Θέσεις μάχης λαμβάνουν οι αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες ενόψει των προωθούμενων αλλαγών στο Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS) της ΕΕ. Εδώ και δύο δεκαετίες, το ETS βρίσκεται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής για το κλίμα, συμβάλλοντας στη μείωση των εκπομπών και παράλληλα δημιουργώντας έσοδα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Σήμερα όμως, η αυξανόμενη πίεση από τη βιομηχανία, η οικονομική ανησυχία και ο πολιτικός κατακερματισμός απειλούν να αναδιαμορφώσουν – ή ακόμη και να αποδομήσουν – μία από τις πιο φιλόδοξες αγορές άνθρακα στον κόσμο.

Το διακύβευμα

Σε ολόκληρο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις υποχωρούν από τις επιθετικές πολιτικές τιμολόγησης του άνθρακα. Η Καλιφόρνια διένειμε πρόσφατα δωρεάν άδειες ρύπανσης αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο Καναδάς εγκατέλειψε τον φόρο άνθρακα για τους καταναλωτές, ενώ η Νέα Υόρκη αποδυνάμωσε βασικές κλιματικές δεσμεύσεις. Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν μια ευρύτερη τάση, σύμφωνα με την οποία οι πολιτικοί φοβούνται ολοένα περισσότερο το εκλογικό και οικονομικό κόστος που συνεπάγεται η επιβολή υψηλότερων χρεώσεων για τις εκπομπές άνθρακα σε βιομηχανίες και καταναλωτές.

Η Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται ως παγκόσμιος ηγέτης στην κλιματική πολιτική, δεν αποτελεί εξαίρεση. Το ETS της ΕΕ αντιστοιχεί σήμερα περίπου στο 40% των παγκόσμιων εσόδων από την τιμολόγηση του άνθρακα, με τις άδειες εκπομπών να διαπραγματεύονται κοντά στα 80 ευρώ ανά τόνο — πολύ υψηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο των περίπου 20 ευρώ. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τέτοια κόστη υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες που ήδη δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν φθηνότερες εισαγωγές από την Ασία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι παρεμβάσεις της βιομηχανίας

Εκπρόσωποι βιομηχανικών κλάδων όπως τα χημικά, ο χάλυβας, το τσιμέντο και το αλουμίνιο υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκοί κλιματικοί κανόνες ωθούν επενδύσεις και παραγωγή εκτός Ευρώπης. Ορισμένοι ζητούν πλέον ανώτατα όρια στις τιμές του άνθρακα, περισσότερες δωρεάν άδειες ή ακόμη και αναστολή του ίδιου του ETS.

Ωστόσο, στο εσωτερικό της Γενικής Διεύθυνσης Δράσης για το Κλίμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γνωστής ως DG CLIMA, οι αξιωματούχοι δεν δείχνουν διάθεση υποχώρησης.

Και μάλιστα, όπως αποκαλύπτει το Euractiv αρκετοί αξιωματούχοι, αντί να αποδυναμώσουν το σύστημα, επιδιώκουν την ενίσχυσή του.

Η επερχόμενη αναθεώρηση του ETS, που αναμένεται να ξεκινήσει στις 15 Ιουλίου, διαμορφώνεται ως μια πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στα βιομηχανικά συμφέροντα που ζητούν ελάφρυνση και στους τεχνοκράτες του κλίματος που είναι αποφασισμένοι να διαφυλάξουν την ακεραιότητα του βασικού εργαλείου της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής. Ανώτεροι αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν ήδη εκφράσει την αντίθεσή τους στις απαιτήσεις για επιπλέον άδειες, κάτι που θα οδηγούσε σε πτώση των τιμών του άνθρακα.

Εντός της DG CLIMA

Η αποφασιστικότητα αυτή αντανακλά μια βαθιά πεποίθηση εντός της DG CLIMA ότι το ETS υπήρξε καθοριστικό για την αποσύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Για τους αξιωματούχους του κλίματος, η αγορά άνθρακα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο πολιτικής· αποτελεί απόδειξη ότι οι βιομηχανικές οικονομίες μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές χωρίς να θυσιάσουν την ευημερία τους.

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα χαρακτηριστικά του συστήματος: οι δωρεάν άδειες εκπομπών.

Για χρόνια, η βαριά βιομηχανία λάμβανε μεγάλες ποσότητες δωρεάν αδειών με το επιχείρημα ότι η πλήρης επιβάρυνσή της με το κόστος του άνθρακα θα οδηγούσε σε «διαρροή άνθρακα» — δηλαδή στη μεταφορά της παραγωγής σε χώρες με πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανόνες. Αν και αυτή η πολιτική προστάτευσε τη βιομηχανία από τον διεθνή ανταγωνισμό, πολλοί αξιωματούχοι για το κλίμα θεωρούν πλέον ότι υπήρξε υπερβολικά γενναιόδωρη.

Τα έσοδα

Από την έναρξη του ETS, το σύστημα έχει αποφέρει περίπου 260 δισεκατομμύρια ευρώ σε έσοδα. Την ίδια στιγμή, οι βιομηχανίες έλαβαν δωρεάν άδειες αξίας περίπου 255 δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι επικριτές εντός της Επιτροπής υποστηρίζουν ότι αυτές οι επιδοτήσεις συχνά απέτυχαν να οδηγήσουν στις αναμενόμενες επενδύσεις απανθρακοποίησης.

Ο χημικός κλάδος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τις δεκαετίες στήριξης και προστασίας, η Ευρώπη δεν έχει δει την κατασκευή νέου steam cracker — βασικής βιομηχανικής εγκατάστασης — εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια. Για πολλούς αξιωματούχους, αυτό αποδεικνύει ότι οι δωρεάν άδειες διατήρησαν το υφιστάμενο μοντέλο αντί να επιταχύνουν τον βιομηχανικό μετασχηματισμό.

Ως αποτέλεσμα, οι Βρυξέλλες εξετάζουν πλέον αυστηρότερους όρους για τις μελλοντικές δωρεάν κατανομές. Οι εταιρείες που λαμβάνουν στήριξη ενδέχεται να υποχρεωθούν να αποδείξουν συγκεκριμένες επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες, ενεργειακή αποδοτικότητα ή παραγωγικές διαδικασίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Η θέση η οποία κερδίζει έδαφος στο εσωτερικό της Επιτροπής είναι «τέλος στις δωρεάν άδειες χωρίς μετρήσιμες δεσμεύσεις απανθρακοποίησης».

Ο Επίτροπος για το Κλίμα, Βόπκε Χούκστρα, έχει υποστηρίξει ότι, εφόσον οι βιομηχανίες καλούνται να πληρώνουν για τις εκπομπές άνθρακα, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν στήριξη για να εκσυγχρονιστούν — αλλά μόνο υπό αυστηρότερους όρους. 

Η διαχείριση των εσόδων του ETS

Ένα ακόμη μεγάλο σημείο αντιπαράθεσης αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη-μέλη δαπανούν τα έσοδα του ETS. Οι κυβερνήσεις λαμβάνουν συλλογικά σχεδόν 40 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως από την αγορά άνθρακα, ωστόσο μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων δεν επιστρέφει σε έργα βιομηχανικής απανθρακοποίησης. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι εθνικές κυβερνήσεις συχνά διοχετεύουν τα έσοδα σε γενικούς προϋπολογισμούς, υποδομές ή κοινωνικές δαπάνες αντί για επενδύσεις σχετικές με το κλίμα.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επισήμανε πρόσφατα ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό των εσόδων του ETS επιστρέφει στη βιομηχανία. Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ολοένα και περισσότερο ότι το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας δεν προκύπτει τόσο από το ίδιο το ETS, όσο από την αποτυχία των κυβερνήσεων να επανεπενδύσουν στρατηγικά τα έσοδα από τον άνθρακα.

Το επιχείρημα αυτό έχει δημιουργήσει εντάσεις όχι μόνο μεταξύ Βρυξελλών και εθνικών κυβερνήσεων, αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της βιομηχανίας.

Οι διαφωνίες στη βιομηχανία

Ρωγμές εμφανίζονται όμως, και στο ίδιο το βιομηχανικό λόμπι. Διαφορετικοί κλάδοι αντιμετωπίζουν εντελώς διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες, ενώ ακόμη και εταιρείες του ίδιου τομέα έχουν συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα. 

Μάλιστα, πρόσφατα, περισσότερες από 100 εταιρείες υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή ζητώντας ένα ισχυρό πλαίσιο ETS, προειδοποιώντας ότι η αποδυνάμωση του συστήματος θα υπονομεύσει τη βεβαιότητα των επενδύσεων

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι για το κλίμα φαίνεται να γνωρίζουν πολύ καλά αυτές τις διαιρέσεις και ενδέχεται να επιχειρήσουν να τις αξιοποιήσουν. Εσωτερικές αναλύσεις της Επιτροπής φέρονται να υπογραμμίζουν πως παραχωρήσεις προς έναν κλάδο θα μπορούσαν να επιβαρύνουν σημαντικά κάποιον άλλον, εντείνοντας περαιτέρω τις διαφωνίες στο εσωτερικό της βιομηχανίας.

Διαβάστε ακόμη