«Γιατί δεν έχουμε όσες μπαταρίες έχει η Βουλγαρία;» Το ερώτημα για τη διαφορετική πορεία των δύο χωρών στην αποθήκευση ενέργειας απαντά ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα έχει επιλέξει ένα διαφορετικό και, όπως σημειώνει, πιο ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα. «Η απλή απάντηση είναι ότι η Βουλγαρία εστίασε πάρα πολύ στις μπαταρίες, ενώ εμείς έχουμε φτιάξει ένα πιο ισορροπημένο μείγμα», αναφέρει χαρακτηριστικά σε ανάρτησή του.
Όπως εξηγεί, η Ελλάδα έχει επενδύσει στην αποθήκευση, αλλά ταυτόχρονα έχει επιλέξει να δώσει σημαντικό βάρος στην αντλησιοταμίευση. Πρόκειται για μια τεχνολογία που, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία και μπορεί να προσφέρει αποθήκευση μεγαλύτερης διάρκειας και για περισσότερα χρόνια. Από την άλλη πλευρά, τα έργα αντλησιοταμίευσης είναι πιο σύνθετα και απαιτούν περισσότερο χρόνο για να υλοποιηθούν. «Αυτή η επιλογή μας στερεί κάτι σήμερα αλλά θα μας ωφελήσει στο μέλλον», σημειώνει ο κ. Τσάφος, υπογραμμίζοντας ότι το ενεργειακό μείγμα μιας χώρας δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από το πόσο γρήγορα εγκαθίσταται μια συγκεκριμένη τεχνολογία.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, η αξιολόγηση των ενεργειακών επιλογών πρέπει να γίνεται σε βάθος χρόνου και με βάση τον ρόλο που καλείται να παίξει κάθε τεχνολογία στο σύστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μονάδες φυσικού αερίου στην Ελλάδα, οι οποίες, όπως αναφέρει, παρέχουν ευελιξία όχι μόνο στην ελληνική αγορά αλλά και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Όταν οι τιμές φυσικού αερίου βρίσκονται σε κανονικά επίπεδα, η συγκεκριμένη υπηρεσία είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική. Όταν όμως οι τιμές του αερίου αυξάνονται, το κόστος αυτής της ευελιξίας γίνεται υψηλότερο.
«Αυτό ισχύει για όλες τις τεχνολογίες», επισημαίνει ο κ. Τσάφος, φέρνοντας ως παράδειγμα και την πυρηνική ενέργεια. Όπως σημειώνει, τα πυρηνικά εργοστάσια έχουν το πλεονέκτημα της σταθερής παραγωγής και του σχετικά προβλέψιμου κόστους, ωστόσο σήμερα υπάρχουν μονάδες σε όλη την Ευρώπη που υπολειτουργούν, μεταξύ άλλων λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης. Ανάλογη εικόνα, σύμφωνα με τον ίδιο, παρατηρείται και στα υδροηλεκτρικά, καθώς σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η παραγωγή έχει περιοριστεί.
Ο κ. Τσάφος αναγνωρίζει τη σημασία των μπαταριών, αλλά υπογραμμίζει ότι η τεχνολογία δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει τη βάση ενός ηλεκτρικού συστήματος. Οι μπαταρίες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες όταν υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή από ΑΠΕ, καθώς μπορούν να αποθηκεύσουν ενέργεια όταν η προσφορά είναι υψηλή και να την επιστρέψουν στο δίκτυο όταν αυξάνεται η ζήτηση. Ωστόσο, η συμβολή τους είναι διαφορετική όταν η χαμηλή παραγωγή από ΑΠΕ διαρκεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
«Οι μπαταρίες είναι πολύτιμες όταν έχουμε υπερπαραγωγή από ΑΠΕ – αλλά όταν έχουμε μια μέρα ή μια περίοδο με χαμηλή παραγωγή, η συνδρομή τους είναι πιο μικρή», σημειώνει. Ιδιαίτερα τον χειμώνα, προσθέτει, η παραγωγή από φωτοβολταϊκά είναι περιορισμένη, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για ένα ευρύτερο μείγμα τεχνολογιών αποθήκευσης και παραγωγής. Η ίδια η πρόσφατη εμπειρία της Βουλγαρίας δείχνει, άλλωστε, τόσο τις δυνατότητες όσο και τους περιορισμούς των μπαταριών: τα BESS μπορούν να αξιοποιούν τα ημερήσια πλεονάσματα από τα φωτοβολταϊκά, αλλά οι σημερινές μπαταρίες συνήθως καλύπτουν αποθήκευση μερικών ωρών και όχι παρατεταμένων περιόδων χαμηλής παραγωγής.
Το κόστος των επιδοτήσεων
Ένα ακόμη ζήτημα που θέτει ο υφυπουργός αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο επιλέγεται να στηριχθεί οικονομικά μια νέα τεχνολογία.
Όπως αναφέρει, οι μπαταρίες μόλις πρόσφατα έγιναν βιώσιμες χωρίς κρατική ενίσχυση. Κατά συνέπεια, η επιλογή να επιδοτείται μια τεχνολογία που βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία ωρίμανσης μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για το κόστος που επωμίζεται τελικά η αγορά. «Το να τρέχεις να επιδοτήσεις μια τεχνολογία που ακόμη ωριμάζει έχει και αυτό κινδύνους», σημειώνει, παραπέμποντας στην εμπειρία των φωτοβολταϊκών. Όπως υποστηρίζει, οι υψηλές επιδοτήσεις που δόθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2010 εξακολουθούν να έχουν οικονομικό αποτύπωμα.
Για τον κ. Τσάφο, πάντως, η τελική αποτίμηση των διαφορετικών ενεργειακών επιλογών δεν μπορεί να γίνει μόνο με βάση το πόσες μπαταρίες διαθέτει κάθε χώρα. Το κρίσιμο μέγεθος είναι το συνολικό αποτέλεσμα που παράγει ο σχεδιασμός του συστήματος. Όπως επισημαίνει, η Ελλάδα είχε διαχρονικά υψηλότερη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας από τη Βουλγαρία, με τη διαφορά να φτάνει έως και το 51% το 2018. Από το 2024, ωστόσο, η εικόνα έχει αντιστραφεί, καθώς η ελληνική χονδρεμπορική τιμή είναι χαμηλότερη από τη βουλγαρική, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, η διαφορά φέτος φτάνει το 10%.
«Ακόμα και τώρα, και παρά το γεγονός ότι η Βουλγαρία έχει τόσες μπαταρίες, οι συνολικές συνθήκες στην ελληνική αγορά οδηγούν σε χαμηλότερη τιμή χονδρεμπορικής από τους γείτονές μας», σημειώνει ο κ. Τσάφος. Και εκεί, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται η ουσία της σύγκρισης. «Η κάθε τεχνολογία έχει υπέρ και κατά», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι το ενεργειακό σύστημα δεν κρίνεται από μία μόνο τεχνολογία, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται οι διαφορετικές επιλογές. «Στο τέλος, άλλωστε, αυτό μετράει», καταλήγει, αναφερόμενος στο συνολικό αποτέλεσμα του ενεργειακού σχεδιασμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

© Nikos Tsafos/LinkedIn
Διαβάστε ακόμη
