Το κόστος της θέρμανσης παραμένει ένα από τα βασικά ερωτήματα για τα ελληνικά νοικοκυριά κάθε φορά που πλησιάζει ο χειμώνας. Η επιλογή δεν είναι πλέον αυτονόητη ούτε περιορίζεται στο κλασικό δίλημμα «πετρέλαιο ή καλοριφέρ». Η εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης αναγκάζει τα νοικοκυριά να αποφασίσουν μέσα σε ένα ιδιαίτερα ρευστό περιβάλλον αν θα γεμίσουν τον λέβητα – συχνά σημείο τριβής σε συστήματα κεντρικής θέρμανσης πολυκατοικιών ή θα στραφούν σε εναλλακτικές λύσεις θέρμανσης όπως στα κλιματιστικά που βρίσκονται στις περισσότερες κατοικίες.

Οι τιμές και τα μέτρα διαμορφώνουν τη νέα εξίσωση της θέρμανσης

Η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει παρέμβαση στην τιμή του πετρελαίου θέρμανσης ενόψει της έναρξης διάθεσής του στις 15 Οκτωβρίου, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να δηλώνει ότι, με τη στήριξη τόσο του Δημοσίου όσο και των διυλιστηρίων, η τιμή εκκίνησης θα είναι «πολύ χαμηλότερη» από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, επίπεδο στο οποίο έκλεισε η προηγούμενη περίοδος τον Απρίλιο Ακόμα και με την επιδότηση όμως, το κόστος της οποίας θα επωμιστούν από κοινού ο κρατικός προϋπολογισμός και τα διυλιστήρια όλα δείχνουν ότι, ακόμα και αν οι διεθνείς τιμές του μαύρου χρυσού αποκλιμακωθούν από τα τρέχοντα επίπεδα των 104 δολαρίων/τόνο, η τιμή διάθεσης θα είναι σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με το 1,13 ευρώ/λίτρο του Οκτωβρίου 2025. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν ο πήχης τεθεί -για παράδειγμα- στο 1,5 ευρώ/λίτρο, τότε το κόστος 1.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης θα διαμορφωνόταν στα 1.500 ευρώ, έναντι 2.000 ευρώ εάν η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης ξεκινούσε σήμερα (χωρίς επιδότηση) και 1.130 ευρώ που ήταν η τιμή τον Οκτώβριο του 2025. Στην εξίσωση μπαίνει παράλληλα και το επίδομα θέρμανσης, για το οποίο έχει ανακοινωθεί οριζόντια αύξηση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει προσδιοριστεί το ακριβές ποσοστό ή να έχουν οριστικοποιηθεί τυχόν αλλαγές στα κριτήρια και στη δομή του μέτρου. Το επίδομα αφορά περισσότερες από μία μορφές θέρμανσης, μεταξύ άλλων πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια.

Η εικόνα είναι διαφορετική στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Εκεί ο καταναλωτής βρίσκεται αντιμέτωπος με διαφορετικά είδη τιμολογίων και συνεπώς διαφορετική έκθεση στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς ενώ και το φυσικό αέριο δεν μένει έξω από την εξίσωση. Οι τιμές αναφοράς του ευρωπαϊκού TTF έχουν αυξηθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, ενώ η αγορά παραμένει ευάλωτη στις διεθνείς εξελίξεις και στις συνθήκες εφοδιασμού ενόψει του χειμώνα.

Όλα αυτά διαμορφώνουν το σκηνικό μέσα στο οποίο καλείται να αποφασίσει ο καταναλωτής. Και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς «πόσο κοστίζει το πετρέλαιο ή το ρεύμα;». Είναι πόσο κοστίζει τελικά η θερμότητα που χρειάζεται το συγκεκριμένο σπίτι.

Από την τιμή του καυσίμου στο κόστος της θερμότητας

Η τιμή αγοράς της ενέργειας είναι μόνο η μία πλευρά της εξίσωσης. Το κρίσιμο μέγεθος για ένα νοικοκυριό είναι πόσο πληρώνει τελικά για να πάρει συγκεκριμένη ποσότητα θερμότητας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι αντλίες θερμότητας έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της αγοράς.

Ο κ. Ιωάννης Ξενικάκης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ι. ΞΕΝΙΚΑΚΗΣ Α.Ε., η οποία αποτελεί κεντρικό διανομέα της Daikin στην Ελλάδα υποστηρίζει ότι ένα σπίτι που χρησιμοποιεί αντλία θερμότητας μπορεί να έχει κατανάλωση περίπου στο ένα τέταρτο εκείνης που θα απαιτούσε ένα αντίστοιχο σύστημα πετρελαίου, υπογραμμίζοντας τη μεγάλη διαφορά στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Όπως εξηγεί, η σύγκριση αυτή αφορά την κατανάλωση και όχι μια ενιαία, εγγυημένη εξοικονόμηση για κάθε κατοικία. Το τελικό αποτέλεσμα, όπως υπογραμμίζει, επηρεάζεται από τη μόνωση, το μέγεθος του χώρου, τις ώρες λειτουργίας, την εξωτερική θερμοκρασία, την επιθυμητή θερμοκρασία και την απόδοση του εξοπλισμού. Ωστόσο, η βασική αρχή είναι σαφής: η αντλία θερμότητας δεν λειτουργεί όπως ένα απλό ηλεκτρικό σώμα. Μεταφέρει θερμότητα αντί να παράγει θερμότητα αποκλειστικά μέσω ηλεκτρικής αντίστασης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορεί να αποδίδει περισσότερη θερμική ενέργεια από την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει. Ο Ξενικάκης τοποθετεί την αρχική επένδυση μιας αντλίας θερμότητας περίπου στα 5.000 έως 9.000 ευρώ, ανάλογα με την περίπτωση, σημειώνοντας ότι το υψηλότερο αρχικό κόστος μπορεί να αποσβεστεί μέσα από τη χαμηλότερη δαπάνη λειτουργίας.

Αντίστοιχα, όπως επισημαίνει για ένα νοικοκυριό που έχει ήδη σύγχρονο inverter, η επιλογή της θέρμανσης με κλιματιστικό δεν απαιτεί νέα μεγάλη επένδυση. Για ένα σπίτι που χρειάζεται πλήρη αλλαγή συστήματος, αντίθετα, η εγκατάσταση μιας ολοκληρωμένης αντλίας θερμότητας μπορεί να κοστίσει αρκετές χιλιάδες ευρώ.

Στροφή στο κλιματιστικό με οδηγό το χαμηλό αρχικό κόστος

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κλιματιστικού. Για ένα νοικοκυριό που δεν έχει τη δυνατότητα να επενδύσει αρκετές χιλιάδες ευρώ σε μια ολοκληρωμένη εγκατάσταση αντλίας θερμότητας, ένα inverter μπορεί να αποτελέσει πολύ μικρότερη επένδυση.

Ο κ. Ξενικάκης αναφέρει ότι ένα κλιματιστικό μπορεί να ξεκινά περίπου από 450-600 ευρώ για ένα υπνοδωμάτιο ή έναν μικρό χώρο. Σε μια κατοικία με δύο υπνοδωμάτια και σαλόνι, το συνολικό κόστος αγοράς και εγκατάστασης μπορεί, σύμφωνα με την εκτίμησή του, να φτάσει περίπου στα 2.300 ευρώ, ανάλογα με τα μηχανήματα και τις απαιτήσεις του χώρου. Έτσι, για έναν ιδιοκτήτη ή ενοικιαστή που θέλει να περιορίσει την εξάρτηση από την κεντρική θέρμανση, το κλιματιστικό προσφέρει και ένα ακόμη πλεονέκτημα: αυτονομία. Δεν χρειάζεται να αποφασίσει ολόκληρη η πολυκατοικία αν θα αγοραστεί πετρέλαιο. Δεν χρειάζεται να λειτουργήσει ολόκληρο το σύστημα. Κάθε διαμέρισμα –και σε μεγάλο βαθμό κάθε δωμάτιο– μπορεί να θερμαίνεται ξεχωριστά.

Πού βρίσκεται το κλιματιστικό στην εξίσωση του κόστους

Ο Ενεργειακός Αναλυτής, Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ κ. Μιχάλης Χριστοδουλίδης υποστηρίζει πως εφόσον ένα σπίτι έχει ήδη εγκατεστημένη αντλία θερμότητας, αυτή μπορεί να αποτελεί την οικονομικότερη επιλογή. Στη δική του σύγκριση, η αντλία θερμότητας βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των συστημάτων που εξετάζει, όταν είναι ήδη εγκατεστημένη. Ακολουθεί το κλιματιστικό inverter, στη συνέχεια το φυσικό αέριο και τελευταίο το πετρέλαιο θέρμανσης. Ο ίδιος προσθέτει ότι, εάν ένα νοικοκυριό δεν διαθέτει καμία από αυτές τις λύσεις, το απλό ηλεκτρικό σώμα είναι ακόμη ακριβότερο ως προς την κατανάλωση.

Η συγκεκριμένη σειρά αποτελεί την εκτίμηση του Χριστοδουλίδη με βάση τις τιμές και τις αποδόσεις που χρησιμοποιεί στη σύγκρισή του και δεν μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη κατάταξη. Οι τιμές της ενέργειας μεταβάλλονται και, μαζί τους, μεταβάλλεται και το τελικό κόστος λειτουργίας. Το κρίσιμο όμως στοιχείο που παραμένει είναι η ενεργειακή απόδοση.

Η σωστή λειτουργία και εγκατάσταση κάνουν τη διαφορά

Ένα από τα συχνότερα παράπονα για τη θέρμανση με κλιματιστικό είναι ότι «η ζέστη δεν κρατάει» όπως με το καλοριφέρ. Ο κ. Ξενικάκης εξηγεί ότι η διαφορετική αίσθηση συνδέεται κυρίως με τον τρόπο λειτουργίας των δύο συστημάτων. Στο καλοριφέρ, το ζεστό νερό που είναι μέσα στα σώματα συνεχίζει να αποδίδει θερμότητα για κάποιο διάστημα μετα το κλείσιμο. Το inverter κλιματιστικό πράγματι όταν το κλείσεις δεν συνεχίζει να αποδίδει θερμότητα αλλά όμως είναι σχεδιασμένο να διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του χώρου, λειτουργώντας όση ώρα απαιτείται, μειώνοντας όμως την ισχύ και την κατανάλωση του όταν πλησιάζει την επιθυμητή θερμοκρασία που ο χρήστης έχει ορίσει..
Από την πλευρά του ο κ. Χριστοδουλίδης σημειώνει ότι ένα inverter δεν πρέπει να λειτουργεί με τη λογική «το ανοίγω μέχρι να ζεστάνει και μετά το κλείνω». Η συσκευή μπορεί να παραμένει σε μια σταθερή ρύθμιση και να προσαρμόζει αυτόματα την ισχύ της. Ως ενδεικτικές ρυθμίσεις αναφέρει τους 22°C τον χειμώνα και τους 26°C το καλοκαίρι. Κατά την εκτίμησή του, το συνεχές on-off μπορεί να αυξήσει την κατανάλωση κατά περίπου 25%-30%, ποσοστό που, όπως διευκρινίζει, δεν μπορεί να εφαρμοστεί οριζόντια σε κάθε μηχάνημα και κάθε χώρο.

Εξίσου κρίσιμη είναι η εγκατάσταση. Ο κ. Ξενικάκης επισημαίνει ότι στη θέρμανση ο ζεστός αέρας κινείται προς τα πάνω και, αν η εσωτερική μονάδα δεν έχει τοποθετηθεί σωστά ή πολύ ψηλά, μπορεί να θερμαίνεται περισσότερο το πάνω μέρος του χώρου. Έτσι, το μηχάνημα μπορεί να «βλέπει» ότι έχει επιτευχθεί η επιθυμητή θερμοκρασία, ενώ ο άνθρωπος στο επίπεδο του δαπέδου να εξακολουθεί να αισθάνεται κρύο.
Η θέση της εσωτερικής μονάδας πρέπει επομένως να επιλέγεται με βάση τη γεωμετρία του χώρου, τη διάχυση του αέρα και την παρουσία άλλων πηγών θερμότητας. Ο κ. Χριστοδουλίδης επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι το κλιματιστικό δεν πρέπει να βρίσκεται κοντά σε φούρνο ή άλλες συσκευές που παράγουν θερμότητα, καθώς μπορεί να επηρεάζεται η λειτουργία και η μέτρηση της θερμοκρασίας. Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και η εξωτερική μονάδα. Σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλίδη, όπου υπάρχει δυνατότητα επιλογής, είναι προτιμότερο να βρίσκεται σε προστατευμένο σημείο και να μην εμποδίζεται η κυκλοφορία του αέρα. Γλάστρες, αντικείμενα ή άλλες κατασκευές δεν πρέπει να περιορίζουν τη λειτουργία της.

Ποια επιλογή ταιριάζει σε ποιο σπίτι

Το ερώτημα «πετρέλαιο ή κλιματιστικό» δεν έχει μία απάντηση για όλους.

  • Για ένα σπίτι που διαθέτει ήδη σύγχρονο inverter, η θέρμανση με αυτό μπορεί να αποτελέσει οικονομική λύση, εφόσον το μηχάνημα είναι σωστά διαστασιολογημένο και εγκατεστημένο.
  • Για ένα σπίτι που θέλει να αντικαταστήσει συνολικά το σύστημα θέρμανσης, η αντλία θερμότητας μπορεί να προσφέρει υψηλή ενεργειακή απόδοση, αλλά απαιτεί μεγαλύτερη αρχική επένδυση.
  • Για μια πολυκατοικία με κεντρικό λέβητα πετρελαίου, το πλεονέκτημα του κλιματιστικού είναι ότι προσφέρει αυτονομία σε κάθε διαμέρισμα και δεν εξαρτά τη θέρμανση από τη συλλογική απόφαση των ενοίκων.
  • Για ένα σπίτι με πολύ παλιά κλιματιστικά, η αντικατάσταση του εξοπλισμού μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από την απλή αλλαγή του τρόπου χρήσης.

Διαβάστε ακόμα