Μια ιδιότυπη σύγκρουση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία αρχίζει να διαμορφώνεται στις ΗΠΑ, καθώς η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή μετατρέπει τις υψηλές τιμές του αργού σε πηγή δισεκατομμυρίων δολαρίων για τους ενεργειακούς ομίλους, αλλά ταυτόχρονα σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι εταιρείες που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στον στενότερο κύκλο των οικονομικών συμμάχων του Αμερικανού προέδρου απολαμβάνουν πλέον μια απροσδόκητη κερδοφορία, την ώρα που η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκρατήσει τις τιμές της βενζίνης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Τον περασμένο Μάρτιο, όταν οι τιμές του πετρελαίου άρχισαν να εκτοξεύονται, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε υποδεχθεί θετικά την εξέλιξη, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «βγάζουμε πολλά χρήματα». Μερικούς μήνες αργότερα, όμως, η ίδια άνοδος έχει αρχίσει να λειτουργεί αντίστροφα για τον Λευκό Οίκο. Όπως αναφέρει σε εκτενές ρεπορτάζ της η Wall Street Journal, οι αυξημένες τιμές ενισχύουν θεαματικά τα αποτελέσματα των μεγαλύτερων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, αλλά πιέζουν τα νοικοκυριά και εντείνουν την ανησυχία των Ρεπουμπλικανών για τις πολιτικές επιπτώσεις του πολέμου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της FactSet που επικαλείται η Wall Street Journal, η ExxonMobil, η Chevron, η ConocoPhillips και η Occidental Petroleum αναμένεται να εμφανίσουν συνολικά κέρδη περίπου 31 δισ. δολαρίων για το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Πρόκειται για εντυπωσιακή αύξηση σε σύγκριση με τα περίπου 12 δισ. δολάρια της αντίστοιχης περυσινής περιόδου.

Η διαφορά αποδίδεται πρωτίστως στην εκτίναξη της τιμής του αμερικανικού αργού. Από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο, οι τιμές διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 95 δολάρια το βαρέλι, έναντι περίπου 66 δολαρίων πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Το άλμα αυτό δημιουργεί μια τεράστια εισροή μετρητών για τους παραγωγούς, την ώρα που η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει ξεπεράσει τα 4 δολάρια το γαλόνι.

Από το «drill, baby, drill» στην πίεση για χαμηλότερες τιμές

Η εξέλιξη αναδεικνύει τα όρια της ενεργειακής συμμαχίας που είχε οικοδομήσει ο Τραμπ με τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κατά την προεκλογική περίοδο, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υιοθετήσει το σύνθημα «drill, baby, drill», υποσχόμενος περισσότερες γεωτρήσεις, χαλάρωση των περιορισμών και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής. Σήμερα, όμως, η προτεραιότητα του Λευκού Οίκου μετατοπίζεται από την αύξηση της παραγωγής στη μείωση των τιμών που πληρώνουν οι καταναλωτές.

«Δεν θεωρώ κατ’ ανάγκην ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι φίλη της κερδοφορίας των πετρελαϊκών εταιρειών», σημειώνει στη Wall Street Journal ο Νταν Πίκερινγκ, ιδρυτής της Pickering Energy Partners.

Η ανησυχία εντείνεται καθώς οι Ρεπουμπλικανοί φοβούνται ότι η παράταση του πολέμου και το υψηλό κόστος των καυσίμων θα επιβαρύνουν τις επιδόσεις τους στις ενδιάμεσες εκλογές. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τραμπ έχει ζητήσει από τους συμβούλους του να ασκήσουν πίεση τόσο στους λιανοπωλητές βενζίνης όσο και στις πετρελαϊκές εταιρείες, προκειμένου να μειωθούν οι τιμές. Στελέχη της κυβέρνησης έχουν πραγματοποιήσει σειρά συσκέψεων για να εξετάσουν διαθέσιμες παρεμβάσεις πριν από την προσφυγή στις κάλπες.

Η πίεση έχει ήδη λάβει και θεσμική διάσταση. Τον προηγούμενο μήνα ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι έδωσε εντολή στο υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνήσει τη συμπεριφορά των πετρελαϊκών εταιρειών, κατονομάζοντας ως στόχους της έρευνας την Exxon, τη Chevron, τη Shell και τη BP.

Η δύσκολη ισορροπία της πετρελαϊκής βιομηχανίας

Οι πετρελαϊκοί όμιλοι βρίσκονται πλέον σε μια ιδιαίτερα λεπτή θέση. Από τη μία πλευρά, επωφελούνται από έναν πόλεμο τον οποίο, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, δεν επιθυμούσαν. Από την άλλη, καλούνται να απορροφήσουν την κριτική της κυβέρνησης, χωρίς να εγκαταλείψουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει έναντι των επενδυτών τους.

Τα προηγούμενα χρόνια οι εταιρείες είχαν διαβεβαιώσει ότι τα πρόσθετα έσοδα θα κατευθύνονται κυρίως στην ενίσχυση των αποδόσεων προς τους μετόχους και όχι σε μια νέα, επιθετική επέκταση των γεωτρήσεων. Οι διοικήσεις τους δεν θεωρούν ότι οι σημερινές υψηλές τιμές θα διατηρηθούν για αρκετό χρονικό διάστημα μετά το τέλος της σύγκρουσης, ώστε να δικαιολογούν ουσιαστική αναθεώρηση των επενδυτικών τους σχεδίων.

Η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου δεν αποτελεί άλλωστε άμεση διαδικασία. Απαιτεί κεφάλαια, εξοπλισμό και σχεδιασμό με χρονικό ορίζοντα ετών, ενώ μια απότομη αποκλιμάκωση των τιμών μετά τον πόλεμο θα μπορούσε να αφήσει τις εταιρείες με επενδύσεις που δεν θα είναι πλέον οικονομικά αποδοτικές.

«Η πολιτική πίεση έχει όρια», επισημαίνει ο Νταν Έμπερχαρτ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας υπηρεσιών πετρελαϊκών πεδίων Canary. «Οι πετρελαϊκές εταιρείες λειτουργούν με οικονομικά κριτήρια».

Στελέχη του κλάδου εκτιμούν ότι η πίεση από τον Λευκό Οίκο θα μπορούσε να ενταθεί ακόμη περισσότερο εάν συνεχιστεί το ράλι των τιμών. Κυβερνητικός αξιωματούχος ανέφερε ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να ζητά από τη βιομηχανία να αντλεί περισσότερο πετρέλαιο.

Η επίσημη θέση του Λευκού Οίκου είναι ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν μόλις αποκατασταθεί η ασφάλεια στις θαλάσσιες ενεργειακές οδούς. «Καθώς ο αμερικανικός στρατός υποβαθμίζει την ικανότητα του τρομοκρατικού ιρανικού καθεστώτος να επιτίθεται σε εμπορικά πλοία και να διαταράσσει την ελεύθερη ροή ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα επιστρέψουν στα προ της σύγκρουσης επίπεδα», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς.

Ο κρίσιμος ρόλος των Στενών του Ορμούζ

Η στάση της πετρελαϊκής βιομηχανίας δεν είναι καινούργια. Κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου πολέμου με το Ιράν την προηγούμενη χρονιά, ο Τραμπ είχε επίσης καλέσει τις εταιρείες να αυξήσουν την παραγωγή, προειδοποιώντας τες να μην «παίζουν το παιχνίδι του εχθρού». Οι παραγωγοί, ωστόσο, δεν άλλαξαν ουσιαστικά τα σχέδιά τους.

Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος πέτυχε αρχικά συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και στη συνέχεια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου τον Ιούνιο, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν και οι επικεφαλής των ενεργειακών ομίλων εκτίμησαν ότι ο κίνδυνος είχε περιοριστεί. Για μήνες προειδοποιούσαν την κυβέρνηση ότι ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μέσω των οποίων διέρχεται συνήθως περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, απομείωνε τα διεθνή αποθέματα και μπορούσε να οδηγήσει το αργό ακόμη υψηλότερα από το ανώτατο επίπεδο των 118,35 δολαρίων το βαρέλι που είχε καταγραφεί τον Μάρτιο.

Η σύγκρουση, ωστόσο, αναζωπυρώθηκε και επεκτάθηκε σε νέο μέτωπο, καθώς οι αντάρτες Χούθι ξεκίνησαν ναυτικό αποκλεισμό στην Ερυθρά Θάλασσα. Η συγκεκριμένη θαλάσσια οδός είχε λειτουργήσει ως εναλλακτική δίοδος για μέρος των πετρελαϊκών ποσοτήτων που είχαν εγκλωβιστεί λόγω των προβλημάτων στα Στενά του Ορμούζ, αυξάνοντας έτσι τη σημασία της για την παγκόσμια τροφοδοσία.

Η άμυνα των εταιρειών και το ρεκόρ παραγωγής

Τα οικονομικά αποτελέσματα των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων αναμένεται πλέον να βρεθούν στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τον σχεδιασμό τους και μίλησαν στη Wall Street Journal, η Exxon, η Chevron, η ConocoPhillips και η Occidental προτίθενται να απορροφήσουν την κριτική και να περιμένουν μέχρι να υποχωρήσει η πολιτική πίεση.

Βασικό επιχείρημά τους θα είναι ότι η αμερικανική παραγωγή αυξήθηκε σταθερά σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Οι ΗΠΑ παράγουν σήμερα περίπου 13,8 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ποσότητα αυξημένη κατά 525.000 βαρέλια σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης δεν προέρχεται από μαζική επέκταση των γεωτρήσεων, αλλά από τη συνεχιζόμενη βελτίωση της αποδοτικότητας στα αμερικανικά πετρελαϊκά πεδία.

Παράλληλα, το American Petroleum Institute, η μεγαλύτερη εμπορική ένωση της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, καλεί την κυβέρνηση να αξιοποιήσει άλλα διαθέσιμα εργαλεία. Μεταξύ άλλων, ζητά την παράταση της εξαίρεσης από τον νόμο Jones Act, ο οποίος περιορίζει τη μεταφορά προϊόντων μεταξύ αμερικανικών λιμένων από πλοία ξένης σημαίας. Προτείνει επίσης την αναπροσαρμογή των υποχρεώσεων για την ανάμειξη βιοκαυσίμων στη βενζίνη και στο ντίζελ, ώστε να μειωθεί το κόστος στην αντλία.

Ο φόβος ενός μπλόκου στις εξαγωγές

Στον κλάδο ενισχύεται, πάντως, η ανησυχία ότι τα περιθώρια αντίδρασης της κυβέρνησης στενεύουν. Ορισμένα στελέχη φοβούνται ότι ο Λευκός Οίκος θα μπορούσε τελικά να εξετάσει περιορισμούς ή ακόμη και απαγόρευση των εξαγωγών ενέργειας, παρά το γεγονός ότι ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ έχει επανειλημμένα απορρίψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι θα ερχόταν σε αντίθεση με τη στρατηγική του Τραμπ για αμερικανική «ενεργειακή κυριαρχία».

Ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Μάικ Γουίρθ, είχε προειδοποιήσει ήδη από τον Μάιο ότι οι περιορισμοί στις εξαγωγές θα συρρίκνωναν τη διαθέσιμη προσφορά και τελικά θα οδηγούσαν τις τιμές υψηλότερα. «Τα μέτρα που εμποδίζουν τη λειτουργία των αγορών μπορεί να έχουν πολιτική απήχηση, αλλά τελικά μπορούν να επιδεινώσουν την κατάσταση αντί να τη βελτιώσουν», είχε δηλώσει σε ενεργειακό συνέδριο.

Η αντίφαση είναι πλέον εμφανής. Η άνοδος της παραγωγής και των πετρελαϊκών εσόδων υπηρετεί τον στόχο της αμερικανικής ενεργειακής ισχύος, αλλά οι υψηλές τιμές απειλούν την αγοραστική δύναμη των πολιτών και το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης. Όσο η κρίση στη Μέση Ανατολή παραμένει χωρίς ορατή διέξοδο, οι πετρελαϊκές εταιρείες θα συνεχίσουν να καταγράφουν υψηλά κέρδη, αλλά παράλληλα θα καλούνται να επωμιστούν το πολιτικό κόστος μιας αγοράς που ούτε ο Λευκός Οίκος ούτε οι ίδιες μπορούν εύκολα να ελέγξουν.

Διαβάστε ακόμη