Η αμερικανική οικονομία παραμένει βαθιά εκτεθειμένη στην κυριαρχία της Κίνας στις σπάνιες γαίες, με κλάδους που αντιστοιχούν σε περίπου 1,2 τρισ. δολάρια ΑΕΠ να εξαρτώνται από κρίσιμα ορυκτά τα οποία το Πεκίνο εξακολουθεί να ελέγχει σχεδόν μονοπωλιακά. Όπως αναφέρει το Bloomberg, τον τελευταίο χρόνο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει εξαπολύσει εκστρατεία για να σπάσει την αμερικανική εξάρτηση από τις σπάνιες γαίες – έναν από τους ισχυρότερους μοχλούς επιρροής του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην παγκόσμια οικονομία.

Από συσκέψεις στον Λευκό Οίκο έως διαπραγματεύσεις σε εταιρικά διοικητικά συμβούλια, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους έχουν διοχετεύσει δισεκατομμύρια δολάρια σε ορυχεία, μονάδες επεξεργασίας και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Παρότι η κινεζική κυριαρχία χτίστηκε επί δεκαετίες, ο Τραμπ είχε δεσμευθεί τον περασμένο Νοέμβριο ότι η απεξάρτηση των ΗΠΑ θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα σε μόλις 18 μήνες. Ωστόσο, τα πιο κρίσιμα υλικά παραμένουν εκτός αμερικανικού ελέγχου.

Σύμφωνα με προβλέψεις τριών μεγάλων συμβουλευτικών εταιρειών του κλάδου που επικαλείται το Bloomberg, η κινεζική κυριαρχία στις πιο άφθονες «ελαφρές» σπάνιες γαίες – που χρησιμοποιούνται σε μεγάλο μέρος των ηλεκτρονικών καταναλωτικών προϊόντων – ενδέχεται να αρχίσει να περιορίζεται προς το τέλος της δεκαετίας. Όμως στα λεγόμενα «βαριά» σπάνια στοιχεία, που είναι απαραίτητα για μαγνήτες υψηλής απόδοσης και στρατιωτικές τεχνολογίες, η υπεροχή της Κίνας αναμένεται να διατηρηθεί τουλάχιστον έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030.

Για δύο από τα σημαντικότερα στοιχεία, το δυσπρόσιο και το τέρβιο, οι χώρες εκτός Κίνας θα καλύπτουν λιγότερο από το 20% της παγκόσμιας ζήτησης έως το 2035, σύμφωνα με στοιχεία της McKinsey & Co., ενώ αντίστοιχες εκτιμήσεις παρουσιάζουν και οι CRU Group και Benchmark Mineral Intelligence.

Οι κρίσιμες ελλείψεις

Η εξάρτηση αφορά καίριους τομείς της αμερικανικής οικονομίας – από την αεροδιαστημική και την άμυνα έως τα ηλεκτρονικά, την αυτοκινητοβιομηχανία και την ενέργεια. Σύμφωνα με το Bloomberg Economics, περίπου το 4% του αμερικανικού ΑΕΠ προέρχεται από βιομηχανίες που χρησιμοποιούν σπάνιες γαίες, ενώ ορισμένες θα μπορούσαν να οδηγηθούν ακόμη και σε αναστολή λειτουργίας εάν η Κίνα διακόψει τις προμήθειες.

Η κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο επείγουσα λόγω του πολέμου με το Ιράν. Ανάλυση του Center for Strategic and International Studies εκτιμά ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη καταναλώσει πάνω από το ήμισυ των αποθεμάτων βασικών πυρομαχικών που διέθεταν πριν από τον πόλεμο. Πολλά από τα οπλικά συστήματα εξαρτώνται από βαριές σπάνιες γαίες για τις οποίες δεν υπάρχουν εύκολα υποκατάστατα.

Ακόμη και η Ιαπωνία, η οποία εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία προσπαθεί να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα, εξακολουθεί να προμηθεύεται το 76% των σπάνιων γαιών της από κινεζικές πηγές. Στις βαριές σπάνιες γαίες, η εξάρτηση άγγιζε σχεδόν το 100% μέχρι πέρυσι.

Το ζήτημα κυριάρχησε και στη σύνοδο Τραμπ – Σι αυτή την εβδομάδα. Αν και η Κίνα «πάγωσε» προσωρινά την επέκταση των περιορισμών στις εξαγωγές στο τέλος του 2025, η αναστολή αυτή λήγει τον Νοέμβριο και οι αναλυτές θεωρούν απίθανη μια πλήρη άρση των περιορισμών.

Γιατί οι βαριές σπάνιες γαίες είναι τόσο κρίσιμες

Οι βαριές σπάνιες γαίες είναι πολύ πιο δύσκολες στην επεξεργασία και πολύ πιο σπάνιες σε σχέση με τις ελαφρές. Χρησιμοποιούνται σε μαγνήτες υψηλής αντοχής και θερμικής σταθερότητας, απαραίτητους για μαχητικά F-35, υποβρύχια Virginia-class, ηλεκτρικά οχήματα, πυραυλικά συστήματα και άλλες προηγμένες τεχνολογίες.

Η διαδικασία παραγωγής περιλαμβάνει τρία στάδια: εξόρυξη, χημικό διαχωρισμό και μετατροπή σε μέταλλα και μαγνήτες. Η Κίνα κυριαρχεί και στα τρία, αλλά κυρίως στη διύλιση και στην παραγωγή μαγνητών.

Η αυστραλιανή Lynas Rare Earths αποτελεί σήμερα τη μοναδική εταιρεία εκτός Κίνας που έχει καταφέρει να αναπτύξει δυνατότητα διύλισης βαριών σπάνιων γαιών σε εμπορική κλίμακα. Ωστόσο, η παραγωγή της παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 παρήγαγε μόλις 8 τόνους δυσπροσίου και τερβίου συνολικά, τη στιγμή που η παγκόσμια ζήτηση ανέρχεται σε χιλιάδες τόνους ετησίως.

«Όσο βαρύτερη είναι η σπάνια γαία, τόσο υψηλότερο είναι το κόστος επεξεργασίας», σημειώνει η Neha Mukherjee της Benchmark Mineral Intelligence, υπογραμμίζοντας ότι η Κίνα διαθέτει τεράστιο πλεονέκτημα κόστους και τεχνογνωσίας.

Το πλεονέκτημα της Κίνας

Η Κίνα δεν διαθέτει μόνο τις υποδομές αλλά και το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Σύμφωνα με τη Marina Yue Zhang του University of Technology Sydney, οι ΗΠΑ διαθέτουν μόλις το ένα δέκατο πέμπτο των αποφοίτων σε μεταλλευτικά προγράμματα σε σύγκριση με την Κίνα. «Η Κίνα διαθέτει αρκετές χιλιάδες ειδικούς στον διαχωρισμό σπάνιων γαιών. Οι ΗΠΑ έχουν λιγότερους από 100», σημειώνει.

Η τεχνογνωσία αυτή είναι δύσκολο να αναπαραχθεί. Οι βαριές σπάνιες γαίες έχουν σχεδόν πανομοιότυπη χημική συμπεριφορά, κάτι που καθιστά εξαιρετικά περίπλοκο τον καθαρό διαχωρισμό τους. Η διαδικασία μπορεί να απαιτεί ακόμη και πάνω από 1.000 στάδια καθαρισμού ώστε να επιτευχθεί η απαιτούμενη καθαρότητα για εμπορική χρήση.

Η Δύση προσπαθεί να χτίσει εναλλακτική αλυσίδα

Η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της επιχειρούν να δημιουργήσουν μια πλήρως αυτόνομη δυτική αλυσίδα εφοδιασμού. Νέα projects αναπτύσσονται από τη Βραζιλία έως την Αυστραλία, ενώ οι ΗΠΑ συγκαταλέγονται στις πιο επιθετικές χώρες στην προσπάθεια δημιουργίας εγχώριας παραγωγής.

Παρόλα αυτά, ακόμη και αν όλα τα σχεδιαζόμενα έργα ολοκληρωθούν, η προσφορά εκτός Κίνας δεν θα επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση έως το 2035. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), το έλλειμμα εκτός Κίνας εκτιμάται ότι θα φθάνει το 17% στην εξόρυξη, το 50% στη διύλιση και το 72% στην παραγωγή μαγνητών.

Η Βραζιλία θεωρείται κρίσιμος κρίκος στην προσπάθεια διαφοροποίησης, καθώς διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα σπάνιων γαιών εκτός Κίνας. Εταιρείες όπως οι Meteoric Resources και Viridis Mining αναπτύσσουν projects που αναμένεται να ξεκινήσουν παραγωγή το 2028.

Ο «πόλεμος τιμών» και οι γεωπολιτικές ισορροπίες

Ένα ακόμη όπλο της Κίνας είναι το κόστος. Μέσω χαμηλών τιμών, οι κινεζικές εταιρείες μπορούν να πιέσουν ανταγωνιστές και να καταστήσουν μη βιώσιμα πιο ακριβά projects στη Δύση. Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας έδειξε πόσο ευάλωτη είναι η αγορά. Όταν το Πεκίνο επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές στις αρχές του 2010, οι τιμές εκτοξεύθηκαν, πυροδοτώντας επενδυτικό κύμα εκτός Κίνας. Στη συνέχεια όμως η αυξημένη κινεζική παραγωγή πίεσε ξανά τις τιμές, δυσκολεύοντας την επιβίωση δυτικών παραγωγών.

Γι’ αυτό ΗΠΑ και σύμμαχοι εξετάζουν πλέον τη δημιουργία ενός «μπλοκ» σπάνιων γαιών, με μηχανισμούς όπως κατώτατες τιμές και κρατική στήριξη ώστε να προστατευθούν από τις κινεζικές πιέσεις. Ωστόσο, η επίτευξη κοινής στρατηγικής παραμένει δύσκολη. Η Ιαπωνία εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν το Πεκίνο, ενώ στην Ευρώπη αρκετές κυβερνήσεις φοβούνται ότι οι παρεμβάσεις στις τιμές θα αυξήσουν το κόστος και θα στρεβλώσουν την αγορά.

Η επόμενη δεκαετία θα είναι καθοριστική

Οι επενδύσεις αυξάνονται ταχύτατα. Σύμφωνα με την Benchmark Mineral Intelligence, το 2025 ανακοινώθηκαν επενδύσεις 6,3 δισ. δολαρίων για projects εκτός Κίνας, εκ των οποίων πάνω από το 60% προήλθε από την αμερικανική κυβέρνηση. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 ακολούθησαν επιπλέον 2,8 δισ. δολάρια. Εταιρείες όπως η MP Materials, η USA Rare Earth και η Energy Fuels επεκτείνονται επιθετικά, επενδύοντας σε ορυχεία, διύλιση και παραγωγή μαγνητών.

Παρά ταύτα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η πλήρης απεξάρτηση των ΗΠΑ από την Κίνα παραμένει μακρινός στόχος. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Κίνα θα διατηρήσει αυτό το πλεονέκτημα τουλάχιστον μέχρι να αποχωρήσει ο Τραμπ από την προεδρία», σημειώνει ο Chris Kennedy του Bloomberg Economics.

Διαβάστε ακόμη