Η χώρα μας διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ 19 GW από ανανεώσιμες πηγές, ενώ φέτος πέτυχε τους στόχους που είχαν τεθεί για την ηλιακή ενέργεια. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι, όσον αφορά το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας, το πρώτο εξάμηνο του έτους η Ελλάδα κατέγραψε καθαρές εξαγωγές. Ωστόσο, το ζήτημα των περικοπών, αλλά και της επίσπευσης της αποθήκευσης, βρίσκονται στο προσκήνιο. Από τις αρχές του έτους έχουν περικοπεί περισσότερες από 1.600 γιγαβατώρες παραγωγής. Η έκταση των περικοπών αποτυπώνει την αυξανόμενη ένταση του φαινομένου σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα προβλέπει 4,33 GW συστημάτων BESS και 1,93 GW αντλησιοταμίευσης έως το 2030, ενώ το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εκτιμά ότι η πραγματική ανάπτυξη των μπαταριών μπορεί να φθάσει τα 5-7 GW.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο η αναταραχή που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες σχετικά με τα επιτόκια μπορεί να επηρεάσει τη στήριξη επενδύσεων από τις ελληνικές τράπεζες. Υπενθυμίζεται πως η ΕΚΤ προχώρησε τον Σεπτέμβριο του 2026 στη δεύτερη αύξηση επιτοκίων για φέτος, κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50% και το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης στο 2,65%.

Ο Chief Corporate & Investment Banking της Πειραιώς, Θοδωρής Τζούρος, μιλώντας την Παρασκευή στο 11th Business Forum Greece–Sweden, ανέφερε πως εκτιμάται ότι έως το 2030 θα απαιτηθούν επιπλέον 6 δισ. ευρώ, με τη συνολική επενδυτική δαπάνη για την ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια να εκτιμάται στα 12 δισ. ευρώ.

Υπογράμμισε πως το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει διευρύνει δυναμικά τα χαρτοφυλάκια εταιρικών δανείων του τα τελευταία χρόνια, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 8-9% – ποσοστό που αντιστοιχεί σε καθαρή πιστωτική επέκταση ύψους 12 δισ. ευρώ, στόχος που διατηρείται και για τα επόμενα έτη. Από αυτό το ποσό των 12 δισ. ευρώ μπορούν να διατεθούν 2 ή 3 δισ. ευρώ για την ενεργειακή μετάβαση. Πρόκειται για ένα εγχείρημα απολύτως υλοποιήσιμο, όπως είπε.

Παράλληλα, αναφερόμενος στα επιτόκια, πράγματι, όπως είπε, αυτά έχουν αυξηθεί. Ειδικότερα, στα έργα μακροπρόθεσμου ορίζοντα, η μέση διάρκεια αυτών των δανείων υπερβαίνει τα 10 έτη. Σύμφωνα με τον κ. Τζούρο, σήμερα τα επιτόκια swap βρίσκονται στο 3,6%, ενώ την ίδια περίοδο πέρυσι ήταν στο 2,6%· παρατηρείται, δηλαδή, αύξηση 1% στο κόστος δανεισμού. Όπως είπε Παράλληλα, όπως είπε τα spreads έχουν μεταβληθεί και έχουν μειωθεί. Εκτίμησε πως η συνολική πρόσθετη επιβάρυνση για ένα νέο έργο ΑΠΕ εκτιμώ ότι δεν θα υπερβεί τις 50 μονάδες βάσης.

Τι γίνεται με τις μπαταρίες

Το κρίσιμο ερώτημα στην αγορά, σύμφωνα με τον Chief Corporate & Investment Banking της Πειραιώς, αφορά την εξέλιξη των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες.

«Πρέπει να δούμε τι συμβαίνει σήμερα στην ελληνική αγορά. Υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, με αποτέλεσμα τα ελληνικά φωτοβολταϊκά πάρκα να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με μηδενικό κόστος κατά τις μεσημεριανές ώρες. Την ενέργεια αυτή την αγοράζουν οι Βούλγαροι, οι οποίοι έχουν καταφέρει να αναπτύξουν πολύ δυναμικότητα συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας».

Τέλος, στάθηκε στους όρους χρηματοδότησης των μπαταριών, λέγοντας πως οι περισσότερες από αυτές τις μπαταρίες θα λειτουργούν με όρους ελεύθερης αγοράς, δηλαδή θα συμμετέχουν ουσιαστικά στην καθημερινή διαπραγμάτευση ενέργειας στο σύστημα. Η χρηματοδότηση αυτού του μοντέλου παρουσιάζει μεγαλύτερες προκλήσεις.

«Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι τα έσοδα δεν είναι εγγυημένα, καθώς εξαρτώνται από τη δραστηριότητα στην αγορά, ενώ παράλληλα ισχύει ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός των μπαταριών στο σύστημα, τόσο μειώνεται το κέρδος της καθεμιάς. Εμφανίζεται, δηλαδή, ένα φαινόμενο «κανιβαλισμού» των εσόδων, το οποίο καθίσταται όλο και πιο δύσκολο να αξιολογηθεί από τις τράπεζες. Δεν έχουμε σταθερά και προβλέψιμα έσοδα, όπως συμβαίνει με τις εταιρικές συμβάσεις αγοράς ενέργειας (PPAs) ή τα καθορισμένα τιμολόγια. Πρόκειται για έσοδα με υψηλή μεταβλητότητα, γεγονός που δυσχεραίνει τη χρηματοδότηση», είπε.

Σημείωσε ότι την τελευταία τριετία οι συνολικές επενδύσεις για την πράσινη ενεργειακή μετάβαση εκτιμώνται στα 11 δισεκατομμύρια ευρώ. Η προσπάθεια αυτή υποστηρίχθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, από το οποίο περίπου το 20% κατευθύνθηκε σε έργα ΑΠΕ με ιδιαίτερα ευνοϊκή χρηματοδότηση.

Διαβάστε ακόμη