Η πολεμική αναμέτρηση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν λειτούργησε ως ένα ακόμη τεστ αντοχής για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, αναδεικνύοντας τις σημαντικές διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ της αγοράς πετρελαίου και εκείνης του φυσικού αερίου. Παρά το γεγονός ότι οι εχθροπραξίες προκάλεσαν αναταράξεις και στις δύο αγορές, στελέχη του κλάδου των ορυκτών καυσίμων επισημαίνουν ότι το πετρέλαιο διέθετε περισσότερους μηχανισμούς απορρόφησης των κραδασμών, ενώ το φυσικό αέριο αποδείχθηκε σαφώς πιο ευάλωτο.
Η εκτίμηση που επικρατεί στην αγορά είναι ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο, οι τιμές του Brent δύσκολα θα ξεπεράσουν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι. Αντίθετα, εφόσον επιτευχθεί οριστική αποκλιμάκωση της κρίσης, η αγορά πετρελαίου θα μπορούσε μέσα σε διάστημα περίπου δύο μηνών να επιστρέψει στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από το ξέσπασμα της σύγκρουσης.
Για το φυσικό αέριο, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική. Οι επιπτώσεις θεωρούνται πιο βαθιές και με μεγαλύτερη διάρκεια, γεγονός που εξηγεί γιατί οι τιμές στο TTF αυξήθηκαν πολύ πιο έντονα σε σχέση με το πετρέλαιο και γιατί η επιστροφή σε χαμηλότερα επίπεδα αναμένεται να απαιτήσει περισσότερο χρόνο.
Γιατί το πετρέλαιο άντεξε στην κρίση
Παρά την ένταση των γεγονότων στον Περσικό Κόλπο, η διεθνής αγορά αργού δεν βρέθηκε αντιμέτωπη με τα ακραία σενάρια που είχαν διατυπωθεί κατά τις πρώτες ημέρες της κρίσης. Αν και το Brent έφθασε στιγμιαία έως τα 120 δολάρια ανά βαρέλι, παρέμεινε σημαντικά χαμηλότερα από επίπεδα που έχουν καταγραφεί σε παλαιότερες γεωπολιτικές κρίσεις.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η θεαματική μεταβολή του ενεργειακού ισοζυγίου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική παραγωγική δυναμικότητα έχει πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, φθάνοντας περίπου τα 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως, όταν σε προηγούμενες δεκαετίες κινούνταν στην περιοχή των 5,5 έως 6 εκατ. βαρελιών.
Η αύξηση της παραγωγής επέτρεψε στις ΗΠΑ όχι μόνο να μετατραπούν σε καθαρό εξαγωγέα πετρελαίου, αλλά και να διατηρούν σημαντικά στρατηγικά αποθέματα. Αντίστοιχα μεγάλα αποθέματα έχει δημιουργήσει και η Κίνα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει συστηματικά στην αποθήκευση αργού, ενισχύοντας περαιτέρω το παγκόσμιο δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε γεωπολιτικές αναταράξεις.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, χωρίς αυτά τα αποθέματα η κρίση θα μπορούσε να είχε οδηγήσει το Brent ακόμη και στα 250 δολάρια ανά βαρέλι.
Το Ορμούζ δεν έκλεισε ολοκληρωτικά
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε επίσης το γεγονός ότι η διακίνηση πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ δεν μηδενίστηκε πλήρως. Παρότι η διέλευση περιορίστηκε δραστικά, μέρος των εξαγωγών συνέχισε να πραγματοποιείται.
Εκτιμήσεις της αγοράς αναφέρουν ότι περίπου 200 δεξαμενόπλοια εξακολουθούσαν να περνούν από την περιοχή, έναντι περίπου 2.000 πλοίων που διακινούνται υπό κανονικές συνθήκες. Σημαντικό μέρος αυτών των φορτίων αφορούσε ιρανικό πετρέλαιο με προορισμό την Κίνα, το οποίο διατίθετο με σημαντικές εκπτώσεις.
Παράλληλα, περιφερειακά δίκτυα αγωγών επέτρεψαν σε μέρος της παραγωγής των χωρών του Κόλπου να διοχετευθεί στις διεθνείς αγορές χωρίς να απαιτείται διέλευση από τα Στενά. Ως αποτέλεσμα, η πραγματική απώλεια προσφοράς εκτιμάται στα 6 έως 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι των 18 έως 19 εκατ. βαρελιών που θα είχαν τεθεί εκτός αγοράς σε ένα πλήρες και απόλυτο κλείσιμο του Ορμούζ.
Η προσαρμοστικότητα των ελληνικών διυλιστηρίων
Η κρίση αποτέλεσε μία ακόμη δοκιμασία για τα ελληνικά διυλιστήρια, τα οποία όμως κατάφεραν να διατηρήσουν αδιάλειπτο τον εφοδιασμό της αγοράς.
Οι εγκαταστάσεις της HELLENiQ Energy διαθέτουν συνολική δυναμικότητα περίπου 342.000 βαρελιών ημερησίως, ενώ το διυλιστήριο της Motor Oil επεξεργάζεται περίπου 245.000 βαρέλια ημερησίως. Η πολυετής εμπειρία από γεωπολιτικές κρίσεις και κυρώσεις έχει οδηγήσει τις δύο εταιρείες σε σημαντικές επενδύσεις, ώστε να μπορούν να επεξεργάζονται διαφορετικούς τύπους αργού και να αλλάζουν γρήγορα πηγές προμήθειας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η HELLENiQ Energy, η οποία στο παρελθόν προμηθευόταν σημαντικές ποσότητες ιρανικού πετρελαίου, προσαρμόζοντας στη συνέχεια επανειλημμένα το χαρτοφυλάκιο προμηθειών της ανάλογα με τις διεθνείς κυρώσεις.
Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης, το τμήμα των προμηθειών που επηρεάστηκε από τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο αντικαταστάθηκε με φορτία από άλλες περιοχές, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γουιάνα. Έτσι, οι επιπτώσεις για την ελληνική αγορά περιορίστηκαν κυρίως στο επίπεδο των τιμών και όχι στην επάρκεια καυσίμων.
Την ίδια στιγμή, οι ελληνικοί όμιλοι αύξησαν την παραγωγή αεροπορικού καυσίμου, καθώς η κρίση προκάλεσε σημαντική στενότητα στη διεθνή προσφορά του συγκεκριμένου προϊόντος.
Η ευρωπαϊκή εξάρτηση παραμένει αδύναμο σημείο
Η κρίση ανέδειξε και ένα διαχρονικό πρόβλημα της Ευρώπης: την υψηλή εξάρτησή της από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα εμφανής στο ντίζελ, καθώς η ΕΕ εξακολουθεί να αναζητά εναλλακτικές πηγές προμήθειας μετά τη δραστική μείωση των εισαγωγών από τη Ρωσία. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η στενότητα στην προσφορά έχει οδηγήσει ορισμένες χώρες σε πιο ευέλικτες επιλογές προμήθειας, ενώ και οι ΗΠΑ έχουν προχωρήσει σε χαλάρωση περιορισμών που αφορούν ρωσικά προϊόντα διύλισης.
Συνολικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να καλύπτει σχεδόν το 97% των αναγκών της σε πετρέλαιο μέσω εισαγωγών, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητη σε κάθε διεθνή αναταραχή. Για τον λόγο αυτό, παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού και η αξιοποίηση εγχώριων κοιτασμάτων παραμένουν στρατηγικές προτεραιότητες.
Το φυσικό αέριο χωρίς επαρκείς δικλείδες ασφαλείας
Αν στο πετρέλαιο υπήρχαν εναλλακτικές διαδρομές και μεγάλα αποθέματα, στο φυσικό αέριο οι επιλογές αποδείχθηκαν πολύ πιο περιορισμένες.
Η διακοπή της διέλευσης φορτίων LNG από το Κατάρ μέσω των Στενών του Ορμούζ επηρέασε άμεσα την παγκόσμια αγορά υγροποιημένου αερίου. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, όπου μέρος των εξαγωγών συνέχισε να κινείται, στο LNG η μεταφορά επηρεάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Την ίδια στιγμή, οι ζημιές που υπέστησαν εγκαταστάσεις υγροποίησης στο Κατάρ εκτιμάται ότι θα απαιτήσουν έως και τρία χρόνια για την πλήρη αποκατάστασή τους. Έτσι, παρά την αύξηση της παγκόσμιας παραγωγικής δυναμικότητας και τη συμβολή νέων επεκτάσεων, όπως στο αμερικανικό Sabine Pass, η αγορά συνεχίζει να λειτουργεί υπό καθεστώς πίεσης.
Η περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης φυσικού αερίου, το υψηλότερο κόστος μεταφοράς και η μικρότερη ωριμότητα της παγκόσμιας αγοράς LNG σε σχέση με το πετρέλαιο καθιστούν δυσκολότερη την ταχεία εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης.
Οι τιμές θα παραμείνουν υπό πίεση
Η συγκυρία βοήθησε ώστε η κρίση να εκδηλωθεί την άνοιξη, περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες για θέρμανση και ηλεκτροπαραγωγή είναι συνήθως χαμηλότερες. Παρ’ όλα αυτά, η μείωση της παραγωγής του Κατάρ κατά 10%-15% και η αυξημένη λειτουργία μονάδων φυσικού αερίου λόγω των υψηλών θερμοκρασιών δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στην αγορά.
Για τον λόγο αυτό, ακόμη και στην περίπτωση οριστικής συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η αποκλιμάκωση των τιμών στο TTF αναμένεται να είναι αισθητά πιο αργή σε σχέση με το πετρέλαιο.
Επιπλέον, από το τέλος του καλοκαιριού η Ευρώπη θα εισέλθει στην περίοδο αναπλήρωσης των αποθηκών ενόψει του χειμώνα, γεγονός που θα διατηρήσει τη ζήτηση σε υψηλά επίπεδα και θα περιορίσει τα περιθώρια ταχείας υποχώρησης των τιμών. Έτσι, ενώ το πετρέλαιο δείχνει να διαθέτει περισσότερους μηχανισμούς απορρόφησης των κραδασμών, το φυσικό αέριο παραμένει ο πιο ευάλωτος κρίκος της ενεργειακής αλυσίδας.
Διαβάστε ακόμη
