Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου επιστρέφουν στην Αλάσκα, σε μια περιοχή που πλέον χαρακτηρίζεται από την αγορά ως το «πιο καυτό play» του πλανήτη, ένα λογοπαίγνιο που συνδυάζει τόσο την έννοια του ενεργειακού «πεδίου» (oil play) όσο και την «καυτή» γεωπολιτική και οικονομική συγκυρία, με φόντο τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. ExxonMobil, Shell και Repsol βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επιστροφής, ποντάροντας στην ενίσχυση των αποθεμάτων και στη νέα ενεργειακή στρατηγική των ΗΠΑ.
163 εκατ. δολάρια για άδειες εκμετάλλευσης και 8,8 δισ. βαρέλια δυναμικού
Τον Μάρτιο, οι εταιρείες κατέθεσαν προσφορές-ρεκόρ ύψους 163 εκατ. δολαρίων για άδειες εκμετάλλευσης στο National Petroleum Reserve της Αλάσκας, σύμφωνα με τους Financial Times. Η περιοχή, σύμφωνα με την US Geological Survey, εκτιμάται ότι περιέχει περίπου 8,8 δισεκατομμύρια βαρέλια ανακτήσιμου πετρελαίου. Συνολικά, οι δημοπρασίες κάλυψαν πάνω από 1 εκατομμύριο acres στη North Slope, μια δύσβατη αλλά πλούσια σε υδρογονάνθρακες περιοχή. Η επενδυτική δυναμική ενισχύεται από το γεγονός ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες στην Αλάσκα έφτασαν τα 5 δισ. δολάρια το 2025, από 4,1 δισ. το 2024, σύμφωνα με την Wood Mackenzie.
Η επιστροφή των κολοσσών σηματοδοτεί μια εντυπωσιακή στροφή. Η Shell είχε αποχωρήσει το 2015 μετά από ζημίες περίπου 7 δισ. δολαρίων, όμως πλέον επανέρχεται, χαρακτηρίζοντας την Αλάσκα «πολύ διαφορετική και πιο ώριμη αγορά».
Στο μεταξύ, μεγάλα έργα αλλάζουν τον ενεργειακό χάρτη:
- Το project Pikka των Santos και Repsol, αξίας 4,5 δισ. δολαρίων, αναμένεται να παράγει έως 80.000 βαρέλια/ημέρα
- Το project Willow της ConocoPhillips, κόστους 9 δισ. δολαρίων, θα φτάσει τα 180.000 βαρέλια/ημέρα από το 2029
Η παραγωγή της Αλάσκας, που είχε κορυφωθεί στα 2 εκατ. βαρέλια/ημέρα το 1988, έπεσε στα 475.000 το 2024, αλλά προβλέπεται να ανακάμψει κοντά στα 750.000 έως το 2030.
«Drill, baby, drill» και το νέο γεωπολιτικό στοίχημα
Η επιστροφή αυτή συνδέεται και με τη χαλάρωση των περιβαλλοντικών περιορισμών στις ΗΠΑ και την πολιτική ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής, στο πλαίσιο του γνωστού συνθήματος του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ «drill, baby, drill». Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, η Αλάσκα προσφέρει στρατηγική πρόσβαση σε αγορές όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, ενισχύοντας την ενεργειακή διαφοροποίηση.
Χαρακτηριστική είναι και η δραστηριότητα του ανεξάρτητου επενδυτή Bill Armstrong, μέσω της Armstrong Oil & Gas, με εντυπωσιακό ποσοστό επιτυχίας 33 επιτυχημένες γεωτρήσεις σε 35 προσπάθειες (94%), αλλά και νέες επενδύσεις ύψους 22 εκατ. δολαρίων σε leases. Παράλληλα, είχε προηγηθεί πώληση ποσοστού 25,5% σε κοίτασμα αντί 400 εκατ. δολαρίων.
Παρά τον ενθουσιασμό που επικρατεί στην αγορά, περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως η Sierra Club προειδοποιούν ότι η ανάπτυξη αυτή μπορεί να μετατραπεί σε «χαμένο στοίχημα». Ο λόγος είναι ότι ορισμένες από αυτές τις επενδύσεις μπορεί στο μέλλον να αποδειχθούν stranded assets, δηλαδή περιουσιακά στοιχεία που, αν και έχουν ήδη κοστίσει δισεκατομμύρια και φαίνονται σήμερα κερδοφόρα, ενδέχεται να χάσουν την αξία τους ή να μην αξιοποιηθούν ποτέ πλήρως λόγω αλλαγών στην ενεργειακή πολιτική, αυστηρότερων περιβαλλοντικών κανόνων ή της στροφής προς καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Διαβάστε ακόμη
