Αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία του Κρυονερίου προκαλεί η σχεδιαζόμενη κατασκευή νέου data center από τον όμιλο Καράτζη, με τον Δήμο Διονύσου να εξετάζει τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει η επένδυση στην περιοχή. Στο επίκεντρο των προβληματισμών βρίσκονται η ενεργειακή ισχύς της εγκατάστασης, η οποία διπλασιάζεται σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό, αλλά και οι πιθανές επιπτώσεις από τη λειτουργία της, κυρίως ως προς τον θόρυβο και τη θερμική επιβάρυνση. Πρόκειται για έργο προϋπολογισμού 32,5 εκατ. ευρώ, με προβλεπόμενη ισχύ 39,072 MW, το οποίο βρίσκεται στο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης.
Το ζήτημα έχει ήδη απασχολήσει τη δημοτική αρχή, η οποία πραγματοποίησε διαπαραταξιακή συνάντηση εργασίας, προκειμένου να εξεταστούν οι παράμετροι της επένδυσης και οι ανησυχίες που διατυπώνονται από την τοπική κοινωνία. Παράλληλα, προγραμματίζεται διευρυμένη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, όπου αναμένεται να συζητηθούν αναλυτικότερα οι σχεδιαζόμενες υποδομές και οι επιπτώσεις τους. Σύμφωνα με όσα αναφέρουν κάτοικοι, στην ευρύτερη περιοχή προωθούνται ήδη δύο επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, γεγονός που εντείνει τον προβληματισμό για τη σωρευτική επιβάρυνση.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για υποδομές αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων αυξάνεται, οδηγώντας σε μεγαλύτερες επενδύσεις και υψηλότερες απαιτήσεις ηλεκτρικής ισχύος. Στην περίπτωση του Κρυονερίου, ωστόσο, το ενδιαφέρον στρέφεται στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια τέτοια εγκατάσταση στο άμεσο περιβάλλον της και στο κατά πόσο ο σχεδιασμός της λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά της περιοχής.
Στο επίκεντρο η αύξηση της ισχύος
Το στοιχείο που διαφοροποιεί τη νέα επένδυση από τον αρχικό σχεδιασμό είναι ο διπλασιασμός της προβλεπόμενης ισχύος. Τον Μάιο του 2026 είχε εγκριθεί η υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις ενός data center ισχύος 19,53 MW, με φορέα την Tectum Α.Ε., στο ίδιο ακίνητο.
Πλέον, σύμφωνα με τη νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), το έργο προωθείται με εγκατεστημένη ισχύ 39,072 MW. Από αυτήν, τα 26,090 MW αντιστοιχούν στον εξοπλισμό πληροφορικής και τα υπόλοιπα 12,982 MW στον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό που απαιτείται για την υποστήριξη της λειτουργίας του.
Η ΜΠΕ, η οποία έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση έως τις 17 Νοεμβρίου, αποτελεί πλέον τη βάση για την περιβαλλοντική αξιολόγηση του αναθεωρημένου σχεδιασμού. Φορέας του έργου είναι η εταιρεία Καράτζη Βιομηχανικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε., ενώ ο εκτιμώμενος χρόνος κατασκευής ανέρχεται σε 18 μήνες.
Από την πλευρά της εταιρείας, η αύξηση της ισχύος συνδέεται με την ανάγκη δημιουργίας μιας υποδομής που θα μπορεί να ανταποκριθεί όχι μόνο στις σημερινές ανάγκες επεξεργασίας δεδομένων, αλλά και στις απαιτήσεις που αναμένεται να δημιουργήσει η ανάπτυξη εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο μεγαλύτερος ενεργειακός και υπολογιστικός σχεδιασμός επιτρέπει την εγκατάσταση εξοπλισμού υψηλότερης πυκνότητας, την αξιοποίηση προηγμένων συστημάτων ψύξης και την κάλυψη αυξημένων αναγκών χωρίς να απαιτηθούν σύντομα νέες επεκτάσεις. Η εταιρεία υποστηρίζει, μάλιστα, ότι η επιλογή αυτή μπορεί να περιορίσει τη συνολική περιβαλλοντική επιβάρυνση που θα συνεπάγονταν διαδοχικές μελλοντικές παρεμβάσεις.
Οι ανησυχίες για τον θόρυβο και τη θερμική επιβάρυνση
Για τους κατοίκους, πάντως, το ζήτημα δεν περιορίζεται στο μέγεθος της επένδυσης. Στις βασικές ανησυχίες που έχουν διατυπωθεί περιλαμβάνονται ο θόρυβος από τη συνεχή λειτουργία του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και η ενδεχόμενη αύξηση της θερμοκρασίας στην περιοχή λόγω της αποβολής θερμότητας από τα συστήματα ψύξης.
Πρόκειται για ζητήματα που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση των data centers, καθώς οι εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούν αδιάλειπτα και απαιτούν συνεχή ψύξη για τη διατήρηση των κατάλληλων συνθηκών λειτουργίας των διακομιστών τους.
Το κατά πόσο οι συγκεκριμένες ανησυχίες επιβεβαιώνονται, όπως και η αποτελεσματικότητα των μέτρων περιορισμού των επιπτώσεων, αποτελούν αντικείμενο της περιβαλλοντικής αξιολόγησης.
Η συζήτηση στον Δήμο Διονύσου αναμένεται, επομένως, να επικεντρωθεί τόσο στα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου έργου όσο και στη συνολική ανάπτυξη αντίστοιχων εγκαταστάσεων στην περιοχή. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το ζήτημα των σωρευτικών επιπτώσεων, εφόσον προχωρήσουν περισσότερες επενδύσεις με αυξημένες ενεργειακές και ψυκτικές ανάγκες.
Επένδυση 32,5 εκατ. ευρώ με λειτουργία όλο το 24ωρο
Το νέο data center σχεδιάζεται στη θέση «Βαρίκα» ή «Βασιλική Πόρτα», στη Δημοτική Ενότητα Κρυονερίου, σε έκταση περίπου 32.800 τετραγωνικών μέτρων. Η συνολική δόμηση προβλέπεται να φτάσει τα 18.082 τ.μ., ενώ η κάλυψη του οικοπέδου υπολογίζεται σε 9.181 τ.μ.
Η εγκατάσταση θα αναπτυχθεί σε τρεις συνδεδεμένες ενότητες. Η πρώτη θα εξυπηρετεί την παραλαβή υλικών, την αποθήκευση και τις βοηθητικές λειτουργίες, η δεύτερη θα στεγάζει τους διοικητικούς χώρους και την είσοδο του προσωπικού, ενώ η τρίτη θα περιλαμβάνει τις αίθουσες υπολογιστικού εξοπλισμού και τις αναγκαίες ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα συστήματα ψύξης, τα οποία σχεδιάζονται με πρόβλεψη για μελλοντική υποστήριξη υπολογιστικών εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης. Παράλληλα, ο σχεδιασμός ακολουθεί τις απαιτήσεις πιστοποίησης Tier III του Uptime Institute, που συνδέεται με την υψηλή διαθεσιμότητα και την αξιοπιστία των υποδομών.
Το κέντρο δεδομένων προβλέπεται να λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με περίπου 35 εργαζομένους σε τρεις βάρδιες.
Αντίστοιχα υψηλές είναι οι δυνητικές ανάγκες του σε ηλεκτρική ενέργεια. Σύμφωνα με τη ΜΠΕ, στο δυσμενέστερο σενάριο, εφόσον η εγκατάσταση λειτουργεί συνεχώς στη μέγιστη ισχύ της, η ετήσια κατανάλωση μπορεί να φτάσει τις 342.516 MWh, δηλαδή περίπου 342,5 GWh. Πρόκειται για θεωρητικό ανώτατο επίπεδο κατανάλωσης και όχι για πρόβλεψη της πραγματικής ετήσιας ζήτησης.
Με τη δημόσια διαβούλευση να παραμένει ανοιχτή έως τα μέσα Νοεμβρίου, το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποσαφηνιστεί και η στάση της δημοτικής αρχής απέναντι στον αναθεωρημένο σχεδιασμό. Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον για το Κρυονέρι είναι υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν να αναπτυχθούν τέτοιες ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές, με επαρκείς εγγυήσεις για τον περιορισμό των επιπτώσεων στο περιβάλλον και στην καθημερινότητα των κατοίκων.
Διαβάστε ακόμη
