Παγκόσμιες οικονομικές ζημιές που ξεπερνούν τα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 8,65 τρισεκατομμύρια ευρώ) έχουν προκαλέσει οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) των ΗΠΑ από το 1990 και μετά, σύμφωνα με επιστημονική ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature και επικαλείται το euronews. Η μελέτη αποκαλύπτει το τεράστιο και διαρκώς αυξανόμενο οικονομικό αποτύπωμα της κλιματικής κρίσης, δείχνοντας ότι το κόστος των εκπομπών δεν περιορίζεται στο περιβάλλον και την ατμόσφαιρα, αλλά μεταφράζεται σε ένα παγκόσμιο «χρέος» τρισεκατομμυρίων που βαραίνει ήδη οικονομίες σε όλο τον κόσμο. Το χειρότερο, όμως είναι,  ότι, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι το μελλοντικό κόστος από τις εκπομπές του παρελθόντος ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς –όπως σημειώνουν– οι υπάρχουσες οικονομικές προβολές «υποτιμούν σοβαρά» την πραγματική ζημιά της κλιματικής αλλαγής.

Η Ευρώπη ανάμεσα στους μεγάλους «χαμένους»

Η ανάλυση δείχνει ότι η κλιματική κρίση λειτουργεί ως παγκόσμιο οικονομικό σοκ, με τις επιπτώσεις να κατανέμονται άνισα. Πιο συγκεκριμένα, από τις συνολικές ζημιές που αποδίδονται στις εκπομπές των ΗΠΑ:

  • Η Ευρώπη έχει υποστεί απώλειες περίπου 1,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 1,21 τρισεκατομμύρια ευρώ)
  • Οι ίδιες οι ΗΠΑ απορροφούν σχεδόν 3 τρισεκατομμύρια δολάρια ζημιών (περίπου το ένα τρίτο του συνόλου)

Παράλληλα, η ΕΕ καταγράφει ήδη τεράστιες απώλειες από ακραία καιρικά φαινόμενα: μόνο από το 1980 έως το 2023, οι ζημιές από κλιματικά και καιρικά γεγονότα ξεπέρασαν τα 783 δισεκατομμύρια ευρώ, και φαίνεται να ακολουθούν ανοδική τάση καθώς η θερμοκρασία του πλανήτη συνεχίζει να αυξάνεται.

Οι αναδυόμενες οικονομίες στο επίκεντρο των επιπτώσεων, το παράδειγμα της Saudi Aramco

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι, σε απόλυτους αριθμούς αλλά κυρίως σε σχέση με το ΑΕΠ, οι πιο βαριές επιπτώσεις πλήττουν τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Ενδεικτικά, η Βραζιλία έχει υποστεί ζημιές που φτάνουν περίπου τα 330 δισ. δολάρια (286 δισ. ευρώ), ενώ η Ινδία καταγράφει απώλειες της τάξης των 500 δισ. δολαρίων (433 δισ. ευρώ), γεγονός που αναδεικνύει το δυσανάλογο οικονομικό βάρος που επωμίζονται οι αναπτυσσόμενες οικονομίες. Οι ερευνητές τονίζουν ότι αυτό αποκαλύπτει μια βασική αδικία του κλιματικού συστήματος, καθώς ενώ αυτές οι χώρες έχουν συμβάλει λιγότερο στις εκπομπές, συχνά πληρώνουν το υψηλότερο σχετικό οικονομικό τίμημα.

Η έρευνα εξετάζει επίσης τις εκπομπές των μεγάλων εταιρειών, επισημαίνοντας ότι οι εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή και χρήση πετρελαίου από τον πετρελαϊκό κολοσσό, Saudi Aramco την περίοδο 1988–2015 προκάλεσαν περίπου 3 τρισεκατομμύρια δολάρια παγκόσμιων ζημιών έως το 2020. Αν οι ίδιες εκπομπές παραμείνουν στην ατμόσφαιρα μέχρι το τέλος του αιώνα, οι συνολικές απώλειες εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να εκτοξευθούν στα 64 τρισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 55,4 τρισεκατομμύρια ευρώ).

Πώς «μετριέται» το οικονομικό κόστος του κλίματος

Οι επιστήμονες του Stanford University, που συμμετείχαν στη μελέτη, αντιμετωπίζουν τα αέρια του θερμοκηπίου σαν ένα είδος «παγκόσμιων αποβλήτων» με οικονομικό κόστος που δεν έχει πληρωθεί. Όπως εξηγούν, οι εκπομπές μοιάζουν με σκουπίδια που δεν έχουν ποτέ διατεθεί σωστά: όταν παράγουμε ρύπανση, το κόστος μεταφέρεται σε άλλους, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη πληρωμή για τη ζημιά που προκαλείται. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό το «ανεξόφλητο χρέος» συνεχίζει να συσσωρεύεται, λειτουργώντας σαν τόκος πάνω σε μια ήδη τεράστια οικονομική επιβάρυνση.

Η μελέτη καταλήγει ότι είναι πραγματικά ανάγκη να αναπτυχθούν περαιτέρω τεχνολογίες που να απομακρύνουν το CO2 από την ατμόσφαιρά, όπως η τεχνολογία CCS (τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS), καθώς, σύμφωνα με τους επιστήμονες, αν ένας τόνος CO₂ παραμείνει στην ατμόσφαιρα για περίπου 25 χρόνια πριν απομακρυνθεί, τότε έχει ήδη συντελεστεί περίπου το 50% της συνολικής ζημιάς που θα προκαλούσε. Η έρευνα σκιαγραφεί μια πραγματικότητα με τεράστιο οικονομικό βάρος, οι εκπομπές των τελευταίων δεκαετιών έχουν ήδη κοστίσει τρισεκατομμύρια στην παγκόσμια οικονομία, με την Ευρώπη, τις αναδυόμενες οικονομίες και τις ΗΠΑ να φέρουν σημαντικό μερίδιο των επιπτώσεων. Και, όπως προειδοποιούν οι επιστήμονες, ο «λογαριασμός» αυτός δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί…

Διαβάστε ακόμη