«Η συζήτηση για τις τιμές των καυσίμων έχει μεγαλύτερη αξία όταν ξεκινά από την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται». Αυτό σχολιάζει η αγορά με αφορμή το Statistical Report 2026 της FuelsEurope. Η έκθεση αποτυπώνει με σαφήνεια τον σημαντικό ρόλο της φορολογίας στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στην αντλία. Σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν που περιλαμβάνονται στην έκθεση και αφορούν τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών ως προς τη φορολογική επιβάρυνση της βενζίνης.
Συγκεκριμένα, το 61% της τελικής τιμής της βενζίνης στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε φόρους, με τη Φινλανδία να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό, στο 63%. Ακολουθούν η Σλοβενία και η Γερμανία με 60%, ενώ Ιρλανδία, Εσθονία και Ιταλία βρίσκονται στο 59%. Στον αντίποδα, η χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση καταγράφεται στη Βουλγαρία, στο 46%.

Η εικόνα γίνεται πιο συγκεκριμένη αν εξεταστεί μια ενδεικτική τιμή στην ελληνική αγορά. Τον Φεβρουάριο του 2026, η τιμή της βενζίνης διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο στα 1,74 ευρώ το λίτρο. Από το ποσό αυτό, 0,69 ευρώ αντιστοιχούν στο προϊόν, 0,72 ευρώ σε έμμεσους φόρους και 0,34 ευρώ στον ΦΠΑ. Η καθαρή αξία του προϊόντος αντιστοιχούσε σε λιγότερο από το 40% της τελικής τιμής.

Έτσι, περισσότερο από ένα ευρώ από κάθε λίτρο βενζίνης που πληρώνει ο καταναλωτής στην Ελλάδα αντιστοιχεί συνολικά σε φορολογική επιβάρυνση. Η καθαρή αξία του προϊόντος αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 40% της τελικής τιμής. Η μέση τιμή της βενζίνης στην Ελλάδα παρέμενε σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές. Υψηλότερες τιμές καταγράφονταν στην Ολλανδία, όπου το λίτρο έφτανε τα 2,06 ευρώ, στη Δανία με 1,94 ευρώ και στη Γερμανία με 1,82 ευρώ. Στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα, στα 1,74 ευρώ ανά λίτρο, βρισκόταν η Ιρλανδία.
Στο diesel, η εικόνα της Ελλάδας είναι διαφορετική. Η φορολογία αντιστοιχεί στο 47% της τελικής τιμής, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα μαζί με την Κροατία, την Ολλανδία και την Πολωνία. Η υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση στο diesel καταγράφεται στην Ιταλία, στο 58%, ενώ ακολουθούν η Σλοβενία με 56% και η Μάλτα, το Βέλγιο και η Ιρλανδία με 54%.
Στην ελληνική αγορά, η μέση τιμή του diesel τον Φεβρουάριο του 2026 διαμορφωνόταν στα 1,55 ευρώ το λίτρο. Περίπου 0,82 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αξία του προϊόντος, 0,42 ευρώ στους έμμεσους φόρους και 0,30 ευρώ στον ΦΠΑ. Συνολικά, δηλαδή, περίπου 0,72 ευρώ ανά λίτρο αφορούσαν φόρους.

Η έκθεση της FuelsEurope καταγράφει παράλληλα και τη μεγάλη μεταβλητότητα που χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων από το 2020 και μετά. Η πανδημία οδήγησε σε απότομη πτώση της ζήτησης και των τιμών, καθώς οι περιορισμοί στις μετακινήσεις περιόρισαν δραστικά την κατανάλωση. Η εικόνα άλλαξε από το 2021, όταν η οικονομική επανεκκίνηση και η ανάκαμψη της ζήτησης συνδυάστηκαν με περιορισμούς στην προσφορά πετρελαίου, οδηγώντας τις τιμές υψηλότερα.
Η μεγαλύτερη αναστάτωση σημειώθηκε το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις κυρώσεις που επηρέασαν τις ροές ρωσικού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων. Τον Φεβρουάριο του 2023 η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στην απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού diesel και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων. Η αγορά, ωστόσο, προσαρμόστηκε μέσω διαφορετικών πηγών προμήθειας, με αποτέλεσμα οι τιμές να αρχίσουν σταδιακά να αποκλιμακώνονται. Κατά το 2024 και το 2025 οι τιμές σταθεροποιήθηκαν σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που είχαν καταγραφεί πριν από την πανδημία. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η σταδιακή επαναφορά φόρων και επιβαρύνσεων που είχαν περιοριστεί προσωρινά κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης.
Διαβάστε ακόμη
