης, οι οποίες λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στον πληθωρισμό. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός δείκτης ενισχύθηκε περίπου 30% το 2026, ακολουθώντας την ενεργειακή άνοδο. Αντιθέτως, οι εταιρείες κοινής ωφέλειας υστερούν, με μεικτή ωστόσο εικόνα: οι Endesa και RWE υπεραποδίδουν, ενώ οι Centrica και Italgas δέχονται πιέσεις. Μια εναλλακτική στρατηγική, σύμφωνα με το Bloomberg, εστιάζει στον βρετανικό δείκτη FTSE 100 —λόγω της έκθεσής του σε εταιρείες όπως η Shell και η Rio Tinto— έναντι του βιομηχανικού γερμανικού DAX.

Ο τραπεζικός κλάδος κατατάσσεται τρίτος σε αποδόσεις φέτος, με «οδηγούς» τις HSBC Holdings, Banco Santander και BNP Paribas. Παραδόξως, ο ενεργοβόρος ευρωπαϊκός δείκτης χημικών (Stoxx 600) κατέγραψε άνοδο 16%, ευνοημένος από τα λειτουργικά προβλήματα που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν στους ανταγωνιστές του Περσικού Κόλπου.

Ωστόσο, η βιομηχανία δομικών υλικών, όπως η Cie. de Saint-Gobain, αντιμετωπίζει ισχυρές προκλήσεις. Η παραγωγή ενεργοβόρων υλικών, όπως το γυαλί και η μόνωση, εκθέτει τις εταιρείες σε αυξημένα κόστη, ενώ οι ανατιμήσεις «φρενάρουν» τη ζήτηση στον κατασκευαστικό κλάδο, σύμφωνα με το Bloomberg. Στο ίδιο μήκος κύματος, η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία δέχεται πλήγμα από τον ενεργειακό πληθωρισμό. Η μετοχή της Stellantis, με ισχυρή έκθεση στους κινητήρες βενζίνης, καταγράφει μία από τις χειρότερες αποδόσεις του έτους.

Στον τομέα των μεταφορών, ναυτιλιακοί όμιλοι όπως η AP Moller-Maersk και η Frontline θωράκισαν την κερδοφορία τους μέσω των αυξημένων ναύλων (λόγω συμφορήσεων), καθιστώντας τις μετοχές τους κορυφαίες επιλογές. Στον αντίποδα, οι αεροπορικές εταιρείες απορρόφησαν αρχικά το κόστος των καυσίμων, ανακάμπτοντας στη συνέχεια χάρη στις ελπίδες για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Εντούτοις, το δεύτερο εξάμηνο κρίνεται επισφαλές, με τη Ryanair Holdings, βασικό δείκτη του κλάδου,  να υποβαθμίζει τον στόχο επιβατικής κίνησης λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας, όπως επισημαίνει το Bloomberg.

Διαβάστε ακόμη