«Δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα πίεσης ή απειλής της χώρας μας να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, ούτε βέβαια κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει ποτέ ανεκτό», δήλωσε στη Βουλή ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, απαντώντας σε ερώτηση της Πλεύσης Ελευθερίας για τις αναφορές που έγιναν με αφορμή δημοσίευμα της Wall Street Journal και τον φερόμενο διάλογό του με την πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ .

Ο υπουργός θέλησε να είναι κατηγορηματικός ως προς το ενδεχόμενο άσκησης πίεσης προς την ελληνική πλευρά, υπογραμμίζοντας ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις λαμβάνονται με αποκλειστικό κριτήριο το εθνικό συμφέρον. «Οι αποφάσεις μας, όπως γνωρίζετε, λαμβάνονται με γνώμονα μόνο το εθνικό συμφέρον και το όφελος των Ελλήνων πολιτών», ανέφερε. Επανερχόμενος στο θέμα κατά τη δευτερολογία του, ο κ. Παπασταύρου ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί μέρος του θεσμικού του ρόλου τον σχολιασμό δημοσιευμάτων. «Η ευθύνη μου ως υπουργού δεν είναι να σχολιάζω δημοσιεύματα. Ευθύνη μου -όπως και κάθε μέλους της κυβέρνησης- είναι να προασπίζομαι το εθνικό συμφέρον. Αυτό έκανα, αυτό κάνω και αυτό θα κάνω», ανέφερε. Σημαντικό μέρος της απάντησής του αφιερώθηκε στις σχέσεις Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών, τις οποίες χαρακτήρισε ως «ειλικρινείς, ιστορικές, με βάθος», επισημαίνοντας ότι σήμερα βρίσκονται, κατά την έκφρασή του, σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, είναι πιο στενές και πιο σταθερές από ποτέ και στηρίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό και στους δεσμούς μεταξύ των δύο λαών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ενεργειακό τομέα, τον οποίο παρουσίασε ως έναν από τους βασικούς πυλώνες της διμερούς συνεργασίας. Όπως σημείωσε, ο υπουργός Εσωτερικών των ΗΠΑ και επικεφαλής του Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας, Doug Burgum, επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2025, σε μία από τις πρώτες ευρωπαϊκές επισκέψεις του, χαρακτηρίζοντας τη χώρα στρατηγικό ενεργειακό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο κ. Παπασταύρου αναφέρθηκε επίσης στη συνάντησή του με τον υπουργό Ενέργειας των ΗΠΑ, Chris Wright, στο περιθώριο των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, κατά την οποία, όπως είπε, συζητήθηκαν οι εξελίξεις στον τομέα των υδρογονανθράκων στην Ελλάδα.

Στο ίδιο πλαίσιο στάθηκε στην παρουσία των δύο μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών, Chevron και ExxonMobil, επισημαίνοντας ότι επενδύουν στην Ελλάδα και συνδέοντας την παρουσία τους με τη διεύρυνση της ενεργειακής συνεργασίας των δύο χωρών. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η Chevron προγραμματίζει σεισμικές έρευνες εντός του 2026 στο Ιόνιο, νότια της Πελοποννήσου και νότια της Κρήτης, ενώ η ExxonMobil, σε συνεργασία με την Energean και τη HELLENiQ ENERGY, προχωρά στην πρώτη ερευνητική γεώτρηση μετά από περίπου 50 χρόνια, στις αρχές του 2027, με στόχο να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα. Ο υπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στη συμμετοχή Ελλήνων μηχανικών και γεωεπιστημόνων στις έρευνες, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «διπλή ψήφο εμπιστοσύνης» για τη χώρα. Παράλληλα, άσκησε κριτική στον βουλευτή της Πλεύσης Ελευθερίας, σημειώνοντας ότι είναι αντίθετος στην ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων και υπενθυμίζοντας ότι είχε καταψηφίσει τον σχετικό νόμο νωρίτερα μέσα στο έτος.

Στην ίδια κατεύθυνση ενέταξε και τη συμφωνία μεταξύ ΔΕΗ και Amazon για τη δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στη Δυτική Μακεδονία. Κατά τον κ. Παπασταύρου, πρόκειται για ακόμη ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας και ΗΠΑ στον ενεργειακό τομέα, το οποίο αναδεικνύει και την πολυεπίπεδη συνεργασία εταιρειών των δύο χωρών. Απαντώντας, μάλιστα, στην κριτική που δέχθηκε ότι παρουσιάζει επιτεύγματα του υπουργείου αντί να απαντά στην ουσία των ερωτημάτων, ο κ. Παπασταύρου αντέτεινε ότι «δεν προπαγανδίζει επιτεύγματα του ΥΠΕΝ» και υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων αποτελεί «εθνική υπόθεση». Όπως υποστήριξε, η πρόοδος που καταγράφεται στον συγκεκριμένο τομέα, σε μια περίοδο την οποία χαρακτήρισε «ενεργειακή καταιγίδα», ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και της επιτρέπει να αποκτήσει έναν νέο γεωστρατηγικό ρόλο στην περιοχή. Ο υπουργός στάθηκε ακόμη στη συχνότητα των επαφών του με την αμερικανική πλευρά.

Όπως είπε, έχει συναντηθεί επτά φορές μέσα στους τελευταίους 12 μήνες με τον Chris Wright, ενώ έκανε αναφορά και στην προσεχή, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, επίσκεψη στην Ελλάδα του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Marco Rubio. Κατά τον ίδιο, η πυκνότητα αυτών των επαφών αποτυπώνει το εύρος και το επίπεδο της ενεργειακής συνεργασίας Αθήνας και Ουάσιγκτον. Συνδέοντας τις διμερείς σχέσεις με τις αλλαγές στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης, ο κ. Παπασταύρου σημείωσε ότι η ευρωπαϊκή απόφαση για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο δημιούργησε ταυτόχρονα μια ανάγκη και μια ευκαιρία για νέες πηγές και διαδρομές τροφοδοσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως είπε, η Ελλάδα επιχειρεί να αξιοποιήσει τόσο τη γεωγραφική της θέση όσο και τις ενεργειακές της υποδομές, με αιχμή τον Κάθετο Διάδρομο, ώστε να καλύψει μέρος του κενού που αφήνει η υποχώρηση των ρωσικών ποσοτήτων και να ενισχύσει τον ρόλο της έναντι άλλων διαδρομών εφοδιασμού από τον Βορρά ή από την Τουρκία. Κατά τον υπουργό, η εξέλιξη αυτή αναβαθμίζει τον γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας και ενισχύει τη συμβολή της στην ενεργειακή ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον Κάθετο Διάδρομο, τον οποίο χαρακτήρισε ουσιαστικά ως μια νέα ενεργειακή αρτηρία με αφετηρία την Ελλάδα. Όπως ανέφερε, ο διάδρομος μπορεί να συνδέσει μια αγορά περίπου 100 εκατ. ανθρώπων σε μια περιοχή που ιστορικά χαρακτηριζόταν από κατακερματισμένες ενεργειακές διαδρομές. Σύμφωνα με τον κ. Παπασταύρου, μέσω αυτής της διαδρομής υλοποιείται στην πράξη η ευρωπαϊκή στρατηγική απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο, με την προοπτική τροφοδοσίας της περιοχής με αμερικανικό ή, δυνητικά, και άλλης προέλευσης φυσικό αέριο. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη διεύρυνση της συνεργασίας Ελλάδας και ΗΠΑ μέσω της πρωτοβουλίας 3+1, με τη συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών.

Όπως ανέφερε, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί δύο συναντήσεις σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας των τεσσάρων πλευρών, ενώ τον Ιούνιο υπογράφηκε στο Χιούστον διακήρυξη για την ίδρυση του Ενεργειακού Κέντρου Ανατολικής Μεσογείου. Ο κ. Παπασταύρου συνέδεσε την πρωτοβουλία αυτή με νομοθετική πρόταση που είχε προωθήσει στο παρελθόν ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Marco Rubio, επισημαίνοντας ότι το νέο Κέντρο φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως σταθερό σημείο έρευνας και ανάπτυξης για την ενεργειακή ασφάλεια και τη συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο. Επανερχόμενος, τέλος, στην ουσία των αναφορών περί πιέσεων ή απειλών, ο υπουργός υποστήριξε ότι, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο στενής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών, «δεν θα μπορούσε να υπάρξει τέτοιο περιεχόμενο απειλής». Τέλος, σημείωσε ότι η κυβέρνηση «τηρεί απαρέγκλιτα τους κανόνες ανταγωνισμού και διαφάνειας», όπως αυτοί προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, το οποίο, όπως είπε, είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διαβάστε ακόμη