Νέοι τρόπους ανάπτυξης αναζητούν οι μεγαλύτεροι πετρελαϊκοί όμιλοι της Ευρώπης, στρέφοντας το βλέμμα ακόμη και προς τους παραδοσιακούς τους ανταγωνιστές. BP, Eni, Shell, Equinor και TotalEnergies δημιουργούν ολοένα και συχνότερα κοινές επιχειρήσεις, συνδυάζοντας περιουσιακά στοιχεία και παραγωγικές δραστηριότητες σε νέες, ανεξάρτητες εταιρείες.

Πρόκειται για μια τάση που αλλάζει σταδιακά τον χάρτη της ευρωπαϊκής πετρελαϊκής βιομηχανίας. Οι νέες αυτές επιχειρήσεις λειτουργούν με μεγαλύτερη αυτονομία από τις μητρικές τους, διαθέτουν δικούς τους ισολογισμούς και μπορούν να αναζητούν ανεξάρτητη χρηματοδότηση. Για τους μεγάλους ομίλους, το μοντέλο προσφέρει έναν τρόπο να διατηρήσουν την έκθεσή τους στην παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, να αξιοποιήσουν ώριμα κοιτάσματα και να χρηματοδοτήσουν νέες επενδύσεις, χωρίς να επιβαρύνουν στον ίδιο βαθμό τους δικούς τους ισολογισμούς.

Οι «SmashCos»

Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, αναλυτές του κλάδου έχουν ονομάσει το μοντέλο «SmashCos», περιγράφοντας μία διαδικασία κατά την οποία τα χαρτοφυλάκια δύο εταιρειών ουσιαστικά «συνθλίβονται» και ενώνονται για να δημιουργήσουν μια νέα επιχείρηση.

«Τις αποκαλούμε SmashCos, επειδή ουσιαστικά συνθλίβεις δύο εταιρείες και τις ενώνεις», δήλωσε στους FT. ο Μπομπ Φράικλουντ, αντιπρόεδρος για την upstream ενέργεια στη S&P Global. «Θα υπάρξουν σίγουρα περισσότερες».

Μεταξύ των πιο χαρακτηριστικών παραδειγμάτων είναι η Vår Energi, στην οποία η ιταλική Eni είναι ο βασικός μέτοχος, η Neo Next Plus, που υποστηρίζεται από τις TotalEnergies και Repsol και αποτελεί πλέον έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς στη Βόρεια Θάλασσα του Ηνωμένου Βασιλείου, και η Adura, η κοινοπραξία στη Βόρεια Θάλασσα μεταξύ της Shell και της νορβηγικής Equinor.

Το μοντέλο εξαπλώνεται και πέρα από την Ευρώπη. Τον Ιούλιο, η Eni και η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Μαλαισίας Petronas εγκαινίασαν τη Searah, συνδυάζοντας παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία με νέα κοιτάσματα. Η κοινοπραξία αναμένεται να ξεκινήσει με παραγωγή περίπου 300.000 βαρελιών ισοδύναμου πετρελαίου την ημέρα.

Η Vår Energi, εν τω μεταξύ, ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα συμφωνία για την εξαγορά της δανέζικης παραγωγού BlueNord, η οποία θα αυξήσει την ημερήσια παραγωγή της σε περίπου 450.000 βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου — περίπου στο ένα τέταρτο της παραγωγής της Eni.

Νέα στρατηγική

Το μέγεθος αυτών των επιχειρήσεων δείχνει γιατί η τάση έχει σημασία. Αυτό που ξεκίνησε ως ένας τρόπος εξορθολογισμού ώριμων περιουσιακών στοιχείων εξελίσσεται σε ολοένα σημαντικότερο τμήμα της στρατηγικής των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών, καθώς προσπαθούν να διατηρήσουν την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις δικές τους κεφαλαιουχικές δαπάνες και το χρέος τους.

Σύμφωνα με τη Wood Mackenzie, οι κοινοπραξίες θα αντιπροσωπεύουν φέτος το 28% των δαπανών της BP για πετρέλαιο και φυσικό αέριο και το 31% των αντίστοιχων δαπανών της Eni.

Η ιδέα της συνεργασίας πετρελαϊκών εταιρειών δεν είναι φυσικά καινούργια. Μεγάλα έργα αναπτύσσονται εδώ και δεκαετίες από κοινοπραξίες, στις οποίες οι εταιρείες μοιράζονται το κόστος, τους κινδύνους και την παραγωγή. Αυτό που διαφοροποιεί τη νέα γενιά κοινοπραξιών είναι η ανεξαρτησία τους.

Εκτός ισολογισμού

Αντί να παραμένουν απλές εταιρικές συνεργασίες για συγκεκριμένα έργα, οι νέες επιχειρήσεις λειτουργούν ως αυτόνομες εταιρείες. Μπορούν να αντλούν οι ίδιες δανεισμό και δεν ενοποιούνται στους ισολογισμούς των μητρικών τους εταιρειών.

Η συγκεκριμένη δομή έχει γίνει ιδιαίτερα ελκυστική σε μια περίοδο κατά την οποία ο πετρελαϊκός κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με πιέσεις από μετόχους και περιβαλλοντικές οργανώσεις να περιορίσει τις επενδύσεις σε νέα παραγωγή.

«Ένα από τα πράγματα που συνέβησαν ήταν ότι οι μέτοχοι και οι ομάδες πίεσης ασκούσαν πιέσεις στον κλάδο να μην επενδύει στην upstream δραστηριότητα, οπότε όλοι προσπαθούσαν να αποκρύψουν το ύψος των επενδύσεων στην upstream», εξηγεί στους FT ανώτατο στέλεχος μεγάλης πετρελαϊκής εταιρείας.

Το στέλεχος περιέγραψε την ελκυστικότητα της χρηματοδότησης μεγάλων έργων εκτός του ενοποιημένου ισολογισμού. Μια μεγάλη επένδυση σε γεωτρήσεις βαθέων υδάτων ή στην Αρκτική, για παράδειγμα, θα μπορούσε να προκαλέσει έντονη κριτική εάν ανακοινωνόταν απευθείας από μια μεγάλη πετρελαϊκή εταιρεία. Όταν όμως πραγματοποιείται μέσω μιας ξεχωριστής, χρηματοδοτούμενης κοινοπραξίας, η ίδια επένδυση μπορεί να εμφανίζεται λιγότερο έντονα στους λογαριασμούς της μητρικής εταιρείας και στα δημόσια στοιχεία για τις δαπάνες της.

Αξιοποιώντας τα κεφάλαια

Ωστόσο, στελέχη και αναλυτές του κλάδου υποστηρίζουν ότι η λογιστική εικόνα αποτελεί μόνο ένα μέρος της εξήγησης. Το πιο ουσιαστικό κίνητρο, υποστηρίζουν, είναι η αποδοτικότερη αξιοποίηση των κεφαλαίων.

«Δεν είναι απαραίτητα κάτι ύποπτο. Αφορά περισσότερο τη λογιστική και την απελευθέρωση ευκαιριών μέσα στα χαρτοφυλάκια, τις οποίες στο παρελθόν μπορεί απλώς να πουλούσαν, αλλά σήμερα ενδέχεται να θέλουν να τις διατηρήσουν και να αποκομίσουν παραγωγή και ταμειακές ροές από αυτές», δήλωσε ο Φρέιζερ ΜακΚέι, επικεφαλής της upstream δραστηριότητας στη Wood Mackenzie.

Για τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, αυτό μπορεί να προσφέρει έναν τρόπο να διατηρήσουν την έκθεσή τους σε κοιτάσματα που πλέον δεν ταιριάζουν εύκολα στα χαρτοφυλάκιά τους. Αντί να πουλήσουν ολοκληρωτικά ώριμα ή μικρότερα περιουσιακά στοιχεία, μπορούν να τα συνδυάσουν με περιουσιακά στοιχεία μιας άλλης εταιρείας και να συνεχίσουν να λαμβάνουν μερίσματα και το μερίδιό τους από την παραγωγή.

Το μοντέλο μπορεί επίσης να επιτρέψει την ανάπτυξη μικρότερων έργων σε κλίμακα που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο μιας πολυεθνικής πετρελαϊκής εταιρείας.

Φορολογικοί παράγοντες

Οι φορολογικοί παράγοντες έχουν προσφέρει ένα ακόμη κίνητρο. Σε ορισμένες συμφωνίες στη Βόρεια Θάλασσα, ο ένας εταίρος μπορεί να εισφέρει παραγωγικά κοιτάσματα, ενώ ο άλλος να διαθέτει συσσωρευμένες φορολογικές ζημίες από το παρελθόν. Με τον συνδυασμό των επιχειρήσεων μπορεί, επομένως, να μειωθεί η συνολική φορολογική επιβάρυνση της νέας εταιρείας.

Η Adura των Shell και Equinor, η οποία ξεκίνησε να λειτουργεί στα τέλη του περασμένου έτους, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το μοντέλο.

«Είναι πραγματικά μια αυτόνομη κοινοπραξία», δήλωσε η οικονομική διευθύντρια της Shell, Σίνιντ Γκόρμαν, σε τηλεδιάσκεψη για τα αποτελέσματα τον Φεβρουάριο. Σημείωσε ότι η Adura εξετάζει τη χρηματοδότηση μέσω δανεισμού για να στηρίξει την επιχείρηση και ότι η Shell αναμένει «σημαντικά μερίσματα» από την κοινοπραξία.

Σε άλλες περιπτώσεις, η λογική δεν είναι τόσο η άντληση αξίας από ώριμα περιουσιακά στοιχεία όσο η δημιουργία μιας νέας πλατφόρμας ανάπτυξης.

Η Searah, η κοινοπραξία Eni-Petronas, συνδυάζει υφιστάμενα κοιτάσματα που παράγουν ταμειακές ροές με νεότερες ανακαλύψεις. Στόχος είναι τα έσοδα από την υφιστάμενη παραγωγή να χρηματοδοτούν νέες αναπτύξεις, δημιουργώντας μια επιχείρηση με άμεσες ταμειακές ροές αλλά και προοπτικές μακροπρόθεσμης επέκτασης.

Στην Αγκόλα, η συνένωση των ώριμων χαρτοφυλακίων των BP και Eni στην Azule έχει επίσης δημιουργήσει μια πλατφόρμα με περιθώριο ανάπτυξης μέσω νέων εξερευνήσεων. Η εταιρεία ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα την ανακάλυψη κοιτάσματος που εκτιμάται ότι περιέχει 500 εκατ. βαρέλια.

«Έχουμε μια σχετικά μεγάλη βάση παραγωγικής δραστηριότητας και διαθέτουμε μια σειρά από μεγάλα έργα που έρχονται προς υλοποίηση στο πλαίσιο της κοινοπραξίας», δήλωσε ο Γκόρντον Μπίρελ, επικεφαλής παραγωγής της BP.

Προκλήσεις

Ωστόσο, το μοντέλο ενέχει και κινδύνους. Για τους επενδυτές, ο αυξανόμενος αριθμός εταιρειών στις οποίες οι μητρικές κατέχουν μόνο μέρος του κεφαλαίου και οι οποίες χρηματοδοτούνται ανεξάρτητα μπορεί να καταστήσει δυσκολότερη την ανάλυση των πετρελαϊκών κολοσσών. Η παραγωγή, τα αποθέματα, το χρέος και οι ταμειακές ροές που κατανέμονται σε ανεξάρτητες εταιρείες μπορούν να δυσκολέψουν την αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής ισχύος της μητρικής εταιρείας.

Υπάρχει επίσης ζήτημα μακροπρόθεσμης αντοχής του μοντέλου. Οι κοινοπραξίες βασίζονται σε συμφωνίες μεταξύ εταίρων, των οποίων οι προτεραιότητες μπορεί να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου.

Αυτός ο υπολογισμός εξηγεί εν μέρει γιατί το μοντέλο έχει αποκτήσει δυναμική στην Ευρώπη, αλλά έχει προσελκύσει λιγότερο ενδιαφέρον στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις ΗΠΑ

Αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί όπως η ExxonMobil και η Chevron διαθέτουν ισχυρότερους ισολογισμούς, υψηλότερες χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και εκτεταμένα χαρτοφυλάκια. Αντί να αναδιαρθρώνουν περιουσιακά στοιχεία σε ανεξάρτητες, χρηματοδοτούμενες κοινοπραξίες, έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να προχωρούν σε παραδοσιακές συγχωνεύσεις και εξαγορές.

Για τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους, όμως, το μοντέλο των SmashCos προσφέρει κάτι διαφορετικό: έναν τρόπο να αποσπάσουν περισσότερη διάρκεια ζωής, περισσότερες ταμειακές ροές και περισσότερη ανάπτυξη από τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία πετρελαίου και φυσικού αερίου, χωρίς να επωμίζεται όλο το βάρος των επενδύσεων η μητρική εταιρεία,

Διαβάστε ακόμη