Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ παίρνει πλέον παγκόσμιες διαστάσεις, καθώς η παρατεταμένη αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν απειλεί να μετατραπεί σε σοβαρή κρίση εφοδιασμού καυσίμων, προειδοποιούν στελέχη της πετρελαϊκής αγοράς. Οι επικεφαλής των μεγαλύτερων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών επί μήνες προειδοποιούσαν ότι η παρατεταμένη διακοπή των παγκόσμιων πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε σοβαρές ελλείψεις καυσίμων. Τώρα πλέον διατυπώνουν την εκτίμηση ότι η κρίση έχει ξεκινήσει, καθώς οι εφεδρείες της αγοράς εξαντλούνται και οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τα αποθέματα καυσίμων προς εμπορική χρήση σε παγκόσμιο επίπεδο μειώνονται επί 6 και πλέον μήνες, ενώ τα στρατηγικά αποθέματα αργού δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν πολύ περισσότερο χωρίς να υποχωρήσουν σε επικίνδυνα επίπεδα.
Οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές τιμές ενισχύθηκαν από τις πρόσφατες επιθέσεις, που κατά πάσα πιθανότητα εξαπέλυσαν φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές του Ιράκ. κατά της Σαουδικής Αραβίας με αποτέλεσμα να τεθεί εκτός λειτουργίας ο μεγάλος αγωγός East-West. Ο αγωγός, που μεταφέρει πετρέλαιο από το Αμπκάικ προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, αποτελεί τη βασική εναλλακτική διαδρομή εξαγωγών της χώρας, καθώς παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ.
Η διακοπή της λειτουργίας του εκτιμάται ότι απομάκρυνε τουλάχιστον 2,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως από μια ήδη στενή παγκόσμια αγορά.
Chevron: Εξαντλήθηκαν τα «μαξιλάρια» της αγοράς
«Η λειτουργία του αγωγού συνέβαλε στον περιορισμό του κινδύνου για τις τιμές και τον εφοδιασμό μέχρι στιγμής», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Μάικ Γουίρθ, σε ενεργειακό συνέδριο στο Όστιν του Τέξας.
Πλέον όπως το συγκεκριμένο εργαλείο έχει πλέον εξαντληθεί και το διεθνές ενεργειακό σύστημα δεν διαθέτει τα ίδια αποθέματα ασφαλείας που είχε στην αρχή της κρίσης.
Ο επικεφαλής της Chevron απέφυγε να προβλέψει πού θα μπορούσαν να φτάσουν οι τιμές του πετρελαίου, παραδέχθηκε όμως ότι δύσκολα μπορεί να φανταστεί μια γρήγορη αποκλιμάκωση. «Μακάρι να μπορούσα να σας πω ότι βλέπω κάποιον λόγο για τον οποίο η κατάσταση θα βελτιωθεί, αλλά αυτήν τη στιγμή είναι δύσκολο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι συνέπειες έχουν ήδη φτάσει στους Αμερικανούς καταναλωτές, σημειώνει η Wall Street Journal. Η μέση τιμή του ντίζελ εκτινάχθηκε στο ιστορικό υψηλό των 6,23 δολαρίων το γαλόνι, ενώ η βενζίνη, η οποία είχε υποχωρήσει κάτω από τα 4 δολάρια το καλοκαίρι, ανέκαμψε στα 4,32 δολάρια.
Παράλληλα, το αμερικανικό αργό έχει ενισχυθεί κατά 19% μέσα σε τρεις εβδομάδες, φτάνοντας κοντά στα 101 δολάρια το βαρέλι. Αναλυτές δέχονται πλέον ερωτήματα από επενδυτές για το πότε η επιβάρυνση των νοικοκυριών από τα ακριβά καύσιμα θα αρχίσει να περιορίζει την κατανάλωση και τις αγορές νέων προϊόντων.
Ιδιαίτερα δύσκολη θεωρείται η κατάσταση στην αγορά ντίζελ. Τα αποθέματα παραμένουν περιορισμένα εξαιτίας των προβλημάτων σε διυλιστήρια στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία, ενώ η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί λόγω της έναρξης της περιόδου συγκομιδής στις ΗΠΑ.
«Το ντίζελ δεν έχει εύκολη λύση», προειδοποίησε ο Νταν Πίκερινγκ, ιδρυτής της Pickering Energy Partners.
Ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι η αναστάτωση είναι προσωρινή
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να υποβαθμίσει την ένταση της κρίσης. Ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ χαρακτήρισε την αναστάτωση «προσωρινή», υποστηρίζοντας ότι οι τιμές θα αποκλιμακωθούν και ότι οι ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή θα αυξηθούν ξανά.
Ο Λευκός Οίκος, που θα ήθελε τις τιμές της βενζίνης χαμηλότερα, ιδίως εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών, εξετάζει δύο βασικές παρεμβάσεις: την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα και την ενίσχυση της δυναμικότητας των αμερικανικών διυλιστηρίων. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν προωθήσει συμφωνίες που αποσκοπούν στην τόνωση της παραγωγής της Βενεζουέλας, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποίησαν επαφές με στελέχη διυλιστηρίων για την αύξηση της εγχώριας παραγωγής καυσίμων.
Ο Μπέργκαμ διέψευσε, πάντως, τις πληροφορίες ότι εξετάζεται προσωρινή απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ και άλλων προϊόντων διύλισης. Όπως είπε, η κυβέρνηση δεν θεωρεί ότι ένα τέτοιο μέτρο θα οδηγούσε αυτομάτως σε χαμηλότερες τιμές.
Στην αγορά, ωστόσο, η ανησυχία εντείνεται. Το Ιράν συνεχίζει να απειλεί δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι Χούθι έχουν κλιμακώσει τις επιθέσεις τους εναντίον σαουδαραβικών ενεργειακών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Πρόσθετη πίεση ασκεί και η επιστροφή της Κίνας στις διεθνείς αγορές. Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο κάλυπτε επί μήνες σχεδόν το ήμισυ της ημερήσιας κατανάλωσής του από τα δικά του αποθέματα, κι έτσι βοηθούσε στη συγκράτηση των τιμών. Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, έχει αυξήσει ξανά τις αγορές από το εξωτερικό.
Οι CEO των ExxonMobil, Chevron και ConocoPhillips είχαν προειδοποιήσει από τον Μάρτιο την αμερικανική κυβέρνηση ότι ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα προκαλούσε ελλείψεις σε προϊόντα διύλισης, ιδιαίτερα στο ντίζελ και να ανέβαζε σε πρωτοφανή επίπεδα τις τιμές.
Με τον πόλεμο στο Ιράν να μην εμφανίζει σημάδια τερματισμού και τις ενεργειακές υποδομές να βρίσκονται στο στόχαστρο, οι φόβοι τους φαίνεται πλέον να επιβεβαιώνονται, καταλήγει το δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Διαβάστε ακόμη
