Τον «κώδωνα του κινδύνου» για δυσβάσταχτη αύξηση στα κόστη που συνδέονται με τις εκπομπές CO2 κρούουν με επιστολή τους προς την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, 60 εταιρείες και σύνδεσμοι από ενεργοβόρες βιομηχανίες της ΕΕ, την οποία υπογράφουν -μεταξύ πολλών άλλων- ο Εκτελεστικός Πρόεδρος της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ Λευκόλιθοι, Γεράσιμος Δρακάτος και ο ομόλογός του από τους Ελληνικούς Λευκόλιθους, Δημήτρης Πορτόλος. Η επιστολή προειδοποιεί για τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχουν οι εξεταζόμενες αλλαγές στα λεγόμενα benchmarks που διέπουν το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Ρύπων της ΕΕ (ΕU ETS). Αλλαγές που σύμφωνα με τις εταιρείες επηρεάζουν επί το αρνητικότερο τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών ρύπων που λαμβάνουν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες της  Ευρώπης επιβαρύνοντας το ενεργειακό τους κόστος, τη στιγμή που η Κομισιόν φέρεται να δίνει αυξημένη έμφαση  στην ανταγωνιστικότητα του κλάδου, προτείνοντας -όπως έχει γράψει το energygame- σημαντικές βελτιωτικές κινήσεις στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων CISAF. Όπως υπογραμμίζεται στην επιστολή, «τα επιπρόσθετα κόστη που συνεπάγεται το εξεταζόμενο «σφίξιμο» των benchmarks  για το ETS για την περίοδο 2026-2030 απειλεί να εξουδετερώσει την όποια θετική επίδραση στο ενεργειακό κόστος από τα σχήματα κρατικής στήριξης, είτε μιλάμε για την έμμεση αποζημίωση του κόστους CO2 (αντιστάθμιση) είτε  για το CISAF».

Τι διακυβεύεται για το κόστος CO2 των ενεργοβόρων βιομηχανιών

Η προειδοποίηση για το υψηλό κόστος CO2 αφορά στην αναθεώρηση των benchmarks  του ETS για την περίοδο 2026-2030, δηλαδή τις τιμές αναφοράς εκπομπών CO2 ανά προϊόν (π.χ. χάλυβας, τσιμέντο, αλουμίνιο,λιπάσματα), καθώς και των λεγόμενων fallback benchmarks που είναι ένας εναλλακτικός μηχανισμός κατανομής δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών για εγκαταστάσεις που δεν μπορούν να ενταχθούν στα κύρια benchmarks  ανά προϊόν του Συστήματος. Οι τιμές αναφοράς όπως προαναφέρθηκε  συνδέονται άμεσα με τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων στο Χρηματιστήριο Ρύπων της ΕΕ, αλλά και με τον Μηχανισμό Διασυνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα CBAM. Όσο πιο αποδοτική είναι μια παραγωγική μονάδα σε σχέση με το benchmark τόσο λιγότερο κόστος έχει. Στο πλαίσιο της ευρύτερης αναθεώρησης του ETS (με την σχετική πρόταση της Κομισιόν να αναμένεται τον Ιούλιο), οι Βρυξέλλες φαίνεται να κινούνται προς μια κατεύθυνση αυστηροποίησης των benchmarks -που συνεπάγεται διανομή λιγότερων δωρεάν δικαιωμάτων-  προκειμένου να εξωθήσουν τις εταιρείες να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα χρησιμοποιώντας πιο καθαρές βιομηχανικές διεργασίες, καθαρότερα καύσιμα και τεχνολογίες όπως τη δέσμευση CO2. Οι κλάδοι της ενεργοβόρου βιομηχανίας από την πλευρά τους αντιτείνουν ότι η αναθεώρηση των benchmarks πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά και ρεαλιστικά δεδομένα, ειδάλλως είναι ορατός ο κίνδυνος η διαδικασία να οδηγήσει σε τιμές αναφοράς χαμηλότερες από τα εφικτά επίπεδα εκπομπών στη βάση των διαθέσιμων τεχνολογιών. Όπως τονίζεται στην επιστολή, «Τα benchmarks πρέπει να δίνουν κίνητρα για τη μείωση των εκπομπών CO2 και όχι να λειτουργούν ως τιμωρητικό εργαλείο για τις βιομηχανίες που δεν έχουν την τεχνική και οικονομική δυνατότητα να τα επιτύχουν». Οι εταιρείες και οι φορείς ζητούν από την Επιτροπή είτε να διατηρήσει τα benchmarks στα επίπεδα του 2025 είτε να εφαρμόσει το ελάχιστο ποσοστό αναθεώρησης, όπως προβλέπεται στη σχετική οδηγία για τα ETS.

Η αναθεώρηση των benchmarks έχει αναδειχθεί σε κρίσιμο θέμα για την ενεργοβόρο βιομηχανία της ΕΕ καθώς οι επιχειρήσεις του κλάδου αντιμετωπίζουν εντεινόμενη πίεση από το υψηλό ενεργειακό κόστος, τον διεθνή ανταγωνισμό και την σταδιακή μείωση -με προοπτική μηδενισμού έως το 2034- των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών CO2 για τους κλάδους που καλύπτονται από το CBAM (χάλυβας, τσιμέντο, αλουμίνιο, λιπάσματα κ.α.). Οι Βρυξέλλες κινούνται προς την κατεύθυνση της σύσφιξης των benchmarks ενώ η ενεργοβόρος βιομηχανία ζητά χρονική επέκταση των δωρεάν δικαιωμάτων, κάνοντας λόγο για υπαρξιακό ζήτημα.

“Ναι” Κομισιόν για τα σχήματα στήριξης των ενεργοβόρων βιομηχανιών σε Γερμανία, Βουλγαρία και Σλοβενία

Παράλληλα με την κινητικότητα για το ETS, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε χθες (Πέμπτη 16 Απριλίου) σχήματα κρατικών ενισχύσεων με σκοπό την παροχή προσωρινής ελάφρυνσης -έως το 2028-  των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε ενεργοβόρες επιχειρήσεις στη Βουλγαρία, τη Γερμανία και τη Σλοβενία. Τα καθεστώτα εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του πλαισίου κρατικών ενισχύσεων του CISAF που ενέκρινε η Επιτροπή στις 25 Ιουνίου 2025, με τον προϋπολογισμό των προγραμμάτων να ανέρχεται σε 3,8 δις. ευρώ για τη Γερμανία, σε 334 εκατ. ευρώ για τη Βουλγαρία και σε 90 εκατ ευρώ για τη Σλοβενία.  Όπως τονίζεται στην σχετική ανακοίνωση, στις 13 Απριλίου η Επιτροπή ξεκίνησε διαβούλευση με τις χώρες-μέλη για ένα Προσωρινό Πλαίσιο Ενισχύσεων για την αντιμετώπιση των παρενεργειών στις τιμές ενέργειας από την κρίση στη Μέση Ανατολή, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του CISAF, με πηγές της εγχώριας βιομηχανίας να επιχειρηματολογούν υπέρ της αξιοποίησης του ενισχυμένου και πιο ευέλικτου σχήματος.

Πώς τοποθετείται το ΥΠΕΝ

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις, ιδίως όσον αφορά τη στήριξη των ενεργοβόρων επιχειρήσεων της γειτονικής Βουλγαρίας, πηγές του ΥΠΕΝ επισημαίνουν ότι σύμφωνα με πρόσφατες ανακοινώσεις της κυβέρνησης της Σόφιας, το κράτος θα επιδοτεί το 50% της τιμής όταν αυτή υπερβαίνει τα 63 €/MWh. Από την αρχή του έτους, η μεσοσταθμική χονδρική τιμή ηλεκτρισμού στη Βουλγαρία διαμορφώνεται στα 115 ευρώ ανά MWh.  Αν μείνει εκεί η τιμή, τότε η επιδότηση θα είναι περίπου 26 ευρώ ανά MWh. Σύμφωνα με το CISAF το 50% της ενίσχυσης που λαμβάνει μια επιχείρηση πρέπει να επενδυθεί σε έργα ΑΠΕ, αποθήκευσης, εξηλεκτρισμού, κτλ.  Συνεπώς  μόνο τα 13 ευρώ ανά Mεγαβατώρα είναι καθαρή επιδότηση και τα  υπόλοιπα 13 ευρώ /MWh θα πρέπει να αντιστοιχούν σε νέες επενδύσεις.  Για ένα σχήμα με προϋπολογισμό 334 εκατ. ευρώ οι δικαιούχοι θα πρέπει να κάνουν επενδύσεις 167 εκατ. ευρώ. (50% του 334 εκατ. €).

Σημειωτέον σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές ότι η Βουλγαρία δε δίνει τίποτα για την αντιστάθμιση του κόστους CO2, ενώ στην  Ελλάδα, ο αυξημένος συντελεστής CO2 που πέτυχε η κυβέρνηση μετά από διαπραγμάτευση με την Κομισιόν οδηγεί σε μια μέση επιδότηση περίπου 48 ευρώ/MWh για τις επιλέξιμες ενεργοβόρες βιομηχανίες  (o ακριβής αριθμός εξαρτάται από την τιμή των ρύπων, από την παραγωγή της κάθε βιομηχανίας, κτλ.). Η επιδότηση αυτή ισχύει  για πέντε χρόνια (έως το 2030) και δεν περιέχει υποχρέωση για επενδύσεις. Υπενθυμίζεται τέλος ότι η τιμή χονδρικής στο ελληνικό σύστημα ηλεκτρισμού  είναι 95 ευρώ/MWh έως τώρα για το 2026, διατηρείται δηλαδή σε ελεγχόμενα επίπεδα.

Διαβάστε ακόμη