Η επαναφορά των ρωσικών πωλήσεων φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω των αγωγών που διέρχονται από την Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο αμερικανικής πρωτοβουλίας, η οποία συνδέεται με τις διαπραγματεύσεις για μια ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Μόσχας και Κιέβου. Στόχος της Ουάσιγκτον είναι να δημιουργήσει κίνητρα για τον περιορισμό των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές, ενόψει του χειμώνα, αλλά και να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για μια ευρύτερη συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal της 1ης Νοεμβρίου 2026, την ιδέα προώθησαν οι Αμερικανοί απεσταλμένοι Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ κατά τις επισκέψεις τους στη Μόσχα και το Κίεβο τον Σεπτέμβριο. Το σχέδιο προβλέπει την πώληση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αμερικανικού ενδιάμεσου φορέα, με σκοπό την παράκαμψη των ευρωπαϊκών κυρώσεων, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες για αμερικανικά κεφάλαια.
Η πρωτοβουλία συναντά, ωστόσο, σημαντικές αντιστάσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία αποτελεί πλέον κεντρική επιλογή της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφαλείας.
Για την αμερικανική πλευρά, η επιστροφή της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, προκειμένου να αποδεχθεί μια συμφωνία για τον τερματισμό των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές. Παράλληλα, η αξιοποίηση του σοβιετικής εποχής δικτύου αγωγών, το οποίο μεταφέρει αέριο από τα κοιτάσματα του Ουρενγκόι στη Σιβηρία μέσω της Ουκρανίας προς την Ευρώπη, θα εξασφάλιζε στο Κίεβο έσοδα από τέλη διέλευσης. Πρόκειται για μια οικονομική παράμετρο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ουκρανία, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες του πολέμου.
Αμερικανός ανώτερος αξιωματούχος ανέφερε ότι ο Λευκός Οίκος έχει προτείνει τα έσοδα της Ρωσίας από τις συγκεκριμένες πωλήσεις να κατατίθενται σε λογαριασμό μεσεγγύησης σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την πρόταση, το Κρεμλίνο δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα συγκεκριμένα κεφάλαια για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί επίσης να παρουσιάσει την πρωτοβουλία στους Ευρωπαίους ηγέτες ως μια πιθανή λύση για τη μείωση των τιμών ενέργειας, σε μια περίοδο κατά την οποία τα αποθέματα φυσικού αερίου της Ευρώπης βρίσκονται στο χαμηλότερο εποχικό επίπεδο των τελευταίων ετών.
Γιόργκενσεν: Η απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού αερίου θα πρέπει να είναι μόνιμη
Η αμερικανική πρόταση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την υφιστάμενη ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση όλων των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το τέλος του 2027, ενώ οι ηγέτες των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν επιθυμούν την αποκατάσταση της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η στάση αυτή συνδέεται με τη θεώρηση της Μόσχας ως βασικής στρατηγικής απειλής για την Ευρώπη, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Πριν από τον πόλεμο, το ρωσικό φυσικό αέριο κάλυπτε το 45% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης, ενώ σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό έχει υποχωρήσει στο 11%. Αντίθετα, το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) αντιστοιχεί πλέον στο 30% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης. Οι υπόλοιπες εισαγωγές ρωσικού αερίου πραγματοποιούνται είτε μέσω δεξαμενόπλοιων LNG είτε μέσω των αγωγών TurkStream, που τροφοδοτούν την Ουγγαρία και τη Σλοβακία.
Την αντίθεση στην επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου εξέφρασε και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν. Σε συνέντευξή του σε ουγγρική εφημερίδα τον Οκτώβριο, την οποία επιβεβαίωσε το γραφείο του, υποστήριξε ότι η απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού αερίου θα πρέπει να είναι μόνιμη. Όπως δήλωσε, δεν θα εμπιστευόταν τη Ρωσία ακόμη και σε περίπτωση άμεσης επίτευξης ειρήνης. Στο ίδιο δημοσίευμα καταγράφονται και οι έντονες επιφυλάξεις Ευρωπαίων αξιωματούχων. Ανώτερος αξιωματούχος από σκανδιναβική χώρα χαρακτήρισε την επανέναρξη των αγορών ρωσικού αερίου αντίθετη με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές, ενώ αξιωματούχος μεγάλης ευρωπαϊκής χώρας παρομοίασε την πρόταση με την πολιτική κατευνασμού του Νέβιλ Τσάμπερλεν απέναντι στον Χίτλερ.
Η αμερικανική πρωτοβουλία είχε περάσει προσωρινά σε δεύτερο πλάνο τον προηγούμενο μήνα, όταν η Ουκρανία διέκοψε μονομερώς τις επιθέσεις στις ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης, υπό την πίεση του Ντόναλντ Τραμπ. Η παύση διήρκεσε σχεδόν δύο εβδομάδες, ενώ η Ρωσία συνέχισε να πλήττει τις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας και άρχισε να αποστέλλει ντίζελ στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, η αμερικανική πλευρά έστρεψε την προσοχή της στην προοπτική μιας ευρύτερης ειρηνευτικής συμφωνίας.
Ωστόσο, το Κίεβο επανέλαβε την αεροπορική του εκστρατεία την Παρασκευή, εξαπολύοντας τρεις επιθέσεις εναντίον ισάριθμων μεγάλων ρωσικών διυλιστηρίων μέσα σε διάστημα τριών ημερών. Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν την πίεση για μια συνολικότερη ενεργειακή εκεχειρία, πριν από τις τριμερείς ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας, οι οποίες προγραμματίζονται για τα μέσα Νοεμβρίου στο Αμπού Ντάμπι. Η Ρωσία, πάντως, έχει μέχρι στιγμής απορρίψει τις αμερικανικές προσπάθειες για την επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας.
Οι αγωγοί μέσω Ουκρανίας και η προοπτική του Nord Stream
Η αμερικανική προσέγγιση περιλαμβάνει και την προοπτική επαναλειτουργίας των αγωγών Nord Stream, ως μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας που θα μπορούσε να συμβάλει όχι μόνο στον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και στην εξομάλυνση των σχέσεων της Ρωσίας με τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ.
Οι αγωγοί Nord Stream 1 και Nord Stream 2 είχαν σχεδιαστεί ώστε να μεταφέρουν ρωσικό φυσικό αέριο απευθείας στη Γερμανία, παρακάμπτοντας το ουκρανικό δίκτυο. Ο πρώτος σταμάτησε να μεταφέρει αέριο τον Αύγουστο του 2022, ενώ ο δεύτερος δεν τέθηκε ποτέ σε λειτουργία. Και οι δύο υπέστησαν σοβαρές ζημιές από υποθαλάσσιες εκρήξεις τον Σεπτέμβριο του 2022, οι οποίες, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αποδόθηκαν στην Ουκρανία.
Η επαναλειτουργία τους θα απαιτούσε σημαντικό χρόνο, ακόμη και αν ξεπερνιούνταν τα πολιτικά και ρυθμιστικά εμπόδια. Αντίθετα, το δίκτυο αγωγών που διέρχεται από την Ουκρανία και συνδέεται με τη Σλοβακία, την Αυστρία και τη Γερμανία θα μπορούσε να επαναλειτουργήσει σχεδόν άμεσα.
Μέσω του συγκεκριμένου δικτύου συνεχίστηκαν περιορισμένες ροές φυσικού αερίου μέχρι τον Ιανουάριο του 2025, όταν και διακόπηκαν. Ένας ακόμη παράγοντας που ενδέχεται να επηρεάσει τη στάση των Ευρωπαίων είναι οι συνέπειες του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Οι αποστολές υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ παραμένουν εγκλωβισμένες στον Περσικό Κόλπο, ενώ οι διεθνείς τιμές ενέργειας έχουν καταγράψει νέα άνοδο, παρά την αύξηση των πετρελαϊκών μεταφορών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επικαλείται η Wall Street Journal, ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιβαρύνει την Ευρώπη με επιπλέον ενεργειακές δαπάνες ύψους 100 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 112 δισ. δολάρια.
Την ίδια στιγμή, οι υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου της Ευρώπης είναι γεμάτες κατά περίπου 75%. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας, η ήπειρος αναμένεται να εισέλθει στον επερχόμενο χειμώνα με αποθέματα χαμηλότερα από τον μέσο όρο των τελευταίων εννέα ετών. Η ενεργειακή πίεση έχει ήδη αποκτήσει πολιτική διάσταση στη Γερμανία. Το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), βασική δύναμη της αντιπολίτευσης, έχει εντάξει την επαναφορά των φθηνών εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία στις βασικές προεκλογικές του θέσεις, ενόψει των εθνικών εκλογών που έχουν προγραμματιστεί για το 2028.
Ο παράγοντας Ουκρανία
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της αμερικανικής πρότασης θα μπορούσε να διαδραματίσει η στάση του Κιέβου. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, η ευρωπαϊκή αντίσταση ενδεχομένως να ήταν ευκολότερο να καμφθεί εάν η Ουκρανία υποστήριζε την επανέναρξη των πωλήσεων ρωσικού φυσικού αερίου ως μέρος μιας συμφωνίας που θα απέτρεπε ενεργειακές διακοπές και μια πιθανή ανθρωπιστική κρίση στις μεγάλες ουκρανικές πόλεις.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να προκαλέσει και νέο κύμα προσφυγικών μετακινήσεων τους επόμενους μήνες.
Την ίδια ώρα, η Ουκρανία αντιμετωπίζει ελλείψεις στην αντιαεροπορική της άμυνα. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι τα διαθέσιμα συστήματα αεράμυνας έχουν εξαντληθεί και ότι οι ΗΠΑ περιορίζουν τις προμήθειες αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot, λόγω της παγκόσμιας έλλειψης που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν. Η αμερικανική πρόταση επιχειρεί, επομένως, να συνδέσει την ενεργειακή ασφάλεια, τα οικονομικά ανταλλάγματα και τις γεωπολιτικές ισορροπίες σε ένα ενιαίο πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, η αντίθεση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, η στάση της Μόσχας και οι επιφυλάξεις του Κιέβου παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες για το εάν η επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να περάσει από το επίπεδο της πρότασης στην πράξη.
Διαβάστε ακόμη
