Την ώρα που το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας θέλει να επιταχύνει την αδειοδότηση των έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ανοίγοντας τον δρόμο για ταχύτερη υλοποίηση επενδύσεων, αναδύεται ταυτόχρονα ένα κρίσιμο ερώτημα. Από τη μία πλευρά, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο εισάγει ένα νέο, συμπιεσμένο και πιο «ευέλικτο» σύστημα αδειοδοτικής ωρίμανσης. Από την άλλη, φορείς της αγοράς ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών, βλέπουν σημαντικά κενά στο κομμάτι της ανακύκλωσης και συγκεκριμένα των φωτοβολταϊκών πάνελ.
Ενδεικτική είναι η παρέμβαση των Συλλογικών Συστημάτων Εναλλακτικής Διαχείρισης (ΣΣΕΔ), η οποία έρχεται να αναδείξει μια λιγότερο ορατή αλλά κρίσιμη διάσταση: τη θεσμική ασυνέχεια μεταξύ της αδειοδότησης των έργων και της περιβαλλοντικής ευθύνης που απορρέει από τον κύκλο ζωής του εξοπλισμού τους. Στον πυρήνα της παρέμβασης βρίσκεται η διαπίστωση ότι το νέο σύστημα αδειοδότησης, παρότι αναδομεί πλήρως τη διαδικασία ωρίμανσης και σύνδεσης των έργων, δεν ενσωματώνει κανέναν ουσιαστικό μηχανισμό ελέγχου συμμόρφωσης με το καθεστώς εναλλακτικής διαχείρισης. Η απουσία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι τα φωτοβολταϊκά πλαίσια έχουν ήδη ενταχθεί, σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, στο καθεστώς των αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Κατά συνέπεια, η ανακύκλωση των φωτοβολταϊκών δεν αποτελεί μελλοντική ή δυνητική υποχρέωση, αλλά ήδη υφιστάμενο και δεσμευτικό κανόνα.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται, σύμφωνα με το ΣΣΕΔ, το κανονιστικό κενό: ενώ η νομοθεσία για τα απόβλητα προβλέπει σαφώς ότι ο παραγωγός ή εισαγωγέας φέρει την ευθύνη για τη συλλογή και επεξεργασία του εξοπλισμού στο τέλος του κύκλου ζωής του, το αδειοδοτικό σύστημα των ΑΠΕ δεν απαιτεί σε κανένα στάδιο την απόδειξη ότι ο εξοπλισμός που εγκαθίσταται προέρχεται από συμμορφούμενο υπόχρεο. Με άλλα λόγια, η διευρυμένη ευθύνη παραγωγού παραμένει τυπικά σε ισχύ, αλλά δεν ενεργοποιείται ως μηχανισμός πρόληψης κατά την είσοδο του προϊόντος στην αγορά.
Η πρακτική συνέπεια αυτής της ασυνέχειας είναι, κατά την ανάλυση του φορέα, διττή. Πρώτον, δημιουργείται ο κίνδυνος να εγκαθίστανται φωτοβολταϊκά πλαίσια χωρίς να έχει εξασφαλιστεί εκ των προτέρων ότι θα ανακυκλωθούν νόμιμα στο τέλος της ζωής τους, γεγονός που μεταθέτει το περιβαλλοντικό κόστος στο μέλλον. Δεύτερον, υπονομεύεται η ίδια η αρχή της κυκλικής οικονομίας, καθώς το κόστος διαχείρισης των αποβλήτων δεν κατανέμεται εγκαίρως στους υπόχρεους παραγωγούς, αλλά ενδέχεται να μετακυλιστεί είτε στους τελικούς χρήστες είτε στο Δημόσιο. Υπό αυτή την έννοια, το ΣΣΕΔ θέτει ευθέως το ερώτημα της ουσιαστικής βιωσιμότητας των «πράσινων» επενδύσεων, όταν δεν διασφαλίζεται η περιβαλλοντική τους ολοκλήρωση.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στη διάσταση της διοικητικής πρακτικής. Όπως επισημαίνεται, μέχρι σήμερα η περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων ΑΠΕ συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από ρήτρα εναλλακτικής διαχείρισης, η οποία προβλέπει ότι ο εξοπλισμός θα απομακρυνθεί και θα τύχει της προβλεπόμενης επεξεργασίας όταν καταστεί απόβλητο. Ωστόσο, η ρήτρα αυτή παραμένει κατ’ ουσίαν δηλωτική, καθώς δεν συνοδεύεται από μηχανισμό ελέγχου ή επαλήθευσης. Το νέο νομοσχέδιο, αντί να ενισχύσει αυτή τη διάσταση, την παρακάμπτει πλήρως στο όνομα της επιτάχυνσης.
Οι προτάσεις
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το ΣΣΕΔ προτείνει: την ενσωμάτωση ελέγχου συμμόρφωσης με το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού ως στοιχείου πληρότητας του φακέλου σε συγκεκριμένα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Το πρώτο και κομβικό σημείο είναι η Οριστική Προσφορά Σύνδεσης, όπου το έργο αποκτά δεσμευτική σχέση με το δίκτυο. Στο στάδιο αυτό, προτείνεται να απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικών ότι ο παραγωγός του εξοπλισμού είναι εγγεγραμμένος στο σχετικό μητρώο και συμμετέχει σε εγκεκριμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης. Με τον τρόπο αυτό, ο έλεγχος μεταφέρεται στο σημείο όπου η επένδυση καθίσταται ουσιαστικά υλοποιήσιμη.
Αντίστοιχα, στο στάδιο της άδειας εγκατάστασης, κατά το οποίο επιτρέπεται η ενσωμάτωση του εξοπλισμού στο έργο, προτείνεται να εισαχθεί υποχρέωση υποβολής υπεύθυνης δήλωσης και συνοδευτικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν τη συμμόρφωση του προμηθευτή. Η υποχρέωση αυτή δεν μεταβάλλει την κατανομή της ευθύνης η οποία παραμένει στον παραγωγό, αλλά εισάγει μια στοιχειώδη υποχρέωση διοικητικής επιμέλειας για τον φορέα του έργου.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο στάδιο της ηλέκτρισης, δηλαδή της ενεργοποίησης της σύνδεσης, το οποίο αποτελεί το τελευταίο σημείο ελέγχου πριν από τη λειτουργία του έργου. Σε αυτό το στάδιο, μπορεί να διαπιστωθεί αν ο εγκατεστημένος εξοπλισμός αντιστοιχεί πράγματι σε εξοπλισμό που έχει διατεθεί νόμιμα στην αγορά. Η πρόβλεψη ενός τυποποιημένου ή ψηφιακού ελέγχου θεωρείται κρίσιμη, ιδίως στο πλαίσιο των ταχέων διαδικασιών που εισάγει το νομοσχέδιο.
Το πλέον κρίσιμο, ωστόσο, πεδίο εφαρμογής των προτάσεων αφορά τη ριζική ανανέωση (repowering) των φωτοβολταϊκών σταθμών. Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή συνεπάγεται συχνά την αντικατάσταση του συνόλου του εξοπλισμού, δημιουργείται άμεσα μεγάλος όγκος αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Η απουσία πρόβλεψης για σχέδιο διαχείρισης των αποξηλωμένων πάνελ και για έλεγχο συμμόρφωσης του νέου εξοπλισμού συνιστά, κατά το ΣΣΕΔ, σοβαρό έλλειμμα εσωτερικής συνέπειας του πλαισίου. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η ρητή υποχρέωση υποβολής σχεδίου διαχείρισης αποβλήτων και αποδεικτικών συμμόρφωσης στο συγκεκριμένο στάδιο.
Κρίσιμο στοιχείο της επιχειρηματολογίας είναι ότι οι προτεινόμενοι έλεγχοι δεν συνεπάγονται νέα γραφειοκρατική επιβάρυνση. Το θεσμικό υπόβαθρο υπάρχει ήδη, καθώς το σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης προβλέπει μητρώα παραγωγών και διαδικασίες καταγραφής. Συνεπώς, ο έλεγχος μπορεί να πραγματοποιείται είτε μέσω απλής προσκόμισης τυποποιημένων εγγράφων είτε, ιδανικά, μέσω διαλειτουργικών ψηφιακών συστημάτων. Με αυτό τον τρόπο, η συμμόρφωση ενσωματώνεται οργανικά στη διαδικασία, χωρίς να ανατρέπεται η φιλοσοφία της επιτάχυνσης.
Αλλαγές στην αγορά
Αυτή τη στιγμή πάντως η εν λόγω αγορά βρίσκεται σε φάση αναβρασμού. Τα μεγέθη να αποτυπώνουν ήδη την απόσταση μεταξύ της εκρηκτικής ανάπτυξης των εγκαταστάσεων και της οργάνωσης της διαχείρισης των αποβλήτων. Μέχρι σήμερα έχουν ανακυκλωθεί μόλις 500 τόνοι φωτοβολταϊκών πάνελ, την ώρα που στην αγορά εκτιμάται ότι έχουν ήδη τοποθετηθεί περίπου 650.000 μονάδες, ενώ έως το 2040 οι ποσότητες που θα φτάσουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους αναμένεται να αγγίξουν τους 330.000 τόνους. Ήδη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, περίπου 2.500 τόνοι πάνελ χρήζουν άμεσης διαχείρισης, γεγονός που καταδεικνύει ότι το σύστημα καλείται να προετοιμαστεί εκ των υστέρων για έναν όγκο αποβλήτων που θα αυξάνεται εκθετικά τα επόμενα χρόνια, σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ανακύκλωσης δεν είχε ενσωματωθεί στον αρχικό σχεδιασμό των επενδύσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η επικείμενη απόφαση του ΕΟΑΝ για τον καθορισμό ελάχιστης χρηματικής εισφοράς, με βάση σχετική μελέτη που εκπόνησε η PwC και η οποία αναμένεται να παρουσιαστεί στο Διοικητικό Συμβούλιο εντός των επόμενων εβδομάδων, προκειμένου να προσδιοριστεί ένα επίπεδο εισφοράς που θα καλύπτει το πραγματικό κόστος διαχείρισης και θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των συστημάτων.
Όπως τονίζουν πηγές στο energygame.gr, η ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης προέκυψε ήδη από το 2025, όταν στον Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης υποβλήθηκαν αιτήσεις για την έγκριση τριών νέων Συλλογικών Συστημάτων Εναλλακτικής Διαχείρισης φωτοβολταϊκών πλαισίων, καθώς και αίτημα αναπροσαρμογής της χρηματικής εισφοράς από τη ΦΩΤΟΚΥΚΛΩΣΗ Α.Ε., το μοναδικό εγκεκριμένο σύστημα έως τότε. Η αξιολόγηση των σχετικών τεχνικοοικονομικών μελετών ανέδειξε μια εικόνα έντονων αποκλίσεων, με το εκτιμώμενο κόστος διαχείρισης να κυμαίνεται μεταξύ 290 και 470 ευρώ ανά τόνο και τις προτεινόμενες εισφορές από 80 έως 338 ευρώ ανά τόνο, γεγονός που, σύμφωνα με τον Οργανισμό, δεν συνιστούσε απλώς τεχνική διαφοροποίηση, αλλά παράγοντα που απειλούσε τη διαφάνεια και τη συνολική αξιοπιστία του συστήματος.
Υπό αυτά τα δεδομένα, ο ΕΟΑΝ ανέθεσε στην PwC την εκπόνηση εξειδικευμένης μελέτης για τον προσδιορισμό ενός τεκμηριωμένου ελάχιστου επιπέδου εισφοράς, η οποία βασίστηκε σε συγκριτική χαρτογράφηση ευρωπαϊκών πρακτικών, σε συνεντεύξεις με το σύνολο των εμπλεκόμενων φορέων της αλυσίδας από τα συστήματα και τους μεταφορείς έως τις μονάδες επεξεργασίας, καθώς και σε ανάλυση σεναρίων για την εξέλιξη του κόστους υπό διαφορετικές ροές αποβλήτων. Καθοριστικό ρόλο στον υπολογισμό της εισφοράς διαδραματίζουν μεταβλητές όπως το ποσοστό συμμόρφωσης των υπόχρεων παραγωγών, οι ποσότητες που διατίθενται στην αγορά, το πραγματικό κόστος διαχείρισης και το ενδεχόμενο αναδρομικής επιβάρυνσης για ποσότητες προηγούμενων ετών. Με βάση τα ευρήματα αυτά, αναμένεται εντός του επόμενου διαστήματος η έγκριση ελάχιστης χρηματικής εισφοράς, εξέλιξη που θα υποχρεώσει τα ΣΣΕΔ να προσαρμόσουν τα επιχειρησιακά τους σχέδια σε ένα πιο συνεκτικό και συγκρίσιμο πλαίσιο λειτουργίας.
«Πάντως, η πλήρης συμμόρφωση των υπόχρεων παραγωγών παραμένει μία δύσκολη εξίσωση. Χωρίς καθολική συμμετοχή το βάρος συνεχίζει να κατανέμεται άνισα, ενώ ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα των λεγόμενων «ιστορικών αποβλήτων», δηλαδή των παλαιών εγκαταστάσεων για τις οποίες δεν έχουν καταβληθεί εισφορές, δημιουργώντας έναν συσσωρευμένο λογαριασμό που η αγορά καλείται πλέον να διαχειριστεί χωρίς σαφή κατανομή ευθυνών», λένε πηγές της αγοράς.
Διαβάστε ακόμη
