Μόλις πέντε ημέρες πριν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανέβει στο βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ετήσια ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης, στις Βρυξέλλες βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η μάχη για το τι θα χωρέσει στις γραμμές του κειμένου της. Επιχειρηματικές ενώσεις, βιομηχανίες και ΜΚΟ πιέζουν για μια αναφορά, μια δέσμευση, ακόμη καλύτερα ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Σύμφωνα με το Politico, σχεδόν 200 βιομηχανικοί και εθνικοί φορείς έχουν ήδη ζητήσει από την πρόεδρο της Κομισιόν να ανοίξει έναν νέο φάκελο τύπου Ντράγκι, αυτή τη φορά για την εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα.
Η κινητοποίηση λέει πολλά για τη βαρύτητα της ομιλίας της 16ης Σεπτεμβρίου. Μια φράση στο State of the Union δεν αποτελεί νομοθεσία, μπορεί όμως να δείξει ποιοι φάκελοι έχουν περάσει στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας. Και για τη φον ντερ Λάιεν η φετινή ομιλία έχει επιπλέον βάρος: με τρία χρόνια να απομένουν έως τη λήξη της δεύτερης θητείας της, περνά από τη διαχείριση αλλεπάλληλων κρίσεων στη δυσκολότερη ίσως φάση, εκείνη της παράδοσης αποτελέσματος.
Στην ενέργεια, το τεστ είναι ιδιαίτερα απαιτητικό. Μετά την εκτίναξη των τιμών, τη βίαιη απομάκρυνση από το ρωσικό αέριο και μια πρώτη περίοδο του Green Deal που κυριαρχήθηκε από στόχους και νέα νομοθεσία, το ερώτημα έχει γίνει πολύ πιο πρακτικό: μπορεί η Ευρώπη να εξασφαλίσει φθηνότερη ενέργεια χωρίς να εγκαταλείψει την απανθρακοποίηση, να μειώσει τις εξαρτήσεις της χωρίς απλώς να τις μεταφέρει αλλού και να κρατήσει τη βιομηχανία της ανταγωνιστική ενώ χρηματοδοτεί μια μετάβαση εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο;
Έξι ενεργειακά μέτωπα συμπυκνώνουν αυτή την εξίσωση.
1. Το ακριβό ρεύμα γίνεται βιομηχανικό πρόβλημα
Το πρώτο μέτωπο είναι ίσως και το πιο άμεσο: η τιμή της ενέργειας. Η Ευρώπη έχει αφήσει πίσω της τις ακραίες συνθήκες του 2022, όχι όμως και το διαρθρωτικό μειονέκτημα έναντι των μεγάλων ανταγωνιστών της. Οι υψηλές τιμές ηλεκτρισμού εξακολουθούν να βαραίνουν κλάδους από τον χάλυβα και τα χημικά έως τα λιπάσματα και την αυτοκινητοβιομηχανία, την ώρα που οι ΗΠΑ διαθέτουν φθηνότερη ενέργεια και η Κίνα συνδυάζει χαμηλότερο κόστος με τεράστια παραγωγική κλίμακα.
Εδώ συναντώνται πλέον η ενεργειακή και η βιομηχανική πολιτική της ΕΕ. Ο Μάριο Ντράγκι έχει τοποθετήσει τον πήχη των πρόσθετων επενδυτικών αναγκών περίπου στα 800 δισ. ευρώ ετησίως για να αντιμετωπιστεί η υστέρηση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η Κομισιόν, από την πλευρά της, επιχειρεί να χτυπήσει μία από τις βασικές αιτίες του προβλήματος μέσω του Electrification Action Plan του Ιουλίου.
Ο στόχος είναι έως το 2030 η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία να μην υπερβαίνει το διπλάσιο της αντίστοιχης τιμής του φυσικού αερίου. Το δύσκολο μέρος αρχίζει τώρα: να περάσει το χαμηλότερο κόστος των ΑΠΕ, η αποθήκευση, η ευελιξία και οι επενδύσεις στα δίκτυα από τις ευρωπαϊκές στρατηγικές στους πραγματικούς λογαριασμούς των εργοστασίων.
2. Το Green Deal ψάχνει τη δεύτερη πράξη του
Το δεύτερο στοίχημα ακουμπά το πολιτικό αποτύπωμα της ίδιας της φον ντερ Λάιεν. Το Green Deal υπήρξε η σημαία της πρώτης θητείας της. Στη δεύτερη, όμως, η συζήτηση έχει αλλάξει λεξιλόγιο: από το «πόσο γρήγορα» στο «με ποιο κόστος και για ποιον».
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητεί λιγότερη γραφειοκρατία και μεγαλύτερη ευελιξία, κράτη-μέλη πιέζουν για απλούστευση και οι κοινωνικές αντιδράσεις έχουν κάνει τις Βρυξέλλες πιο προσεκτικές απέναντι στο κόστος της μετάβασης. Την ίδια στιγμή, οι καύσωνες, οι πυρκαγιές και η ένταση των ακραίων φαινομένων δεν αφήνουν περιθώριο ώστε η κλιματική πολιτική να μπει απλώς στο συρτάρι.
Το κρίσιμο ερώτημα της τελευταίας τριετίας δεν είναι επομένως εάν το Green Deal θα επιβιώσει, αλλά με ποια μορφή. Η Κομισιόν πρέπει να αποδείξει ότι η απανθρακοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως βιομηχανική στρατηγική: να μειώσει την ανάγκη για εισαγόμενα καύσιμα, να συγκρατήσει το ενεργειακό κόστος και να δημιουργήσει νέες ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας. Εάν δεν το πετύχει, το Green Deal κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως κόστος και λιγότερο ως επένδυση.
3. Η έξοδος από τη Ρωσία είναι μόνο η μισή διαδρομή
Στην ενεργειακή ασφάλεια η αλλαγή των τελευταίων πέντε ετών είναι ήδη θεαματική. Το 2021 η Ρωσία αντιπροσώπευε περίπου το 45% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ. Το 2025 το ποσοστό είχε περιοριστεί στο 12%, ενώ οι σχετικοί όγκοι έπεσαν από 152 σε 36 δισ. κυβικά μέτρα.
Ο επόμενος σταθμός είναι η πλήρης έξοδος: οι εισαγωγές ρωσικού LNG οδηγούνται σε οριστική απαγόρευση έως το τέλος του 2026 και οι ροές μέσω αγωγών ακολουθούν το 2027.
Μόνο που η απομάκρυνση από τη Μόσχα δεν ισοδυναμεί με ενεργειακή ανεξαρτησία. Η Ευρώπη έχει στραφεί πολύ περισσότερο στο LNG, γεγονός που τη συνδέει στενότερα με μια παγκόσμια αγορά όπου οι τιμές επηρεάζονται από τη ζήτηση της Ασίας, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τη διαθεσιμότητα φορτίων χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Η επόμενη φάση του REPowerEU πρέπει συνεπώς να κάνει κάτι δυσκολότερο από την αλλαγή προμηθευτή: να μειώσει την ίδια την ανάγκη της ευρωπαϊκής οικονομίας για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
4. Από τη Μόσχα στο Πεκίνο, ο κίνδυνος μιας νέας εξάρτησης
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται, με διαφορετική μορφή, στην πράσινη μετάβαση. Η Ευρώπη θέλει περισσότερα φωτοβολταϊκά, μπαταρίες, ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τεχνολογίες καθαρής ενέργειας. Σε μεγάλο μέρος αυτών των αλυσίδων, όμως, η Κίνα έχει αποκτήσει τεράστιο παραγωγικό πλεονέκτημα.
Το παράδοξο είναι εμφανές: όσο ταχύτερα προχωρά η απανθρακοποίηση, τόσο περισσότερο μπορεί να αυξάνεται η έκθεση της ΕΕ σε κινεζικές τεχνολογίες, εξοπλισμό και κρίσιμες πρώτες ύλες. Η κινεζική υπερπαραγωγική ικανότητα πιέζει ήδη Ευρωπαίους κατασκευαστές, ενώ η θέση του Πεκίνου στην επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών προσθέτει ένα σαφές γεωπολιτικό ρίσκο.
Οι Βρυξέλλες αναζητούν έτσι μια λεπτή ισορροπία: αρκετή προστασία ώστε να μη χαθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση, χωρίς έναν εμπορικό πόλεμο που θα καταστήσει ακριβότερη την ίδια την πράσινη μετάβαση. Η πρόκληση, με απλά λόγια, είναι η Ευρώπη να μη βγει από μια στρατηγική εξάρτηση για να εγκλωβιστεί σε μια άλλη.
5. Η μεγάλη μάχη μεταφέρεται από τα GW στα καλώδια
Για χρόνια η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης μετριόταν κυρίως σε νέα GW αιολικών και φωτοβολταϊκών. Αυτό πλέον δεν αρκεί. Καθώς οι ΑΠΕ αυξάνονται και ο εξηλεκτρισμός απλώνεται στις μεταφορές, στα κτίρια και στη βιομηχανία, το σημείο συμφόρησης μεταφέρεται στα δίκτυα.
Η κλίμακα των αναγκών είναι ενδεικτική: η Κομισιόν υπολογίζει επενδύσεις περίπου 730 δισ. ευρώ στα δίκτυα διανομής και άλλα 477 δισ. στα δίκτυα μεταφοράς έως το 2040. Την ίδια ώρα, η ηλεκτρική ενέργεια καλύπτει σήμερα μόλις το 23% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ, με την Επιτροπή να εξετάζει ενδεικτικό στόχο 46% για το 2040.
Αυτό αλλάζει και τη φύση της μετάβασης. Η επόμενη φάση δεν θα παιχτεί μόνο στα πάρκα ΑΠΕ, αλλά στις γραμμές μεταφοράς, στις διασυνδέσεις, στις μπαταρίες και στη διαχείριση της ζήτησης. Χωρίς αυτά, περισσότερη πράσινη παραγωγή μπορεί να σημαίνει περισσότερες περικοπές, κορεσμένα δίκτυα και ηλεκτρική ενέργεια που υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να φτάσει εγκαίρως εκεί όπου χρειάζεται.
6. Τα 660 δισ. ευρώ και το δύσκολο ερώτημα του λογαριασμού
Κάθε δρόμος καταλήγει τελικά στη χρηματοδότηση. Η ίδια η Κομισιόν εκτιμά ότι οι ενεργειακές επενδύσεις στην ΕΕ πρέπει να φθάσουν περίπου τα 660 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2026-2030, από έναν μέσο όρο μόλις 240 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2011-2021.
Η διαφορά δεν μπορεί να καλυφθεί από τα δημόσια ταμεία. Χρειάζεται ιδιωτικό κεφάλαιο σε πρωτοφανή κλίμακα, την ώρα που τα κράτη-μέλη διεκδικούν ευρωπαϊκούς πόρους ταυτόχρονα για άμυνα, βιομηχανία, καινοτομία, συνοχή και αγροτική πολιτική.
Γι’ αυτό η μάχη γύρω από τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ δεν είναι παράλληλη προς την ενεργειακή συζήτηση· είναι μέρος της. Η μετάβαση θα κριθεί τελικά από το πόσο γρήγορα μπορεί η Ευρώπη να μετατρέψει δημόσιους πόρους σε πολλαπλάσιες ιδιωτικές επενδύσεις και να επιλέξει πού θα κατευθύνει κεφάλαια όταν οι ανάγκες ξεπερνούν κατά πολύ τα διαθέσιμα χρήματα.
Οι λέξεις της Τετάρτης και η δουλειά μέχρι το 2029
Κάπως έτσι εξηγείται και ο συνωστισμός γύρω από το γραφείο της φον ντερ Λάιεν λίγες ημέρες πριν από την ομιλία της. Στις Βρυξέλλες γνωρίζουν ότι μια αναφορά στο SOTEU δεν αλλάζει από μόνη της την ευρωπαϊκή πολιτική, δείχνει όμως προς τα πού στρέφεται το πολιτικό κεφάλαιο της Κομισιόν.
Υπάρχει και πρόσφατο προηγούμενο. Το 2023 η φον ντερ Λάιεν επέλεξε το βήμα του State of the Union για να ανακοινώσει αιφνιδιαστικά την έρευνα κατά των κινεζικών επιδοτήσεων στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ανοίγοντας έναν εμπορικό φάκελο που απέκτησε πολύ ευρύτερες διαστάσεις. Οι λέξεις της ομιλίας, επομένως, δεν μένουν πάντοτε στο Στρασβούργο.
Για την τελευταία τριετία της δεύτερης θητείας της, πάντως, οι λέξεις θα είναι το εύκολο μέρος. Η ενεργειακή κληρονομιά της φον ντερ Λάιεν θα κριθεί μέχρι το 2029 σε πολύ πιο χειροπιαστά μεγέθη, εάν το ευρωπαϊκό εργοστάσιο θα πληρώνει λιγότερο ρεύμα, εάν το σύστημα θα διαθέτει τα δίκτυα για να υποδεχθεί περισσότερη καθαρή ενέργεια, εάν η έξοδος από το ρωσικό αέριο θα έχει οδηγήσει σε μικρότερη και όχι απλώς διαφορετική εξάρτηση και εάν η Ευρώπη θα έχει βρει τα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει όλα τα παραπάνω.
Η ομιλία της 16ης Σεπτεμβρίου θα δείξει ποιους από αυτούς τους φακέλους θέλει να βάλει πρώτη στο τραπέζι. Η πραγματική απάντηση, όμως, θα δοθεί στα τρία χρόνια που θα ακολουθήσουν.
Διαβάστε ακόμη
