Η σταδιακή έξοδος των νησιών από την ακριβή πετρελαϊκή ηλεκτροπαραγωγή αρχίζει να δημιουργεί τον πρώτο ουσιαστικό δημοσιονομικό χώρο για χαμηλότερες χρεώσεις Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, χωρίς ωστόσο να έχει κλείσει ακόμη η «τρύπα» που κουβαλά ο ειδικός λογαριασμός από τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα της τοποθέτησης του υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκου Τσάφου στη Βουλή, όπου εξήγησε γιατί η κυβέρνηση προχωρά τώρα στη μείωση των ΥΚΩ για τα νοικοκυριά, αλλά και γιατί, όπως είπε, δεν υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερη αποκλιμάκωση των χρεώσεων.

Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται ο Ειδικός Λογαριασμός Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, μέσω του οποίου καλύπτεται, μεταξύ άλλων, το αυξημένο κόστος ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών και χρηματοδοτείται το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο. Για χρόνια, το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα νησιά αυξανόταν, καθώς οι τοπικές μονάδες βασίζονταν σε μαζούτ και ντίζελ, ενώ σημαντική ήταν και η επιβάρυνση από τα δικαιώματα εκπομπών CO₂. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο Νίκος Τσάφος στη Βουλή, μόνο το κόστος των ρύπων αυξήθηκε από περίπου 40 εκατ. ευρώ το 2018 σε περίπου 200 εκατ. ευρώ, χωρίς αντίστοιχη αναπροσαρμογή των χρεώσεων ΥΚΩ προς τους καταναλωτές.

Αυτή ακριβώς η απόκλιση, όπως εξήγησε, βρίσκεται πίσω από τη συσσώρευση ελλείμματος στον λογαριασμό. Οι δαπάνες αυξάνονταν, τα έσοδα όμως δεν ακολουθούσαν με τον ίδιο ρυθμό, με αποτέλεσμα ο ΕΛΥΚΩ να επιβαρύνεται χρόνο με τον χρόνο. Η εικόνα αρχίζει πλέον να αλλάζει χάρη στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Με την Κρήτη να έχει περάσει στο ηπειρωτικό σύστημα και τη Σαντορίνη να έχει επίσης διασυνδεθεί, περιορίζεται σταδιακά η ανάγκη λειτουργίας των ακριβών πετρελαϊκών μονάδων και μαζί της μειώνεται το κόστος που καλείται να χρηματοδοτήσει ο λογαριασμός των ΥΚΩ.

Όπως ανέφερε, παρά το παλαιό έλλειμμα, οι νέες συνθήκες που δημιουργούν οι διασυνδέσεις επιτρέπουν πλέον στον ΕΛΥΚΩ να εμφανίζει σε τρέχουσα βάση ένα μικρό πλεόνασμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι παλιές υποχρεώσεις εξαφανίστηκαν· σημαίνει όμως ότι σταματά σταδιακά να δημιουργείται νέα «τρύπα» με τον ίδιο ρυθμό και ανοίγει χώρος ώστε μέρος της εξοικονόμησης να επιστρέψει στον καταναλωτή.

Σε αυτή τη λογική εντάσσεται η μείωση κατά 50% της πρώτης κλίμακας των ΥΚΩ για τις οικιακές παροχές από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η χρέωση για καταναλώσεις έως 500 kWh μειώνεται από 6,9 ευρώ/MWh σε 3,45 ευρώ/MWh, με ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα περίπου 50 εκατ. ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με την κυβέρνηση, καλύπτεται από τη μείωση των δαπανών λόγω των νησιωτικών διασυνδέσεων. Αντίστοιχη μείωση κατά 50% εφαρμόζεται ήδη για τη βιομηχανία από την 1η Ιουλίου 2026. Παράλληλα, ο κρατικός προϋπολογισμός πρόκειται να ενισχύσει τον λογαριασμό ΥΚΩ με 200 εκατ. ευρώ εντός του 2027, ώστε να περιοριστεί το συσσωρευμένο έλλειμμα και να καταστεί εφικτή η αποκλιμάκωση των χρεώσεων.

Με απλά λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί να δουλέψει ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα: από τη μία να χρηματοδοτήσει μέρος των παλαιών υποχρεώσεων του λογαριασμού από τον προϋπολογισμό και από την άλλη να αξιοποιήσει την εξοικονόμηση που φέρνουν οι διασυνδέσεις για να περιορίσει τις μελλοντικές χρεώσεις. Γι’ αυτό και ο Νίκος Τσάφος ξεκαθάρισε ότι, παρότι το ΥΠΕΝ θα επιθυμούσε μεγαλύτερη μείωση, σήμερα δεν υπάρχει ο απαιτούμενος χώρος για να προχωρήσει ακόμη περισσότερο.

Η ενεργειακή φτώχεια και το 18,1%

Ξεχωριστό μέρος της παρέμβασης αφορούσε την ενεργειακή φτώχεια, με τον υφυπουργό να αναγνωρίζει ότι το ποσοστό παραμένει υψηλό, επιχειρώντας όμως να το τοποθετήσει σε μεγαλύτερο χρονικό βάθος. Το 2025 το 18,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι αδυνατεί να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 8,8%. Έναν χρόνο νωρίτερα το αντίστοιχο ελληνικό ποσοστό βρισκόταν στο 19%.

Η επιχειρηματολογία του Νίκου Τσάφου ήταν ότι η ενεργειακή φτώχεια αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα για την Ελλάδα και δεν εμφανίστηκε με την τρέχουσα ενεργειακή κρίση. Επικαλέστηκε το γεγονός ότι ήδη από το 2003 ο σχετικός δείκτης κινούνταν στο 17,4%, υποστηρίζοντας ότι, παρά τη μεγάλη αναταραχή των τελευταίων ετών στις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας, η επιδείνωση στην Ελλάδα συγκρατήθηκε σε σχέση με τη μεταβολή που καταγράφηκε συνολικά στην Ευρώπη.

Αυτό δεν αναιρεί, βεβαίως, το μέγεθος του προβλήματος: σχεδόν ένας στους πέντε στην Ελλάδα εξακολουθεί να δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης του σπιτιού του. Η κυβερνητική απάντηση, σύμφωνα με τον υφυπουργό, μετατοπίζεται πλέον και σε πιο μόνιμες παρεμβάσεις, με πόρους του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου και άλλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων να κατευθύνονται τα επόμενα χρόνια σε ευάλωτα νοικοκυριά, ενεργειακές αναβαθμίσεις, καθαρότερα συστήματα θέρμανσης και μεταφορές. Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων προβλέπεται να στηριχθούν νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις που βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένα στο ενεργειακό κόστος.

Η πόρτα για τον ΕΦΚ μένει ανοιχτή, αλλά υπό όρους

Στο πεδίο των καυσίμων, ο Νίκος Τσάφος συνέδεσε ευθέως οποιαδήποτε νέα παρέμβαση στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Η κυβερνητική θέση είναι ότι μια μείωση του ΕΦΚ έχει άμεσο κόστος για τον προϋπολογισμό και, με τα σημερινά δεδομένα, θα πρέπει να αντισταθμιστεί είτε με περικοπή άλλης δαπάνης είτε με πρόσθετα έσοδα.

Γι’ αυτό και η Αθήνα επιχειρεί να ανοίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη συζήτηση για μια ειδική, προσωρινή εξαίρεση που θα επέτρεπε στα κράτη-μέλη να μειώσουν τη φορολογία στα καύσιμα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης χωρίς η παρέμβαση να προσμετράται με τον ίδιο τρόπο στους περιορισμούς των δημοσίων δαπανών. Την ίδια γραμμή είχε διατυπώσει λίγες ημέρες νωρίτερα και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, λέγοντας ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει σήμερα το περιθώριο να μειώσει τον ΕΦΚ χωρίς ισοδύναμη δημοσιονομική παρέμβαση και ότι το θέμα θα τεθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Η αναφορά του Τσάφου στο ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «δεύτερη τεράστια ενεργειακή κρίση», λίγο μετά την προηγούμενη, αποτέλεσε ταυτόχρονα και την πολιτική αιχμή της τοποθέτησής του. Κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι υποτιμά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς μέσα στους οποίους λαμβάνονται οι αποφάσεις και υποστήριξε ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι μετρημένες και χρηματοδοτούμενες, παραπέμποντας και στην εμπειρία της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης.

Διαβάστε ακόμη