Η θέρμανση των κτιρίων απορροφά πάνω από τις μισές εισαγωγές φυσικού αερίου της ΕΕ, ενώ τα ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και ψύξη ευθύνονταν για το 12% των εκπομπών της το 2024. Για να περιοριστούν η κατανάλωση αερίου και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των κτιρίων, ανάλυση προτείνει ευρωπαϊκούς στόχους πωλήσεων αντλιών θερμότητας για τους κατασκευαστές, με πρόστιμα για όσους υπολείπονται και πιστώσεις για όσους υπερβαίνουν τις υποχρεώσεις τους. Η πρόταση επιχειρεί να επιταχύνει τη διάδοση μιας αποδοτικότερης λύσης, η οποία εξακολουθεί να σκοντάφτει στο υψηλό αρχικό κόστος αγοράς και εγκατάστασης.

Μια πρόταση για την αντιμετώπιση αυτού του εμποδίου είναι η θέσπιση ευρωπαϊκού προτύπου ενεργειακής απόδοσης για τις συσκευές θέρμανσης. Οι κατασκευαστές θα καλούνται να αυξάνουν σταδιακά το μερίδιο των αντλιών θερμότητας στις πωλήσεις τους, με πρόστιμα για όσους δεν πιάνουν τους στόχους και δυνατότητα μεταβίβασης πιστώσεων μεταξύ εταιρειών. Το μέτρο θα λειτουργούσε συμπληρωματικά προς τις φορολογικές αλλαγές και τις παρεμβάσεις στους λογαριασμούς, ενώ θα έδινε κίνητρο στις εταιρείες να μειώσουν τις τιμές και να επενδύσουν στην αγορά, όπως αναφέρει το Bruegel. 

Τον Ιούλιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το Σχέδιο Δράσης για τον Εξηλεκτρισμό και ανακοίνωσε ότι θα εξετάσει έναν «μηχανισμό αγοράς καθαρής θέρμανσης», με στόχο να περιοριστεί η διαφορά στο αρχικό κόστος των αντλιών θερμότητας. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχουν δοθεί λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας του.

Η εικόνα της αγοράς

Οι αντλίες θερμότητας αντιστοιχούσαν το 2025 στο 28% των πωλήσεων συστημάτων θέρμανσης με νερό στην ΕΕ. Οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν αισθητά το 2022 και το 2023, στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, αλλά έκτοτε υποχώρησαν ελαφρά. Η διείσδυσή τους διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα: στη Σουηδία αντιπροσωπεύουν το 97% των πωλήσεων συστημάτων θέρμανσης και στη Δανία το 70%. Στη Γερμανία, μάλιστα, ξεπέρασαν για πρώτη φορά τους λέβητες αερίου το 2025, φτάνοντας στο 48% των πωλήσεων.

Την ίδια στιγμή, η αγορά παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τους λέβητες ορυκτών καυσίμων. Περίπου το 53% των Ευρωπαίων θερμαίνει το σπίτι του με αυτόνομο σύστημα, το 27% χρησιμοποιεί κεντρική θέρμανση που εξυπηρετεί το κτίριο και το 13% είναι συνδεδεμένο σε δίκτυο τηλεθέρμανσης. Στα κτίρια της ΕΕ εκτιμάται ότι λειτουργούν περίπου 68 εκατομμύρια λέβητες φυσικού αερίου και 18 εκατομμύρια πετρελαίου, έναντι 11 εκατομμυρίων αντλιών θερμότητας με υδραυλικό κύκλωμα. Συνολικά, περίπου ένα στα δέκα συστήματα θέρμανσης είναι αντλία θερμότητας, με αρκετές εγκαταστάσεις να εξυπηρετούν περισσότερα από ένα νοικοκυριά.

Σε αντίθεση με έναν λέβητα, που παράγει θερμότητα καίγοντας καύσιμο, η αντλία θερμότητας αντλεί θερμότητα από τον εξωτερικό αέρα και τη μεταφέρει στο εσωτερικό του κτιρίου για θέρμανση και ζεστό νερό. Έτσι, μία μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποδώσει περίπου τρεις μονάδες θερμότητας. Ένας αποδοτικός λέβητας αερίου ή πετρελαίου αποδίδει συνήθως περίπου 0,9 μονάδες θερμότητας ανά μονάδα ενέργειας που καταναλώνει. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η υψηλότερη απόδοση μπορεί να μειώσει το κόστος θέρμανσης έως και 60%.

Πώς θα λειτουργούσε το πρότυπο

Η αγορά των αντλιών θερμότητας έχει μπροστά της ένα σημαντικό οικονομικό εμπόδιο: η αγορά και η εγκατάστασή τους μπορεί να κοστίζουν έως και πέντε φορές περισσότερο από έναν λέβητα αερίου, ανάλογα με τη χώρα. Η εξοικονόμηση στη λειτουργία δεν αρκεί πάντα για να αντισταθμίσει τη διαφορά. Επειδή μια αντλία θερμότητας είναι περίπου τρεις φορές πιο αποδοτική από έναν λέβητα, συμφέρει στη χρήση όταν η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος είναι χαμηλότερη από τριπλάσια της τιμής του αερίου.

Το 2025, η αναλογία αυτή ήταν 1,9 στη Γαλλία και 3,2 στη Γερμανία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της LCP Delta, αυτό μεταφραζόταν σε περίπου τρία χρόνια για την απόσβεση του πρόσθετου κόστους μιας αντλίας θερμότητας στη Γαλλία, έναντι 13 ετών στη Γερμανία.

Με το προτεινόμενο πρότυπο, οι κατασκευαστές και οι πωλητές συστημάτων θέρμανσης θα υπόκεινται σε ετήσιες ποσοστώσεις πωλήσεων αντλιών θερμότητας, οι οποίες θα αυστηροποιούνται σταδιακά. Όσες εταιρείες υπολείπονται του στόχου θα πληρώνουν πρόστιμο ανάλογο με την απόκλιση. Αντίθετα, όσες υπερβαίνουν την υποχρέωσή τους —μεταξύ αυτών και εταιρείες που παράγουν αποκλειστικά αντλίες θερμότητας, θα αποκτούν πιστώσεις, τις οποίες θα μπορούν να πουλήσουν σε άλλες εταιρείες.

Η σχετική πρόταση αντλεί στοιχεία από τα ευρωπαϊκά πρότυπα εκπομπών για τα νέα αυτοκίνητα, τα οποία συνέβαλαν στην αύξηση των πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων. Κεντρική ιδέα είναι να αξιοποιηθούν οι ήδη υπάρχουσες ενεργειακές ετικέτες των συσκευών θέρμανσης. Οι αποδοτικότερες αντλίες θα συνεισφέρουν περισσότερο στην επίτευξη της ποσόστωσης, ενώ οι λιγότερο αποδοτικές λιγότερο. Τα υβριδικά συστήματα, που συνδυάζουν αντλία θερμότητας με λέβητα, θα προσμετρώνται επίσης με μειωμένο συντελεστή.

Χρειάζεται, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη οι διαφορετικές χρήσεις και δυνατότητες των συσκευών. Οι αντλίες αέρα-νερού συνήθως καλύπτουν τις ανάγκες ολόκληρου του σπιτιού, ενώ οι μονάδες αέρα-αέρα μπορεί να εξυπηρετούν ένα δωμάτιο και να εγκαθίστανται σε περισσότερους αριθμούς στην ίδια κατοικία. Χρησιμοποιούνται επίσης για ψύξη, γι’ αυτό και δεν θα ήταν σκόπιμο να εξαιρεθούν, όπως συμβαίνει στο βρετανικό σύστημα. Η πρόταση είναι να αποδίδονται σε αυτές αναλογικές πιστώσεις, με βάση την ονομαστική θερμική ισχύ και την εκτιμώμενη δυνατότητά τους να αντικαταστήσουν συστήματα ορυκτών καυσίμων.

Τα διδάγματα από το βρετανικό μοντέλο

Το Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε σε εφαρμογή τον Απρίλιο του 2025 τον μηχανισμό Clean Heat Market Mechanism. Οι κατασκευαστές υποχρεώνονται να πωλούν συγκεκριμένο αριθμό αντλιών θερμότητας σε σχέση με τους λέβητες αερίου, ενώ για κάθε μονάδα που λείπει επιβάλλεται πρόστιμο 500 λιρών.

Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι εταιρείες που διαθέτουν και τις δύο τεχνολογίες επέλεξαν να μειώσουν τις τιμές των αντλιών θερμότητας για να πετύχουν τον στόχο, αντί να αγοράσουν πιστώσεις από άλλους κατασκευαστές. Το παράδειγμα υπογραμμίζει, σύμφωνα με την ανάλυση, την ανάγκη οι στόχοι να είναι αρκετά φιλόδοξοι και τα πρόστιμα αρκετά υψηλά. Διαφορετικά, η ζήτηση μπορεί να μην αυξηθεί ουσιαστικά και οι πωλήσεις να μετατοπιστούν προς τις εταιρείες που διαθέτουν και λέβητες.

Τρία οφέλη για την αγορά

Χαμηλότερο αρχικό κόστος. Η ευρωπαϊκή πολιτική επικεντρώνεται σήμερα κυρίως στη μείωση του κόστους λειτουργίας. Στο Σχέδιο Δράσης για τον Εξηλεκτρισμό, η Επιτροπή καλεί τα κράτη-μέλη να περιορίσουν έως το 2030 την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά σε επίπεδα έως 2,5 φορές υψηλότερα από την τιμή του αερίου, κυρίως μέσω της μείωσης φόρων και εισφορών. Από το 2028 προβλέπεται επίσης να επιβληθεί τιμή άνθρακα στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για θέρμανση.

Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να βελτιώσουν την οικονομική εικόνα των αντλιών θερμότητας, αλλά δεν αρκούν σε όλες τις αγορές. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, θα απαιτούνταν τιμή άνθρακα περίπου 350 ευρώ ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα, ώστε η πρόσθετη δαπάνη για την εγκατάσταση αντλίας να αποσβεστεί μέσα σε δέκα χρόνια. Το ποσό είναι υπερδιπλάσιο από τα περίπου 150 ευρώ ανά τόνο που εκτιμάται ότι θα φτάσει η τιμή έως το 2030.

Ένα πρότυπο απόδοσης θα ασκούσε πιο άμεση πίεση στους κατασκευαστές να κάνουν τις αντλίες θερμότητας πιο προσιτές. Κάθε επιπλέον πώληση θα τους βοηθούσε να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να αποφύγουν πρόστιμα ή την αγορά πιστώσεων. Παράλληλα, η σταθερή αύξηση της ζήτησης θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερη βεβαιότητα για επενδύσεις στην παραγωγή, τη διανομή και τη χρηματοδότηση.

Κίνητρα για τους εγκαταστάτες. Η συμβουλή του τεχνικού συχνά καθορίζει την επιλογή του νοικοκυριού. Οι λέβητες αερίου αποτελούν την καθιερωμένη λύση εδώ και δεκαετίες, ενώ η μετάβαση στις αντλίες θερμότητας σκοντάφτει και στην έλλειψη εξειδικευμένων εγκαταστατών. Περίπου ένα στα τέσσερα συστήματα θέρμανσης στην ΕΕ αντικαθίσταται μόνο όταν χαλάσει, όταν δηλαδή ο χρόνος για αξιολόγηση εναλλακτικών είναι περιορισμένος.

Οι κατασκευαστές λεβήτων έχουν αναπτύξει εδώ και χρόνια προγράμματα επιβράβευσης και εκπαίδευσης τεχνικών. Ένα ευρωπαϊκό πρότυπο θα μπορούσε να ωθήσει και τις εταιρείες αντλιών θερμότητας να επενδύσουν σε αντίστοιχα σχήματα, δίνοντας στους εγκαταστάτες κίνητρο να προτείνουν αποδοτικότερες λύσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά την εισαγωγή του μηχανισμού, η Worcester Bosch άρχισε να προσφέρει 500 λίρες στους εγκαταστάτες για κάθε αντλία θερμότητας που τοποθετούν.

Πιο προβλέψιμη ζήτηση για τους παραγωγούς. Τα ευρωπαϊκά εργοστάσια έχουν τη δυνατότητα να παράγουν 7,7 εκατομμύρια αντλίες θερμότητας τον χρόνο, αλλά το 2024 πούλησαν μόλις δύο εκατομμύρια. Ο κλάδος απασχολούσε περίπου 80.000 εργαζομένους στην ΕΕ το 2023, ενώ η Ευρώπη αντιπροσωπεύει σχεδόν τις μισές παγκόσμιες οικογένειες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για αντλίες θερμότητας που έχουν κατατεθεί από το 2000.

Οι εθνικές επιδοτήσεις έχουν ενισχύσει κατά περιόδους τις πωλήσεις, αλλά η ασυνέχεια των προγραμμάτων δημιουργεί αβεβαιότητα. Στην Ιταλία, οι πωλήσεις αντλιών θερμότητας αέρα-νερού μειώθηκαν κατά 35% το 2024, μετά τη λήξη φορολογικής έκπτωσης που κάλυπτε έως και το 110% του κόστους ανακαίνισης. Στην Αυστρία υποχώρησαν κατά 17% το 2025, όταν έληξαν οι ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις για την αντικατάσταση συστημάτων ορυκτών καυσίμων. Μια σταθερή ετήσια πορεία αύξησης των πωλήσεων θα μπορούσε να δώσει στους κατασκευαστές μεγαλύτερη ασφάλεια για τον προγραμματισμό της παραγωγής και των επενδύσεών τους.

Διαβάστε ακόμη