Τέσσερα μέτωπα ασκούν πλέον ταυτόχρονη πίεση στην ευρωπαϊκή και την ελληνική βιομηχανία πλαστικών: το υψηλό ενεργειακό κόστος, η μεταβλητότητα στις πρώτες ύλες, το αυξανόμενο κόστος συμμόρφωσης και ο άνισος ανταγωνισμός από τρίτες χώρες. Για τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος, η εικόνα αυτή δεν περιγράφει απλώς μια δύσκολη συγκυρία, αλλά ένα σημείο καμπής για έναν κλάδο που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα σε διαδοχικές κρίσεις, χωρίς όμως να μπορεί να στηρίζει επ’ αόριστον την ανταγωνιστικότητά του μόνο στην προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων.

Η προειδοποίηση αποκτά μεγαλύτερο βάρος από τα στοιχεία της Plastics Europe, που δείχνουν ότι η συνολική παραγωγή πλαστικών στην Ευρώπη μειώθηκε από 62,3 εκατ. τόνους το 2018 σε 54,9 εκατ. τόνους το 2024, καταγράφοντας απώλειες σχεδόν 12% μέσα σε έξι χρόνια. Την ίδια ώρα, ο ρυθμός ανάπτυξης των κυκλικών πλαστικών επιβραδύνθηκε από 13,6% το 2022 σε μόλις 1,2% το 2024. Για τον ΣΒΠΕ, τα μεγέθη αυτά λειτουργούν ως προειδοποίηση ότι η πράσινη μετάβαση, εάν δεν συνοδευτεί από όρους ανταγωνιστικότητας, μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ευρωπαϊκής παραγωγής και όχι σε πραγματική περιβαλλοντική πρόοδο.

Η «διαρκής προσαρμογή» δεν αρκεί

Η ελληνική βιομηχανία πλαστικών εμφανίζεται στο υλικό του Συνδέσμου ως ένας κλάδος που εξακολουθεί να αντέχει, αλλά με ολοένα πιο περιορισμένα περιθώρια. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις και, πιο πρόσφατα, η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή έχουν μετατρέψει την αβεβαιότητα σε μόνιμη συνθήκη λειτουργίας.

Όπως ανέφερε σε δημοσιογραφική ενημέρωση ο πρόεδρος του ΣΒΠΕ, Παναγιώτης Γεροντόπουλος «η ελληνική βιομηχανία πλαστικών δραστηριοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια σε ένα περιβάλλον διαρκών αναταράξεων». Περιγράφει έναν κλάδο που έχει μάθει να λειτουργεί με ευελιξία, διατηρώντας την παραγωγή, τις εξαγωγές και την τροφοδοσία κρίσιμων κλάδων της οικονομίας. Προσθέτει, όμως, ότι «η δυνατότητα αυτή δεν είναι ανεξάντλητη» και ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται σε κάθε νέα κρίση.

Από όλα τα ζητήματα που θέτει ο ΣΒΠΕ, το ενεργειακό κόστος αναδεικνύεται ως ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει σήμερα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας πλαστικών. Πρόκειται για έναν κλάδο με υψηλή ενεργειακή ένταση, καθώς τόσο η μεταποίηση πλαστικών προϊόντων όσο και η ανακύκλωση απαιτούν σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, κάθε αύξηση στο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται άμεσα στο κόστος παραγωγής, περιορίζει τα περιθώρια κέρδους, δυσχεραίνει τον προγραμματισμό νέων επενδύσεων και αποδυναμώνει τη θέση των ελληνικών επιχειρήσεων απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΒΠΕ επαναφέρει με έμφαση το αίτημά του για την ένταξη των ΚΑΔ 22 (κατασκευή προϊόντων από πλαστικό) και 38 (δραστηριότητες ανακύκλωσης) στα μέτρα στήριξης για το υψηλό ενεργειακό κόστος και ειδικότερα στο καθεστώς αντιστάθμισης του κόστους έμμεσων εκπομπών. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, ο αποκλεισμός των δύο αυτών κλάδων δημιουργεί μια εμφανή αντίφαση στη δημόσια πολιτική: από τη μία πλευρά η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα θέτουν ολοένα υψηλότερους στόχους για την κυκλική οικονομία, την αύξηση του ανακυκλωμένου περιεχομένου και την αξιοποίηση δευτερογενών πρώτων υλών, από την άλλη όμως δεν παρέχουν αντίστοιχη στήριξη στις επιχειρήσεις που καλούνται να υλοποιήσουν στην πράξη αυτούς τους στόχους.

Ο ΣΒΠΕ υποστηρίζει ότι η ανακύκλωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και ως παραγωγική δραστηριότητα που απαιτεί ανταγωνιστικούς όρους λειτουργίας. Όπως επισημαίνει, η διατήρηση ενός βιώσιμου ενεργειακού πλαισίου αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε οι επιχειρήσεις να συνεχίσουν να επενδύουν σε νέες μονάδες, τεχνολογίες ανακύκλωσης, παραγωγή ανακυκλωμένων πρώτων υλών και συμμόρφωση με τις νέες ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Διαφορετικά, προειδοποιεί, αυξάνεται ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί η εγχώρια και ευρωπαϊκή παραγωγική βάση σε μια περίοδο που η Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει την κυκλικότητα των υλικών και να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενες πρώτες ύλες.

Ισότιμοι όροι ή αποβιομηχάνιση

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι ο διεθνής ανταγωνισμός. Ο ΣΒΠΕ υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν με αυστηρούς κανόνες, επενδύουν σε τεχνολογίες, ανακυκλωμένο περιεχόμενο, ιχνηλασιμότητα και συμμόρφωση, αλλά καλούνται να ανταγωνιστούν εισαγόμενα προϊόντα από τρίτες χώρες, χωρίς να είναι πάντα βέβαιο ότι αυτά παράγονται με τις ίδιες περιβαλλοντικές και ποιοτικές προδιαγραφές.

Η Λένα Μπέλση, μέλος του Δ.Σ. του ΣΒΠΕ, θέτει το ζήτημα με ιδιαίτερα σαφή τρόπο, επισημαίνοντας ότι υπάρχει «μεγάλος κίνδυνος greenwashing εισαγόμενων προϊόντων από Τρίτες Χώρες», ειδικά όταν η ιχνηλασιμότητα των υλικών είναι δύσκολη και οι έλεγχοι στην ελληνική αγορά κρίνονται ανεπαρκείς. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό, αλλά και βιομηχανικό: οι εταιρείες που επενδύουν πραγματικά σε τεχνολογία και συμμόρφωση κινδυνεύουν να βρεθούν σε μειονεκτική θέση απέναντι σε φθηνότερα προϊόντα με μη επαρκώς επαληθευμένους ισχυρισμούς.

Το κόστος της νέας νομοθεσίας

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η παρέμβαση του αντιπροέδρου του ΣΒΠΕ, Στέλιου Κακουλίδη, ο οποίος μεταφέρει το κλίμα από τη Γενική Συνέλευση της EuPC. Όπως αναφέρει, «η ευρωπαϊκή βιομηχανία χάνει ανταγωνιστικότητα με ανησυχητικό ρυθμό», καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος και η πίεση από το κανονιστικό περιβάλλον επιβαρύνουν έντονα τους μεταποιητές.

Ο ίδιος συνδέει το πρόβλημα με τις νέες ρυθμιστικές πρωτοβουλίες, από τον PPWR έως τα μέτρα για τα μικροπλαστικά και τις αυξημένες απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας και ανταλλαγής δεδομένων σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Η αγορά, όπως σημειώνει, δεν είναι ακόμη έτοιμη να απορροφήσει αυτό το κόστος, ιδίως όταν δεν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση για όλους.

Από το «λιγότερο πλαστικό» στη σωστή διαχείριση

Παράλληλα, ο ΣΒΠΕ επιχειρεί να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση από τις οριζόντιες απαγορεύσεις στη συνολική αξιολόγηση του κύκλου ζωής των υλικών. Επικαλείται μελέτη της McKinsey σύμφωνα με την οποία, σε 13 από τις 14 εφαρμογές που εξετάστηκαν, τα πλαστικά εμφανίζουν χαμηλότερο συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα από εναλλακτικά υλικά, με μειώσεις εκπομπών από 10% έως 90%. Αντίστοιχα, μελέτη του 2024 από τα Πανεπιστήμια Cambridge, Sheffield και KTH καταλήγει ότι η αντικατάσταση των πλαστικών από άλλα υλικά οδηγεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε υψηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Το μήνυμα είναι ότι η πολιτική για τα πλαστικά πρέπει να στηρίζεται σε Life Cycle Assessment και όχι σε γενικές απαγορεύσεις. Για τον Σύνδεσμο, το ζητούμενο δεν είναι η άκριτη υπεράσπιση του πλαστικού, αλλά η ορθολογική χρήση, η ανακύκλωση, η πιστοποίηση, η ιχνηλασιμότητα και η πραγματική μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.

Ανακύκλωση, PET και εκπαίδευση

Στο πεδίο της κυκλικής οικονομίας, ο ΣΒΠΕ δίνει έμφαση σε τρεις πρακτικές κατευθύνσεις: καλύτερο πλαίσιο πιστοποίησης του ανακυκλωμένου περιεχομένου, περισσότερη διαφάνεια στην αλυσίδα ανακύκλωσης και περιβαλλοντική εκπαίδευση από τις μικρές ηλικίες.

Ο Σύνδεσμος έχει καταθέσει πρόταση στον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης για αξιόπιστο πλαίσιο πιστοποίησης του ανακυκλωμένου περιεχομένου στις φιάλες PET, ενώ έχει προτείνει στο υπουργείο Παιδείας την ένταξη νέου γνωστικού αντικειμένου στα Δημοτικά Σχολεία για την ανακύκλωση, την περιβαλλοντική διαχείριση και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Η διεθνής διάσταση της ρύπανσης

Ο ΣΒΠΕ θέτει και τη διεθνή διάσταση της θαλάσσιας πλαστικής ρύπανσης. Επικαλείται μελέτη του Helmholtz Centre for Environmental Research, σύμφωνα με την οποία 88%-95% των πλαστικών που μεταφέρονται από ποτάμια προς τους ωκεανούς προέρχεται από μόλις δέκα μεγάλα ποτάμια, κυρίως στην Ασία και την Αφρική. Από αυτή τη διαπίστωση αντλεί το επιχείρημα ότι οι πολιτικές πρέπει να στοχεύουν στις περιοχές όπου παράγεται το μεγαλύτερο φορτίο ρύπανσης, με ενίσχυση της διαχείρισης απορριμμάτων και όχι μόνο με περιορισμούς στην ευρωπαϊκή παραγωγή.

Το Plastainability2026 ως πολιτικό σήμα

Σε αυτή τη συγκυρία εντάσσεται και το Plastainability2026, που θα πραγματοποιηθεί στις 19 Οκτωβρίου 2026 στο ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, με γενικό τίτλο «Seeking a resilience strategy in an era of disruption». Το συνέδριο δεν παρουσιάζεται απλώς ως κλαδική εκδήλωση, αλλά ως σημείο συζήτησης για το μέλλον της παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Οι δύο βασικές θεματικές, «Deindustrialization or Reinvention? Securing the value chain amidst soaring costs» και «Boosting Recycling: Policies and Recommendations», αποτυπώνουν ακριβώς τη διπλή αγωνία του κλάδου: πώς θα παραμείνει παραγωγικά ζωντανή η ευρωπαϊκή βιομηχανία και πώς θα ενισχυθεί ουσιαστικά η ανακύκλωση, ώστε να αυξηθεί η διαθεσιμότητα ποιοτικών ανακυκλωμένων υλικών.

Το μήνυμα του ΣΒΠΕ είναι ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να στηριχθεί σε μια Ευρώπη που παράγει λιγότερο και εισάγει περισσότερο. Για τη βιομηχανία πλαστικών, το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι η αναδίπλωση από τους περιβαλλοντικούς στόχους, αλλά η επίτευξή τους με όρους παραγωγικής αντοχής: ανταγωνιστική ενέργεια, σταθερό κανονιστικό πλαίσιο, αξιόπιστοι έλεγχοι, πραγματική ιχνηλασιμότητα και ίσοι κανόνες για ευρωπαϊκά και εισαγόμενα προϊόντα. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι η Ευρώπη να εμφανίζει στα χαρτιά μικρότερο βιομηχανικό αποτύπωμα, έχοντας όμως μεταφέρει την παραγωγή, τις εκπομπές, τις επενδύσεις και τις θέσεις εργασίας εκτός των συνόρων της.

Διαβάστε ακόμη