Ο κύβος ερρίφθη. Ανοίγει σήμερα το βιβλίο προσφορών για την αύξηση κεφαλαίου της ΔΕΗ, γεγονός που σηματοδοτεί το ξεκίνημα της μεγαλύτερης αύξηση μετοχικού κεφαλαίου για το 2026 σε πανευρωπαϊκό πεδίο. Πρόκειται για άντληση κεφαλαίων ύψους 4 δισ. ευρώ από τη ΔΕΗ, η οποία καταγράφεται ως η μεγαλύτερη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στην Ευρώπη για το 2026 και συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες που έχουν πραγματοποιηθεί ιστορικά στην ελληνική αγορά.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μόνη συναλλαγή που προσεγγίζει φέτος το μέγεθος της ΔΕΗ είναι η δημόσια εγγραφή της τσεχικής CSG στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, μέσω της οποίας αντλήθηκαν 3,8 δισ. ευρώ. Εάν, μάλιστα, εξαιρεθούν οι ανακεφαλαιοποιήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών της περιόδου 2008–2010, οι μόνες κινήσεις μεγαλύτερης κλίμακας τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη ήταν η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Enel το 2009 ύψους 8 δισ. ευρώ, της Cellnex το 2021 ύψους 7 δισ. ευρώ και της Iberdrola το 2025 ύψους 5,5 δισ. ευρώ.
Με βάση τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία, η Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου της ΔΕΗ κατατάσσεται ως η τέταρτη μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί στην Ευρώπη από μη χρηματοπιστωτική εταιρεία. Παράλληλα, η συγκεκριμένη συναλλαγή παρουσιάζει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς την καθιστούν ξεχωριστή ακόμη και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Ο διευθύνων σύμβουλος του Euronext Athens, Γιάννος Κοντόπουλος, περιέγραψε ουσιαστικά την κίνηση ως ένα «re-IPO» για τη ΔΕΗ, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου εισηγμένη εταιρεία προσφεύγει στην αγορά για άντληση κεφαλαίων που αντιστοιχούν περίπου στο 60% της χρηματιστηριακής της αξίας.
Ο ίδιος ανέφερε επίσης ότι το 2022 οι συνολικές αντλήσεις κεφαλαίων μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, δημόσιων εγγραφών και ομολογιακών εκδόσεων στο ελληνικό χρηματιστήριο διαμορφώθηκαν κοντά στο 1 δισ. ευρώ. Το 2023 το ποσό αυτό πλησίασε τα 2 δισ. ευρώ, ενώ τόσο το 2024 όσο και το 2025 οι συνολικές αντλήσεις ξεπέρασαν το συγκεκριμένο επίπεδο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η νέα ΑΜΚ της ΔΕΗ, ύψους 4 δισ. ευρώ, αλλάζει αισθητά την κλίμακα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς, την ώρα που από τις αρχές του έτους έχουν ήδη αντληθεί περίπου 1 δισ. ευρώ μέσω κινήσεων όπως οι ΑΜΚ της CrediaBank και της Trastor, αλλά και μέσω εταιρικών ομολογιακών εκδόσεων, όπως εκείνες των Capital Clean Energy Carriers και Premia Properties.
Η ελληνική αγορά δεν είναι ρηχή και ότι μπορεί να σηκώσει μια τέτοια διάθεση μετοχών. Το 2021 είχαν προηγηθεί οι πολύ σημαντικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς (1,38 δισ. ευρώ) και της ΔΕΗ (1,35 δισ. ευρώ). Συνολικά τη χρονιά εκείνη οι ελληνικές εισηγμένες είχαν αντλήσει 3,5 δισ. ευρώ σε αυξήσεις μ.κ. και ομολογιακές εκδόσεις και ήταν καλύτερη χρονιά από το 2007, αν εξαιρεθούν οι υποχρεωτικές ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών της περιόδου 2012-2015.
ΔΕΗ: Η μετοχή και η εμπιστοσύνη των επενδυτών
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδουν οι αναλυτές και οι χρηματιστηριακοί κύκλοι στο γεγονός ότι η μετοχή της ΔΕΗ όχι μόνο δεν πιέστηκε μετά την ανακοίνωση της Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου, αλλά κινήθηκε ανοδικά. Πρόκειται για μια εξέλιξη που η αγορά ερμηνεύει ως ένδειξη ισχυρής εμπιστοσύνης των επενδυτών απέναντι στο επενδυτικό σχέδιο και τις προοπτικές του ομίλου.
Συνήθως, σε τόσο μεγάλες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου παρατηρούνται πιέσεις στη μετοχή, καθώς αρκετοί επενδυτές επιλέγουν να ρευστοποιήσουν θέσεις, προεξοφλώντας ότι η διάθεση των νέων μετοχών θα πραγματοποιηθεί με discount σε σχέση με την τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή.
Στην περίπτωση της ΔΕΗ, ωστόσο, η εικόνα ήταν διαφορετική. Η μετοχή κινήθηκε ανοδικά μετά την ανακοίνωση της συναλλαγής, καθώς από τα 18,63 ευρώ όπου βρισκόταν την προηγούμενη ημέρα της ανακοίνωσης, έκλεισε στα 19,75 ευρώ την περασμένη Παρασκευή, ενώ στο μεσοδιάστημα είχε καταγράψει ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Καθοριστικό παράγοντα για την τελική αποτίμηση της επιτυχίας της Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου της ΔΕΗ θεωρεί η αγορά το ύψος του discount με το οποίο θα διατεθούν οι νέες μετοχές σε σχέση με την τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή. Όσο μικρότερη είναι η απόκλιση από την τιμή της αγοράς, τόσο ισχυρότερο θεωρείται το μήνυμα εμπιστοσύνης των επενδυτών προς την εταιρεία και το επενδυτικό της σχέδιο.
Σύμφωνα με χρηματιστηριακές πηγές, έκπτωση της τάξης του 3% έως 5% θα εκληφθεί ως ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για τα δεδομένα μιας τόσο μεγάλης συναλλαγής. Η τελική τιμή διάθεσης, πάντως, θα καθοριστεί μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου προσφορών, όταν θα έχει αποτυπωθεί πλήρως το επίπεδο της ζήτησης από τους επενδυτές.
Την ίδια ώρα, η αγορά αξιολογεί ως κρίσιμο στοιχείο τη στάση των βασικών μετόχων. Το Ελληνικό Δημόσιο έχει διαμηνύσει την πρόθεσή του να διατηρήσει τη συμμετοχή του, ενώ η CVC Capital Partners φέρεται όχι μόνο να στηρίζει την αύξηση, αλλά και να εξετάζει περαιτέρω ενίσχυση της θέσης της στη ΔΕΗ. Εφόσον η συμμετοχή της κινηθεί στο ύψος της δέσμευσης που έχει αναφερθεί στην αγορά, δηλαδή περίπου 1,2 δισ. ευρώ, τότε το ποσοστό της ενδέχεται να διπλασιαστεί, από περίπου 10% σε 20%.
Υπό αυτά τα δεδομένα, αρκετοί παράγοντες της αγοράς θεωρούν πιθανό όχι μόνο το ενδεχόμενο ισχυρής υπερκάλυψης της ΑΜΚ, αλλά ακόμη και την άντληση κεφαλαίων υψηλότερων από τον αρχικό στόχο των 4 δισ. ευρώ, εφόσον η ζήτηση από τους επενδυτές κινηθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, οι μέχρι στιγμής επαφές με επενδυτές και τα αρχικά indications interest που έχουν καταγραφεί μετά την ανακοίνωση της Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου της ΔΕΗ παραπέμπουν σε συνολική ζήτηση που θα μπορούσε να κινηθεί ακόμη και στην περιοχή των 9-10 δισ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, η διοίκηση της εταιρείας εμφανίζεται συγκρατημένη ως προς το ενδεχόμενο σημαντικής υπέρβασης του αρχικού στόχου άντλησης κεφαλαίων.
Πηγές με γνώση της διαδικασίας αναφέρουν ότι, ακόμη και αν τελικά αποφασιστεί η άντληση πρόσθετων κεφαλαίων, το επιπλέον ποσό δύσκολα θα ξεπεράσει τα 200 έως 300 εκατ. ευρώ πάνω από τον αρχικό σχεδιασμό. Άλλωστε, η ΔΕΗ έχει ήδη διαμορφώσει το χρηματοδοτικό σχήμα για το επενδυτικό πρόγραμμα της περιόδου 2026–2032, ύψους 24,2 δισ. ευρώ, στο οποίο θα κατευθυνθούν τα κεφάλαια της ΑΜΚ, έχοντας «κλειδώσει» και τις υπόλοιπες πηγές χρηματοδότησης μέσω ελεύθερων ταμειακών ροών και τραπεζικού δανεισμού.
Την ίδια στιγμή, παραμένουν ανοιχτές ορισμένες κρίσιμες τεχνικές παράμετροι της συναλλαγής. Μεταξύ άλλων, δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί εάν και σε ποιο βαθμό θα αξιοποιηθούν οι ίδιες μετοχές που διατηρεί η εταιρεία, οι οποίες ανέρχονται σε 22,86 εκατ. τεμάχια. Παράλληλα, εκκρεμεί η τελική κατανομή των μετοχών μεταξύ της δημόσιας προσφοράς στην ελληνική αγορά και της ιδιωτικής τοποθέτησης προς ξένους θεσμικούς επενδυτές.
Θεωρείται πάντως βέβαιο ότι μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής θα εισέλθουν νέα ισχυρά χαρτοφυλάκια στο μετοχολόγιο της ΔΕΗ, δίπλα στο Ελληνικό Δημόσιο και τη CVC Capital Partners. Σύμφωνα με πληροφορίες, στόχος της διοίκησης είναι η διεύρυνση της επενδυτικής βάσης να πραγματοποιηθεί με τρόπο που θα περιορίζει όσο το δυνατόν περισσότερο το dilution για τους υφιστάμενους μετόχους.
Παράλληλα, τόσο στη δημόσια προσφορά όσο και στην ιδιωτική τοποθέτηση προβλέπεται δυνατότητα εφαρμογής μηχανισμού προνομιακής κατανομής, με κριτήρια που όπως αναφέρεται στην Ειδική Έκθεση σχετίζονται με την επενδυτική συμπεριφορά, τον χρονικό ορίζοντα τοποθέτησης, τη συναλλακτική δραστηριότητα, την έγκαιρη εκδήλωση ενδιαφέροντος και τη συνολική «αφοσίωση» προς την εταιρεία.
Οι όροι αυτοί, σε συνδυασμό με το έντονο ενδιαφέρον που φέρεται να έχουν εκδηλώσει μεγάλοι διεθνείς θεσμικοί επενδυτές με παρουσία κυρίως σε ώριμες αγορές, ενισχύουν τις εκτιμήσεις ότι η νέα μετοχική σύνθεση θα αποκτήσει αυξημένο διεθνές αποτύπωμα, υποστηρίζοντας τη στρατηγική διεθνοποίησης της ΔΕΗ και τον μετασχηματισμό της σε έναν ευρύτερο Powertech όμιλο.
Πέρα από τη γιγάντωση του Ομίλου, οι επενδύσεις θα εξασφαλίσουν στη ΔΕΗ επιχειρηματική και τεχνολογική διαφοροποίηση και επομένως πρόσθετη ανθεκτικότητα. Παράλληλα, θα συμβάλει στην ακόμη μεγαλύτερη εξωστρέφειά της, καθώς θα ενισχυθεί το «αποτύπωμά» της σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, όπου ο Όμιλος έχει ήδη παρουσία, ενώ παράλληλα προγραμματίζεται η είσοδος και σε Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία.
Mega data center στην Κοζάνη
Κεντρικό ρόλο στο νέο αναπτυξιακό αφήγημα της ΔΕΗ διαδραματίζει το σχέδιο δημιουργίας mega data center ισχύος 300 MW στην Κοζάνη, μια επένδυση ύψους 1,2 δισ. ευρώ που προχωρά παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις με διεθνείς hyperscalers. Σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, οι σχετικές συζητήσεις αναμένεται να ολοκληρωθούν μέσα στους επόμενους τρεις έως τέσσερις μήνες, ώστε η επένδυση να εισέλθει σε φάση υλοποίησης εντός του 2026.
Στο μεταξύ, η επιχείρηση έχει ήδη ξεκινήσει νέο κύκλο διαβούλευσης με την αγορά για τον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό που θα υποστηρίξει την τροφοδοσία της εγκατάστασης, μετά την προηγούμενη διαδικασία που αφορούσε τον μηχανολογικό εξοπλισμό. Η κίνηση αυτή αναδεικνύει και ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της Δυτικής Μακεδονίας για την ανάπτυξη υποδομών data centers: το ισχυρό ηλεκτρικό δίκτυο που δημιουργήθηκε επί δεκαετίες για τη μεταφορά της παραγωγής από τις λιγνιτικές μονάδες της περιοχής προς το υπόλοιπο σύστημα της χώρας.
Παράλληλα, τα τεχνικά στοιχεία της διαβούλευσης αποτυπώνουν και τη δεύτερη φάση ανάπτυξης του project, καθώς προβλέπεται δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης της εγκατάστασης έως το 1 GW, επιβεβαιώνοντας τον στρατηγικό χαρακτήρα της επένδυσης.
Το mega data center προγραμματίζεται να αναπτυχθεί στους χώρους απόθεσης λιγνίτη του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, σε μια περίοδο κατά την οποία η λιγνιτική δραστηριότητα στη Δυτική Μακεδονία περνά οριστικά στο τέλος της. Ο σταθμός αποσύρθηκε επισήμως στις 15 Μαΐου, μετά την ολοκλήρωση της περιόδου τηλεθέρμανσης και την παύση λειτουργίας των τελευταίων τριών μονάδων που παρέμεναν ενεργές. Πλέον, σε λειτουργία παραμένει μόνο η Πτολεμαΐδα 5, η οποία αναμένεται ουσιαστικά να σταματήσει την κανονική λειτουργία της στο τέλος του έτους, διατηρούμενη σε καθεστώς ψυχρής εφεδρείας έως το τέλος του επόμενου Μαρτίου.
Νέο ενεργειακό χαρτοφυλάκιο σε Ελλάδα και εξωτερικό
Τη θέση του λιγνιτικού χαρτοφυλακίου αναλαμβάνει πλέον ένα νέο μείγμα παραγωγής που βασίζεται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και στις μονάδες ευέλικτης ισχύος. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται έργα φυσικού αερίου, συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες και αντλησιοταμιευτικά έργα, τα οποία αποτελούν βασικούς πυλώνες του νέου στρατηγικού σχεδιασμού του ομίλου.
Με βάση το νέο business plan της ΔΕΗ για την περίοδο 2026–2032, το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων, δηλαδή το 61% των συνολικών κεφαλαίων ύψους 24,2 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί στις ΑΠΕ, με στόχο το πράσινο χαρτοφυλάκιο να φτάσει τα 18,8 GW εγκατεστημένης ισχύος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην αποθήκευση ενέργειας, όπου θα κατευθυνθεί περίπου το 7% του επενδυτικού προγράμματος, ενώ επιπλέον 9% προβλέπεται για υδροηλεκτρικά και αντλησιοταμιευτικά έργα. Στις μονάδες φυσικού αερίου θα κατευθυνθεί το 13% των συνολικών επενδύσεων, καθώς η εταιρεία επιδιώκει να διασφαλίσει την αναγκαία ευελιξία του συστήματος κατά τη μετάβαση σε ένα ενεργειακό μοντέλο υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ.
Παράλληλα, σημαντικό επενδυτικό βάρος δίνεται και στα δίκτυα διανομής, τα οποία απορροφούν περίπου το 19% του συνολικού CAPEX, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρουμανία. Τα data centers, από την άλλη πλευρά, αποκτούν πλέον διακριτή θέση στο επενδυτικό πλάνο, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 5% του συνολικού προγράμματος επενδύσεων.
Διαβάστε ακόμη
