Η πετρελαϊκή BP ανακοίνωσε την Τρίτη την αποπομπή του προέδρου της, Άλμπερτ Μάνιφολντ, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, επικαλούμενη «σοβαρές ανησυχίες» σχετικά με τα πρότυπα εταιρικής διακυβέρνησης, την εποπτεία και τη συμπεριφορά του.

Η εταιρεία απέφυγε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τις καταγγελλόμενες παρατυπίες όταν επικοινώνησε μαζί της το CNN, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η απόφαση για την απομάκρυνσή του ελήφθη ομόφωνα από το διοικητικό συμβούλιο. Η είδηση προκάλεσε ισχυρές πιέσεις στη μετοχή της BP στο χρηματιστήριο του Λονδίνου, η οποία υποχώρησε έως και 9% αμέσως μετά την ανακοίνωση, πριν περιορίσει τις απώλειες στο 4,4%, στα 5,27 στερλίνες ανά μετοχή.

«Ο Άλμπερτ συνέβαλε σημαντικά στην επιτάχυνση του μετασχηματισμού της BP. Ωστόσο, το διοικητικό συμβούλιο αιφνιδιάστηκε και απογοητεύτηκε όταν πληροφορήθηκε ζητήματα εποπτείας και συμπεριφοράς που θεωρεί απαράδεκτα και αντέδρασε άμεσα», δήλωσε η ανώτερη ανεξάρτητη διευθύντρια της BP, Αμάντα Μπλανκ.

Ο Μάνιφολντ, πρώην διευθύνων σύμβουλος της ιρλανδικής εταιρείας δομικών υλικών CRH, είχε αναλάβει την προεδρία της BP την 1η Οκτωβρίου, διαδεχόμενος τον Χέλγκε Λουντ. Το CNN ανέφερε ότι επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί του για σχόλιο.

Ο νέος προσωρινός πρόεδρος της BP

Η BP όρισε προσωρινό πρόεδρο τον Ίαν Τάιλερ με άμεση ισχύ, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία επιλογής μόνιμου αντικαταστάτη. Ο Τάιλερ δήλωσε ότι η εταιρεία «κινείται με ταχύτητα» για την υλοποίηση της στρατηγικής της και εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στη νέα διευθύνουσα σύμβουλο, Μεγκ Ο’Νιλ, η οποία ανέλαβε καθήκοντα τον Απρίλιο ως η πρώτη γυναίκα CEO στην ιστορία της BP.

Η Ο’Νιλ, πρώην επικεφαλής της αυστραλιανής Woodside Energy, είναι η τρίτη διευθύνουσα σύμβουλος της BP από το 2020 και η πρώτη εξωτερική υποψήφια που αναλαμβάνει ποτέ την ηγεσία της εταιρείας.

Τα τελευταία χρόνια η BP βρίσκεται αντιμέτωπη με διαδοχικές αναταράξεις, τόσο σε επίπεδο στρατηγικής όσο και διοίκησης. Το 2023 εγκατέλειψε μέρος των φιλόδοξων σχεδίων που είχε παρουσιάσει για μείωση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου και στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υπό την ηγεσία τότε του Μπέρναρντ Λούνεϊ.

Ο Λούνεϊ παραιτήθηκε αργότερα την ίδια χρονιά, παραδεχόμενος ότι δεν είχε αποκαλύψει πλήρως παλαιότερες προσωπικές σχέσεις με συναδέλφους του. Τη θέση του ανέλαβε προσωρινά ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, Μάρεϊ Όκινκλοος, ο οποίος παρέμεινε λιγότερο από δύο χρόνια μέχρι την ανάληψη της ηγεσίας από την Ο’Νιλ.

Παρά τις εσωτερικές αναταράξεις, η σύγκρουση με το Ιράν αποδείχθηκε ιδιαίτερα κερδοφόρα για την BP και τις υπόλοιπες μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες. Τα κέρδη της BP υπερδιπλασιάστηκαν το πρώτο τρίμηνο του έτους, καθώς οι traders πετρελαίου της εταιρείας εκμεταλλεύτηκαν τις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές που προκάλεσε η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Διαβάστε ακόμη