Μια κατάρρευση παγετώνα στα Ιμαλάια μετέτρεψε μέσα σε λίγα λεπτά τον ποταμό Bhote Koshi σε ένα ορμητικό μέτωπο νερού, πάγου, λάσπης και βράχων. Η καταστροφή έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους στο Νεπάλ, ενώ εκατοντάδες ακόμη παραμένουν αγνοούμενοι. Την ίδια ώρα, οι αρχές προειδοποιούν για τον κίνδυνο νέων πλημμυρών. Η καταστροφή που έπληξε το βόρειο Νεπάλ και το Θιβέτ στις 26 Αυγούστου εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες φυσικές καταστροφές των τελευταίων ετών στην περιοχή των Ιμαλαΐων. Ο αριθμός των νεκρών ανήλθε μέχρι χθες, Παρασκευή 28 Αυγούστου, στους 579 στο Νεπάλ, ενώ μαζί με τους πέντε νεκρούς στο Θιβέτ ο συνολικός απολογισμός φτάνει τους 586, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που επικαλούνται τα μέσα ενημέρωσης, ενώ οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης συνεχίζονται κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.

Η τραγωδία δεν προκλήθηκε από μια συνηθισμένη πλημμύρα του μουσώνα. Στην καρδιά του φαινομένου βρίσκεται μια κατάρρευση παγετώνα, η οποία προκάλεσε τεράστια μετακίνηση πάγου και πετρωμάτων σε μεγάλο υψόμετρο. Ειδικοί που ανέλυσαν δορυφορικές εικόνες εκτίμησαν ότι τμήμα του χαμηλότερου τμήματος ενός παγετώνα αποκολλήθηκε και κατέρρευσε στην κοιλάδα εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα. Το υλικό κατέληξε στον Lhende Khola, παραπόταμο του Bhote Koshi, προκαλώντας ένα εξαιρετικά βίαιο χείμαρρο: μια ταχύτατη ροή νερού, λάσπης, πάγου και ογκωδών βράχων. Η πλημμυρική ροή κινήθηκε κατά μήκος του ποτάμιου συστήματος, σαρώνοντας οικισμούς και υποδομές τόσο στο Νεπάλ όσο και στην κινεζική πλευρά των συνόρων. Σύμφωνα με το Associated Press, η στάθμη του ποταμού αυξήθηκε σε ορισμένα σημεία έως και 9 μέτρα μέσα σε μόλις 30 λεπτά, αποτυπώνοντας τη βιαιότητα και την ταχύτητα του φαινομένου. Η εικόνα της καταστροφής είναι ακόμη πιο σύνθετη, καθώς η περιοχή αποτελεί σημαντικό ενεργειακό και συγκοινωνιακό διάδρομο. Δρόμοι και γέφυρες καταστράφηκαν, ενώ επλήγησαν και εγκαταστάσεις υδροηλεκτρικής παραγωγής. Για μια χώρα όπως το Νεπάλ, όπου η υδροηλεκτρική ενέργεια αποτελεί βασικό πυλώνα του ενεργειακού συστήματος, οι ζημιές στις υποδομές είναι τεράστιο πλήγμα.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι επιπτώσεις στις υδροηλεκτρικές υποδομές της κοιλάδας του Trishuli. Στο Upper Trishuli-1, ένα υπό κατασκευή υδροηλεκτρικό έργο ισχύος 216 MW, οι επιχειρήσεις διάσωσης επικεντρώθηκαν, μεταξύ άλλων, σε περισσότερους από 100 ανθρώπους που είχαν εγκλωβιστεί σε σήραγγα γεμάτη λάσπη μετά την πλημμύρα. Η καταστροφή υποδομών ηλεκτροπαραγωγής αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το Νεπάλ, καθώς η αξιοποίηση του εγχώριου υδροηλεκτρικού δυναμικού αποτελεί κεντρικό άξονα της ενεργειακής του ασφάλειας και της προσπάθειας περιορισμού των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.

Το «σεισμικό» σήμα που προκάλεσε σύγχυση – Νέα απειλή από λίμνες και φυσικά φράγματα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σεισμική διάσταση του γεγονότος. Τα πρώτα δεδομένα δημιούργησαν την εντύπωση ότι είχε σημειωθεί σεισμός στην περιοχή. Ωστόσο, η ανάλυση των σεισμολογικών δεδομένων έδειξε ότι το ισχυρό σήμα συνδεόταν με την ίδια την κατάρρευση του παγετώνα και τη μαζική μετακίνηση πάγου και βράχων. Η U.S. Geological Survey (USGS) εκτίμησε ότι το γεγονός προκάλεσε σεισμικό σήμα μεγέθους περίπου 5,2, χωρίς να πρόκειται για έναν τυπικό τεκτονικό σεισμό. Το εύρημα υπογραμμίζει πόσο μεγάλη ήταν η ενέργεια που απελευθερώθηκε κατά την κατάρρευση.

Τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα αποτυπώνουν ακόμη πιο καθαρά το μέγεθος του φαινομένου. Σύμφωνα με την αμερικανική γεωλογική υπηρεσία USGS, η αφετηρία της κατάρρευσης εντοπίζεται σε παγετωμένη ορεινή πλαγιά στη βόρεια πλευρά του Langtang Lirung, ενός βουνού ύψους περίπου 7.200 μέτρων. Τεράστιες ποσότητες πάγου και πετρωμάτων αποκολλήθηκαν και κινήθηκαν με μεγάλη ταχύτητα προς χαμηλότερα υψόμετρα, παρασύροντας στη συνέχεια νερό, λάσπη, ογκόλιθους και πρόσθετα συντρίμμια από τις κοίτες των ποταμών. Η καταστροφική ροή και το πλημμυρικό κύμα ταξίδεψαν σχεδόν 100 χιλιόμετρα κατά μήκος των ποτάμιων συστημάτων Trishuli και Bhote Koshi, επηρεάζοντας κατοικημένες περιοχές μέχρι και το συνοριακό πέρασμα Gyirong στην Κίνα.

Η αρχική καταστροφή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει περάσει. Οι τεράστιες ποσότητες πάγου, βράχων και φερτών υλικών που κατέληξαν στις ποτάμιες κοιλάδες δημιούργησαν νέα φυσικά φράγματα, πίσω από τα οποία άρχισαν να σχηματίζονται λίμνες. Την Παρασκευή, η υπερχείλιση μιας από αυτές προς τους ποταμούς Lhende Khola και Trishuli προκάλεσε νέο συναγερμό, με τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης να διακόπτονται προσωρινά για περίπου τρεις ώρες υπό τον φόβο ενός δεύτερου πλημμυρικού κύματος. Οι επιχειρήσεις επανεκκίνησαν όταν ο άμεσος κίνδυνος κρίθηκε διαχειρίσιμος, ωστόσο οι αρχές του Νεπάλ συνεχίζουν να παρακολουθούν δύο λίμνες που έχουν σχηματιστεί πίσω από φυσικά φράγματα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η μία από αυτές, η οποία εμφανιζόταν να μεγαλώνει στις δορυφορικές εικόνες χωρίς να διακρίνεται σαφής διέξοδος του νερού, γεγονός που σημαίνει ότι ο κίνδυνος νέας αιφνίδιας πλημμύρας δεν έχει εξαλειφθεί.

 

Ο σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος εκτιμά ότι η καταστροφή στο Νεπάλ δεν συνδέεται πιθανότατα με σεισμική δραστηριότητα, καθώς η συμβολή ενός μικρού σεισμού στον μηχανισμό που οδήγησε στα γεγονότα θεωρείται απίθανη. Όπως εξηγεί, πρόκειται περισσότερο για ένα κλασικό «φαινόμενο ντόμινο», κατά το οποίο η κατολίσθηση χιονοστιβάδας ή τμήματος παγετώνα πιθανώς σε κατάσταση ημιτήξης έφθασε σε παγετώδη λίμνη ή φυσικό φράγμα, προκαλώντας τη θραύση του και στη συνέχεια μια καταστροφική πλημμύρα με μεγάλες ποσότητες νερού, φερτών υλικών και λάσπης.

Πάντως, η πρόβλεψη της καταστροφής στο Νεπάλ ήταν εξαιρετικά δύσκολη, καθώς το φαινόμενο εξελίχθηκε με πολύ μεγάλη ταχύτητα και δεν ανήκε στην κατηγορία των πλημμυρών που μπορούν να ανιχνευθούν εγκαίρως από τα συμβατικά συστήματα παρακολούθησης. Τα περισσότερα δίκτυα έγκαιρης προειδοποίησης βασίζονται στη μέτρηση της στάθμης ποταμών και παγετωνικών λιμνών και είναι σχεδιασμένα να εντοπίζουν σταδιακές μεταβολές, όπως εκείνες που προηγούνται πλημμυρών από μουσώνες ή υπερχείλιση λιμνών, όχι όμως αιφνίδιες καταρρεύσεις ορεινών όγκων και ταχύτατα κινούμενους χειμάρρους. Οι ειδικοί επισημαίνουν στη WSJ ότι για την έγκαιρη ανίχνευση τέτοιων φαινομένων θα απαιτούνταν πολύ πιο εντατική και δαπανηρή παρακολούθηση τεράστιων και δυσπρόσιτων περιοχών, με αξιοποίηση σεισμικών μετρήσεων και τεχνολογιών τηλεπισκόπησης που θα μπορούσαν να καταγράφουν παραμορφώσεις του εδάφους και ενδείξεις επικείμενης κατάρρευσης. Παρότι το Νεπάλ διαθέτει σύστημα προειδοποίησης για πλημμύρες, το υφιστάμενο δίκτυο δεν έχει σχεδιαστεί για να εντοπίζει εγκαίρως ένα τόσο αιφνίδιο και σύνθετο γεωλογικό γεγονός.

ΝΕΠΑΛ

Νεπάλ, πλημμύρες © EPA/NARENDRA SHRESTHA

Πώς συνδέεται το καταστροφικό φαινόμενo με την κλιματική αλλαγή

Το ερώτημα που πλέον βρίσκεται στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης είναι κατά πόσο τέτοια φαινόμενα συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες μπορούν να επιταχύνουν την απώλεια παγετώνων και να αποσταθεροποιήσουν τόσο τους ίδιους τους παγετώνες όσο και τις απότομες βραχώδεις πλαγιές και το μόνιμα παγωμένο έδαφος. Σύμφωνα με το Associated Press, επιστήμονες επισημαίνουν ότι η περιοχή Hindu Kush–Himalaya θερμαίνεται ταχύτατα, αυξάνοντας τους κινδύνους από την αποσταθεροποίηση πάγου και βράχων, τις χιονοστιβάδες, τις πλημμύρες και τις ροές συντριμμιών. Παράλληλα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η συγκεκριμένη καταστροφή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή, καθώς χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να προσδιοριστούν οι ακριβείς μηχανισμοί που οδήγησαν στην κατάρρευση.

Την ίδια στιγμή, το Υπουργείο Εξωτερικών του Νεπάλ συνεχίζει να ενημερώνει για την κατάσταση και τον συντονισμό με ξένες κυβερνήσεις, καθώς μεταξύ των αγνοουμένων βρίσκονται πολίτες πολλών χωρών. Ο ακριβής αριθμός των αγνοουμένων παραμένει υπό διαρκή αναθεώρηση, καθώς οι αρχές προσπαθούν να διασταυρώσουν τα στοιχεία και να εντοπίσουν ανθρώπους που βρίσκονταν στην πληγείσα περιοχή.

ΝΕΠΑΛ

Σύμφωνα με τo Bloomberg, η καταστροφή στο Νεπάλ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο ολοένα συχνότερων ακραίων φαινομένων στις ορεινές περιοχές, με τις πλημμύρες από παγετωνικές λίμνες να αποτελούν αυξανόμενη απειλή όχι μόνο στα Ιμαλάια αλλά και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Το πρακτορείο υπενθυμίζει ότι το 2013 περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην περιοχή της Κενταρνάθ στην Ινδία, όταν οι έντονες μουσώνες, το λιώσιμο του χιονιού και η υπερχείλιση παγετωνικής λίμνης προκάλεσαν καταστροφικές πλημμύρες, ενώ το 2021 περίπου 200 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους ή αγνοούνταν στο Τσαμόλι από μαζική κάθοδο νερού και βράχων. Αντίστοιχοι κίνδυνοι καταγράφονται πλέον από την Αλάσκα έως τις ελβετικές Άλπεις, ενώ περίπου 15 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν σε περιοχές εκτεθειμένες σε πλημμύρες παγετωνικών λιμνών. Το Bloomberg συνδέει την αυξανόμενη συχνότητα τέτοιων φαινομένων με την κλιματική αλλαγή και την άνοδο της θερμοκρασίας, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι παγκόσμιες εκπομπές δεν μειώνονται με τον απαιτούμενο ρυθμό και ότι σε αρκετές μεγάλες οικονομίες παρατηρείται υποχώρηση ή επιβράδυνση των πολιτικών απανθρακοποίησης.

Διαβάστε ακόμη