Καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Κίνας διαδραματίζουν την τελευταία δεκαετία οι κρατικοί πετρελαϊκοί όμιλοι της χώρας, περιορίζοντας τις επιπτώσεις από τις αναταράξεις στις προμήθειες πετρελαίου της Μέσης Ανατολής και την κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με το Reuters.

Από το 2018, οι Sinopec, PetroChina και CNOOC έχουν επενδύσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής, ενώ παράλληλα έχουν αναπτύξει και γεμίσει εγκαταστάσεις αποθήκευσης πετρελαίου, στο πλαίσιο των κυβερνητικών σχεδιασμών για μεγαλύτερη ενεργειακή αυτάρκεια.

Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, οι τρεις όμιλοι έχουν δαπανήσει από το 2018 περίπου 2,3 τρισ. γουάν, δηλαδή περίπου 343 δισ. δολάρια, σε εγχώριες δραστηριότητες, έναντι μόλις 56 δισ. δολαρίων στο εξωτερικό. Η πολιτική αυτή έχει συμβάλει στην αύξηση της κινεζικής παραγωγής πετρελαίου σε περίπου 4,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, από περίπου 3,8 εκατ. βαρέλια στις αρχές της περιόδου.

Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, ωστόσο, έχει υψηλό κόστος. Τα κοιτάσματα στην ξηρά είναι συχνά δύσκολα στην εκμετάλλευση και απαιτούν ακριβότερες τεχνολογίες. Σύμφωνα με τη Rystad Energy, το μέσο κόστος ισοσκέλισης για τα χερσαία κοιτάσματα των PetroChina και Sinopec διαμορφώνεται περίπου στα 55 δολάρια το βαρέλι, έναντι περίπου 37 δολαρίων για το αμερικανικό σχιστολιθικό πετρέλαιο.

Παράλληλα, οι κρατικοί όμιλοι έδωσαν προτεραιότητα στην εγχώρια αγορά μετά την έναρξη του πολέμου, περιορίζοντας τις εξαγωγές και διαθέτοντας καύσιμα σε ελεγχόμενες τιμές. Η απόφαση αυτή περιόρισε τα περιθώρια κέρδους τους, ιδιαίτερα για τη Sinopec, η οποία κατέγραψε απώλειες 1,8 δισ. γουάν από τη δραστηριότητα διύλισης το δεύτερο τρίμηνο.

Παρά το κόστος, η στρατηγική φαίνεται να αποδίδει σε επίπεδο ενεργειακής επάρκειας. Δεν έχουν καταγραφεί σημαντικές ελλείψεις καυσίμων, καθώς η Κίνα αξιοποιεί τα στρατηγικά της αποθέματα, τις διαφοροποιημένες πηγές εισαγωγών και τη σταθερή εγχώρια παραγωγή.

Οι κινεζικοί πετρελαϊκοί όμιλοι μπορεί να μην έχουν επωφεληθεί στον ίδιο βαθμό με τους διεθνείς ανταγωνιστές τους από την άνοδο των τιμών, όμως η κρίση ανέδειξε τον ρόλο τους ως βασικό εργαλείο της ενεργειακής πολιτικής του Πεκίνου.

Διαβάστε ακόμη