Η εκτόξευση των τιμών του φυσικού αερίου, ως άμεση συνέπεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ωθεί χώρες σε Ασία και Ευρώπη να επιστρέψουν προσωρινά στον άνθρακα για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών. Όπως αναφέρει δημοσίευμα των Financial Times, στην Ασία, η Ταϊλάνδη επανεκκίνησε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα από την έναρξη της σύγκρουσης. Παράλληλα, Ιαπωνία και Νότια Κορέα χαλάρωσαν περιορισμούς στη χρήση του ρυπογόνου καυσίμου, εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για την ασφάλεια των προμηθειών φυσικού αερίου.
Ανάλογη εικόνα διαμορφώνεται και στην Ευρώπη. Η Ιταλία μετέθεσε για το 2038 -πάνω από μία δεκαετία αργότερα- τον στόχο για πλήρη απεξάρτηση από τον άνθρακα, ενώ στη Γερμανία οι λιγνιτικές μονάδες παράγουν πλέον περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τις μονάδες φυσικού αερίου μετά την έναρξη του πολέμου.
Πώς ο πόλεμος δίνει νέα ώθηση στην πράσινη μετάβαση
Παρά τη βραχυπρόθεσμη «επιστροφή» του άνθρακα, αναλυτές εκτιμούν ότι η κρίση θα επιταχύνει μακροπρόθεσμα τη μετάβαση σε καθαρότερες πηγές ενέργειας. Οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, ιδίως από γεωπολιτικά ασταθείς περιοχές. Όπως επισημαίνουν στους FT παράγοντες της αγοράς, η ενεργειακή αυτονομία συνδέεται πλέον άμεσα με την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, οι οποίες εμφανίζονται λιγότερο ευάλωτες σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Παρόμοια τάση είχε καταγραφεί και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν αρκετές χώρες -μεταξύ αυτών και η Γερμανία- στράφηκαν εκ νέου στον άνθρακα για να καλύψουν ελλείψεις φυσικού αερίου. Ωστόσο, σε βάθος χρόνου, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ξεπέρασε σαφώς την αύξηση της χρήσης άνθρακα.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA), η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ αυξήθηκε κατά περίπου 50% από τα τέλη του 2022, φτάνοντας τα 5,1 τεραβάτ. Αντίθετα, η παγκόσμια δυναμικότητα άνθρακα ενισχύθηκε μόλις κατά 6%, καθώς η ανάπτυξη στην Ασία αντισταθμίστηκε από το κλείσιμο μονάδων στην Ευρώπη.
Ειδικοί τονίζουν ότι δεν παρατηρείται σημαντική αύξηση νέων επενδύσεων σε εργοστάσια άνθρακα. Οι περισσότερες χώρες περιορίζονται στην άρση πλαφόν κατανάλωσης ή στην καθυστέρηση της απόσυρσης υφιστάμενων μονάδων, λόγω του υψηλού κόστους του φυσικού αερίου. Στην Ιταλία, μάλιστα, μια μαζική επιστροφή στον άνθρακα θεωρείται απίθανη, καθώς πολλές μονάδες παραμένουν ανενεργές εδώ και χρόνια και θα απαιτούσαν σημαντικές επενδύσεις για να επαναλειτουργήσουν.
Καταφυγή στον άνθρακα σε περιόδους κρίσεων
Η ελκυστικότητα του άνθρακα σε περιόδους κρίσης οφείλεται κυρίως στην αξιοπιστία του ως πηγής ενέργειας, ανεξάρτητης από καιρικές συνθήκες. Για παρόμοιους λόγους, ορισμένες κυβερνήσεις επανεξετάζουν και τον ρόλο της πυρηνικής ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών παραμένει εντυπωσιακή. Μόνο το περασμένο έτος, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα αυξήθηκε κατά περίπου 800 τεραβατώρες παγκοσμίως.
Η πτώση του κόστους ενισχύει περαιτέρω τη δυναμική αυτή. Οι τιμές των ηλιακών πάνελ έχουν μειωθεί σχεδόν κατά 70% από το 2022 έως το 2025, κυρίως λόγω της αυξημένης παραγωγικής ικανότητας στην Κίνα, ενώ το κόστος των μπαταριών έχει υποχωρήσει κατά 36%, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της διαλείπουσας φύσης των ΑΠΕ.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας φαίνεται να ενισχύει και τη ζήτηση από καταναλωτές για φωτοβολταϊκά συστήματα, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους να μειώσουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις των τιμών.
Ωστόσο, η ενεργειακή μετάβαση δεν στερείται προκλήσεων. Η άνοδος των επιτοκίων και ο πληθωρισμός αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης των έργων ΑΠΕ, τα οποία απαιτούν υψηλές αρχικές επενδύσεις. Έτσι, ενώ οι υψηλές τιμές ενέργειας ενισχύουν την οικονομική βιωσιμότητα των ανανεώσιμων, το αυξημένο κόστος δανεισμού λειτουργεί ως αντίβαρο, δημιουργώντας ένα σύνθετο και αβέβαιο επενδυτικό περιβάλλον.
Διαβάστε ακόμη
