Η συμφωνία των χωρών της G7 για την απελευθέρωση 100 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης δεν αποτελεί απλώς μια προσπάθεια ενίσχυσης της προσφοράς καυσίμων. Είναι ταυτόχρονα ένας πολιτικός συμβιβασμός, με στόχο να μειωθεί η πίεση στην Ευρώπη, να καθησυχαστούν οι ενεργειακές αγορές και, κυρίως, να αποτραπεί ένα ενδεχόμενο αμερικανικό εμπάργκο στις εξαγωγές ντίζελ.

Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε έπειτα από πιέσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, προβλέπει συντονισμένη απελευθέρωση μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA). Η διαδικασία θα ξεκινήσει άμεσα και θα διαρκέσει τέσσερις μήνες, ενώ σημαντική ποσότητα ντίζελ αναμένεται να διοχετευθεί στις αγορές μέσα στις επόμενες 20 ημέρες.

Ωστόσο, στην ανακοίνωση η G7 δεν διευκρίνισε πώς ακριβώς θα κατανεμηθούν τα 100 εκατομμύρια βαρέλια μεταξύ αργού πετρελαίου, ντίζελ και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων, ούτε προσδιόρισε με ακρίβεια πόσο θα συνεισφέρει κάθε χώρα. Παραμένει επίσης ασαφές πόσο από τον συνολικό όγκο αποτελεί πραγματικά νέα προσφορά και πόσο συνυπολογίζεται στις δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί στο πλαίσιο της μεγάλης απελευθέρωσης αποθεμάτων του Μαρτίου.

Η συμφωνία του Μαρτίου προέβλεπε την απελευθέρωση 400 εκατομμυρίων βαρελιών, μετά τις αναταράξεις που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν. Ο επικεφαλής του IEA, Φατίχ Μπιρόλ, έχει δηλώσει ότι τα μέλη του Οργανισμού έχουν ήδη απελευθερώσει περίπου τα δύο τρίτα αυτής της ποσότητας.

Αυτό σημαίνει ότι η νέα ανακοίνωση είναι εν μέρει και ζήτημα λογιστικής καταγραφής — όμως ο αντίκτυπός της στην αγορά μπορεί να είναι σημαντικός.

Η σημασία του ντίζελ 

Το σημαντικότερο στοιχείο της συμφωνίας δεν είναι απαραίτητα ο συνολικός όγκος, αλλά η έμφαση στα διυλισμένα προϊόντα, και ιδιαίτερα στο ντίζελ.

Η Ευρώπη έχει αυξήσει σημαντικά την εξάρτησή της από τις εισαγωγές αμερικανικού ντίζελ, καθώς οι διαταραχές στις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία έχουν περιορίσει τη διαθεσιμότητα διυλισμένων προϊόντων. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρέθηκαν έτσι μπροστά στο δίλημμα είτε να απελευθερώσουν τα δικά τους στρατηγικά αποθέματα είτε να διακινδυνεύσουν μια αμερικανική απόφαση περιορισμού των εξαγωγών ντίζελ.

Μια πρόταση που συζητήθηκε μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προβλέπει την απελευθέρωση περίπου 50 εκατομμυρίων βαρελιών ντίζελ από την Ευρώπη, ενώ άλλα 50 εκατομμύρια βαρέλια αργού θα προέλθουν από χώρες του IEA. Η απελευθέρωση 50 εκατομμυρίων βαρελιών ντίζελ θα αντιστοιχούσε περίπου στο 17% των έκτακτων αποθεμάτων ντίζελ και γκαζόιλ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και αντιστοιχεί μόλις στο 3% περίπου της ετήσιας κατανάλωσης.

Το μέγεθος της παρέμβασης 

Σύμφωνα με την Kpler, η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο εισήγαγαν τον Σεπτέμβριο 24,25 εκατ. βαρέλια ντίζελ από χώρες εκτός της περιοχής. Επομένως, μια αποδέσμευση 50 εκατ. βαρελιών θα αντιστοιχούσε περίπου στο διπλάσιο των μηνιαίων εισαγωγών της περιοχής. 

Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το μέγεθος των αποθεμάτων αλλά και η ταχύτητα με την οποία θα φτάσουν στην αγορά. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ακριβώς αυτός ο παράγοντας θα καθορίσει το μέγεθος της επίδρασης στις τιμές. 

Πόσο μπορούν να υποχωρήσουν οι τιμές

Η πρώτη επίδραση αναμένεται να φανεί σχετικά γρήγορα, ιδιαίτερα στις χονδρεμπορικές τιμές. Ο Alan Gelder της Wood Mackenzie εκτιμά ότι μια μεγάλη αποδέσμευση αποθεμάτων ντίζελ θα μπορούσε να μειώσει τις τιμές χονδρικής κατά 20-30 δολάρια ανά βαρέλι, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 0,10-0,15 ευρώ ανά λίτρο στην αντλία. Οι οδηγοί θα μπορούσαν να δουν την πτώση μέσα σε λίγες ημέρες, αν και η Kpler επισημαίνει ότι συνήθως χρειάζεται μία έως δύο εβδομάδες για να περάσουν σημαντικές μεταβολές των τιμών στην αντλία. 

Αυτό σημαίνει ότι η αποδέσμευση αποθεμάτων μπορεί να προσφέρει άμεση ανακούφιση σε καταναλωτές και επιχειρήσεις που εξαρτώνται από το ντίζελ, χωρίς όμως να εξαλείφει τις βαθύτερες ανισορροπίες της αγοράς.

Το βασικό πρόβλημα 

Η εικόνα στην αγορά πετρελαίου έχει μεταβληθεί. Σύμφωνα με τον Ole Hansen της Saxo Bank, το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον τόσο η διαθεσιμότητα αργού, καθώς οι ροές από τη Μέση Ανατολή έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν, αλλά η προσφορά των διυλισμένων προϊόντων. Η δυναμικότητα διύλισης έχει περιοριστεί στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία, ενώ τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια λειτουργούν ήδη σε υψηλά επίπεδα. 

Στην Ευρώπη, τα διυλιστήρια των χωρών του ΟΟΣΑ λειτουργούν με αξιοποίηση άνω του 80% και επεξεργάζονται περίπου 11 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως. Τα περιθώρια για σημαντική περαιτέρω αύξηση της παραγωγής είναι συνεπώς περιορισμένα. 

Αυτό εξηγεί γιατί η διάθεση έτοιμου ντίζελ από στρατηγικά αποθέματα μπορεί να έχει μεγαλύτερη και ταχύτερη επίδραση από μια αντίστοιχη αποδέσμευση αργού. Η Ευρώπη χρειάζεται κυρίως διαθέσιμο τελικό προϊόν και όχι απλώς περισσότερες ποσότητες αργού που θα πρέπει στη συνέχεια να διυλιστούν. 

Η απειλή αμερικανικού εμπάργκο απομακρύνεται 

Η απόφαση της G7 συνδέεται άμεσα και με την αμερικανική πίεση προς την Ευρώπη. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε προειδοποιήσει ότι η αποτυχία των ευρωπαϊκών χωρών να χρησιμοποιήσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ, κάτι που θα έπληττε ιδιαίτερα την Ευρώπη. 

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε τελικά ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιβάλουν απαγόρευση εξαγωγών diesel, ενώ η κοινή δήλωση της G7 περιλαμβάνει δέσμευση των χωρών-μελών να μην επιβάλουν περιορισμούς στις ενεργειακές εξαγωγές μεταξύ τους.  Η δέσμευση, ωστόσο, χαρακτηρίζεται από αναλυτές ως περισσότερο πολιτική παρά νομικά δεσμευτική. Συνεπώς, η απειλή μιας νέας διαταραχής στις διεθνείς ροές δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά εξαλειφθείσα.

Προσωρινή ανάσα, όχι μόνιμη λύση

Όπως επισημαίνουν αναλυτές και παράγοντες της αγοράς, το βασικό ερώτημα για την αγορά είναι τι θα συμβεί όταν εξαντληθεί η επίδραση των αποθεμάτων. Η αποδέσμευση στρατηγικών ποσοτήτων μειώνει προσωρινά την πίεση στην αγορά, αλλά ταυτόχρονα αποδυναμώνει το «μαξιλάρι» ασφαλείας που διαθέτει η Ευρώπη για μια νέα κρίση. 

Η Wood Mackenzie επισημαίνει ότι η παγκόσμια προσφορά ντίζελ εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τη ζήτηση. Ως αποτέλεσμα, τα αποθέματα συνεχίζουν να μειώνονται και η αγορά παραμένει ευάλωτη στις πολιτικές εξαγωγών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. 

Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικά αποθέματα ασφαλείας. Οι μεγάλες χώρες εκτιμάται ότι έχουν κάλυψη 70 έως 100 ημερών, ενώ οι κανόνες προβλέπουν αποθέματα που αντιστοιχούν περίπου σε 60 ημέρες εσωτερικής κατανάλωσης ή 90 ημέρες εισαγωγών, όποιο είναι μεγαλύτερο. 

Η αναπλήρωση, όμως, αυτών των αποθεμάτων θα απαιτήσει χρόνο και προϋποθέτει βελτίωση της παγκόσμιας παραγωγής και των εξαγωγών.

Τι θα κρίνει την πορεία του ντίζελ

Για μια πιο μόνιμη αποκλιμάκωση των τιμών, η αγορά χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η αιτία και όχι μόνο το σύμπτωμα. Σύμφωνα με τη Wood Mackenzie, απαιτείται εξομάλυνση του παγκόσμιου συστήματος διύλισης, κάτι που συνδέεται με την επίλυση της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν, την αύξηση της παραγωγής στη Μέση Ανατολή και την ενίσχυση των εξαγωγών από άλλους παραγωγούς, μεταξύ των οποίων η Ρωσία. 

Παράλληλα, οι ροές από τη Μέση Ανατολή παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές: οι εξαγωγές diesel της περιοχής τον Σεπτέμβριο ήταν πάνω από 50% χαμηλότερες από ένα χρόνο νωρίτερα. 

Στην άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται η ζήτηση. Ένα παρατεταμένο περιβάλλον υψηλών τιμών ενέργειας και υψηλών αποδόσεων κρατικών ομολόγων θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση, μειώνοντας τελικά τη ζήτηση και προσφέροντας έναν διαφορετικό μηχανισμό εξισορρόπησης της αγοράς. 

Η επόμενη ημέρα

Η αποδέσμευση των αποθεμάτων είναι πιθανό να λειτουργήσει ως ισχυρό βραχυπρόθεσμο «φρένο» στις τιμές, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, όπου η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με περιορισμένη παραγωγή διυλιστηρίων και υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές.

Το πραγματικό τεστ, όμως, θα έρθει μετά την πρώτη φάση της παρέμβασης. Εάν οι ροές από τη Μέση Ανατολή συνεχίσουν να βελτιώνονται και αυξηθούν οι εξαγωγές από άλλους παραγωγούς, η αποδέσμευση των στρατηγικών αποθεμάτων μπορεί να συμβάλει στην επαναφορά της αγοράς σε ισορροπία. Αντίθετα, εάν οι γεωπολιτικές και διυλιστηριακές διαταραχές συνεχιστούν, η σημερινή παρέμβαση κινδυνεύει να αποδειχθεί περισσότερο μια αγορά χρόνου παρά μια οριστική λύση.

Διαβάστε ακόμη