Στο ραντάρ της ελληνικής ναυπηγικής και ευρύτερα βιομηχανικής αγοράς αρχίζουν να μπαίνουν οι πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί, καθώς η διεθνής συζήτηση γύρω από τις πυρηνικές εφαρμογές στη θάλασσα αποκτά πλέον πιο συγκεκριμένο τεχνολογικό και ρυθμιστικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με πληροφορίες, ελληνικά ναυπηγεία παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στον συγκεκριμένο τομέα, εξετάζοντας τις δυνατότητες που θα μπορούσαν να ανοίξουν μελλοντικά για την εγχώρια ναυπηγική βιομηχανία και την ευρύτερη εφοδιαστική αλυσίδα.

Προς το παρόν, δεν πρόκειται για ώριμα επενδυτικά σχέδια ή αποφάσεις κατασκευής μονάδων στην Ελλάδα. Πρόκειται, όμως, για μια τεχνολογία γύρω από την οποία κινητοποιούνται σταδιακά ναυπηγεία, ενεργειακές επιχειρήσεις, εταιρείες τεχνολογίας, νηογνώμονες, λιμένες και ρυθμιστικές αρχές διεθνώς, καθώς η ανάπτυξή της θα απαιτούσε ένα ευρύ βιομηχανικό οικοσύστημα πολύ πέραν του ίδιου του πυρηνικού αντιδραστήρα.

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα λόγω της ισχυρής ναυτιλιακής της παρουσίας, της ανάκαμψης των ναυπηγείων, της εκτεταμένης ακτογραμμής και των μεγάλων ενεργειακών αναγκών που δημιουργούνται σε λιμάνια, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και νέα φορτία, όπως τα data centers.

Το ATLAS βάζει τους κανόνες στο τραπέζι

Καταλύτης για την επιτάχυνση της διεθνούς συζήτησης αποτελεί η νέα πρωτοβουλία ATLAS – Atomic Technologies Licensed for Applications at Sea του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Η επίσημη έναρξή της έγινε στις 26 και 27 Αυγούστου στην Ουάσιγκτον, με τη συμμετοχή 29 χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Το ATLAS φιλοδοξεί να δημιουργήσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορέσουν να αναπτυχθούν με ασφάλεια πυρηνικές εφαρμογές στη ναυτιλία και στην υπεράκτια παραγωγή ενέργειας. Στο επίκεντρο βρίσκονται τόσο η χρήση μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, των γνωστών SMRs, για την πρόωση εμπορικών πλοίων όσο και οι πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, οι λεγόμενοι Floating Nuclear Power Plants ή FNPPs. 

Το κρίσιμο ζήτημα σε αυτή τη φάση δεν είναι μόνο η τεχνολογική ωρίμανση. Είναι κυρίως η δημιουργία κοινών κανόνων για την πυρηνική ασφάλεια, τη φυσική προστασία, τις αδειοδοτήσεις, τις διασφαλίσεις μη διάδοσης πυρηνικών υλικών και τη συνεργασία ανάμεσα στις πυρηνικές και τις ναυτιλιακές αρχές. Ο ίδιος ο IAEA επισημαίνει ότι τα σχέδια, τα επιχειρηματικά μοντέλα και οι επιχειρησιακές προσεγγίσεις βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό ακόμη σε πρώιμο στάδιο. 

Σε αυτό το πεδίο βρίσκεται και η ελληνική συμμετοχή. Στην υπουργική διάσκεψη της Ουάσιγκτον συμμετείχε ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, Χρήστος Χουσιάδας, ενώ η ελληνική πλευρά εμπλέκεται στις διεργασίες που έχουν ξεκινήσει για τη διαμόρφωση του νέου πλαισίου.

Γιατί ενδιαφέρονται τα ναυπηγεία

Οι πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί αποτελούνται ουσιαστικά από έναν ή περισσότερους πυρηνικούς αντιδραστήρες ενσωματωμένους σε πλωτή πλατφόρμα ή ειδικά σχεδιασμένο σκάφος. Μπορούν να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα, ενώ ορισμένα μοντέλα προβλέπουν παράλληλες εφαρμογές, όπως αφαλάτωση ή παραγωγή υδρογόνου. Ακριβώς η πλωτή φύση των συγκεκριμένων υποδομών είναι αυτή που δημιουργεί δυνητικό πεδίο για τη ναυπηγική βιομηχανία. Η κατασκευή ενός FNPP δεν αφορά αποκλειστικά τον πυρηνικό «πυρήνα» της εγκατάστασης. Απαιτεί κύτος ή πλωτή πλατφόρμα, ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό, συστήματα ισχύος και ψύξης, υποδομές ασφαλείας, θαλάσσιες κατασκευές, συνδέσεις με το ηλεκτρικό δίκτυο και λιμενικές υποδομές.

Η σχετική ελληνική μελέτη του Deon Policy Institute, η οποία βασίστηκε σε ερευνητικό πρόγραμμα των CORE POWER, Athlos Energy και American Bureau of Shipping, επισημαίνει ότι περίπου το 75% της συνολικής προστιθέμενης αξίας ενός τέτοιου έργου συνδέεται με το λεγόμενο Balance of Plant, δηλαδή με συστήματα και υποδομές πέραν του ίδιου του αντιδραστήρα. Πρόκειται ακριβώς για το τμήμα της αλυσίδας στο οποίο η ελληνική ναυτιλιακή και βιομηχανική βάση θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να διεκδικήσει ρόλο.

Το ενδιαφέρον επομένως δεν περιορίζεται μόνο στα ναυπηγεία. Στην αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συμμετείχαν στελέχη από ενεργειακές εταιρείες, ναυπηγεία, χρηματοπιστωτικούς φορείς, ρυθμιστικές αρχές και την ακαδημαϊκή κοινότητα, στοιχείο που αποτυπώνει το εύρος των δραστηριοτήτων που θα απαιτούσε η δημιουργία μιας εγχώριας αλυσίδας γύρω από τις πλωτές πυρηνικές εφαρμογές. 

Από τα νησιά μέχρι τα λιμάνια και τα data centers

Η γεωγραφία της Ελλάδας είναι ένας ακόμη παράγοντας που τροφοδοτεί τη συζήτηση. Η εκτεταμένη ακτογραμμή και η νησιωτικότητα επιτρέπουν θεωρητικά την εγκατάσταση πλωτών μονάδων κοντά σε σημεία μεγάλης κατανάλωσης, χωρίς μόνιμη δέσμευση εκτάσεων στην ξηρά. Παράλληλα, μία τέτοια εγκατάσταση θα μπορούσε να απομακρυνθεί μετά το τέλος του κύκλου ζωής της, χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τις FNPPs από τους συμβατικούς επίγειους πυρηνικούς σταθμούς.

Μεταξύ των εφαρμογών που εξετάζονται για την ελληνική περίπτωση είναι η υποκατάσταση πετρελαϊκών μονάδων σε μη διασυνδεδεμένα νησιά, η παροχή σταθερής ηλεκτρικής ισχύος σε λιμάνια και παράκτιους ενεργειακούς κόμβους, αλλά και η εξυπηρέτηση νέων μεγάλων καταναλώσεων από τη βιομηχανία και τα κέντρα δεδομένων. Η σχετική μελέτη συνδέει, άλλωστε, τα οικονομικά κίνητρα για τις FNPPs τόσο με την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα όσο και με την αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από βιομηχανικές εγκαταστάσεις και data centers.

Παράλληλα, οι πλωτές πυρηνικές μονάδες θα μπορούσαν δυνητικά να λειτουργήσουν συμπληρωματικά σε ένα ηλεκτρικό σύστημα με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, παρέχοντας σταθερή παραγωγή όταν η παραγωγή από ήλιο και άνεμο περιορίζεται.

Το μεγάλο εμπόδιο είναι ακόμη θεσμικό

Παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον, η απόσταση μέχρι μια πραγματική εμπορική εφαρμογή στην Ελλάδα παραμένει μεγάλη. Η χώρα δεν διαθέτει σήμερα πρόγραμμα πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής, ενώ απαιτείται η ανάπτυξη θεσμικού και αδειοδοτικού πλαισίου, η ενίσχυση της ρυθμιστικής τεχνογνωσίας και η επίλυση ζητημάτων που αφορούν την ασφάλεια, τη διαχείριση πυρηνικών υλικών και αποβλήτων, την αστική ευθύνη και τη χωροθέτηση.

Η ελληνική μελέτη για την εν λόγω τεχνολογία δεν εντόπισε θεμελιώδες τεχνικό εμπόδιο που να αποκλείει την τεχνολογία, αλλά κατέδειξε ότι η πρόοδος θα εξαρτηθεί κυρίως από τη θεσμική προετοιμασία, τη ρυθμιστική ικανότητα και τη διατήρηση μιας σταθερής πολιτικής κατεύθυνσης. Ως πιθανό παράθυρο ανάπτυξης μιας πρώτης εφαρμογής αναφέρεται η περίοδος 2035-2040, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν προηγηθεί τα απαραίτητα βήματα σε επίπεδο πολιτικής, αδειοδότησης και επιλογής τεχνολογίας. 

Τέλος, μέσα στον Σεπτέμβριο αναμένεται να συσταθεί και επισήμως η Κυβερνητική Επιτροπή για την Πυρηνική Ενέργεια, μέσω Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου. Πρόεδρος της Επιτροπής αναμένεται να αναλάβει ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, ενώ στον διυπουργικό μηχανισμό θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Παιδείας, Υγείας και Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. Παράλληλα, θα λειτουργήσει εξειδικευμένη τεχνική ομάδα, με τη συμμετοχή και της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, η οποία θα αναλάβει την προετοιμασία των τεχνικών, οικονομικών και ρυθμιστικών παραμέτρων.

Διαβάστε ακόμη