Η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Τουρκία συγκαταλέγονται στις χώρες της νότιας Ευρώπης όπου τα διαστήματα χωρίς βροχή αναμένεται να αυξηθούν κατά 8 έως 12 ημέρες έως τα τέλη του αιώνα. Σε σενάριο υψηλών εκπομπών, Ελλάδα, Ισραήλ, Ισπανία και Τουρκία εμφανίζουν επίσης τις εντονότερες προβλέψεις επιδείνωσης της υδρολογικής ξηρασίας, με ακραίες συνθήκες να αναμένονται έως το 2100. Αυτή είναι μία από τις σαφέστερες γεωγραφικές αιχμές της έκθεσης Climate Action Monitor 2026 του ΟΟΣΑ.

Η έκθεση δεν κατατάσσει συνολικά τις χώρες από την περισσότερο έως τη λιγότερο ευάλωτη στην κλιματική αλλαγή. Αποτυπώνει επιμέρους κινδύνους —ξηρασία, ακραία ζέστη, πυρκαγιές και έντονες βροχοπτώσεις— και υπογραμμίζει ότι η έκθεση σε ένα φαινόμενο δεν ισοδυναμεί από μόνη της με ευαλωτότητα. Σημασία έχουν και το πόσοι άνθρωποι και ποιες υποδομές βρίσκονται σε επικίνδυνες περιοχές, η εξάρτηση της οικονομίας από τη γεωργία ή την υδροηλεκτρική παραγωγή και η δυνατότητα προσαρμογής και ανάκαμψης.

Η ξηρασία απειλεί νερό, γεωργία και ενέργεια

Η πρόβλεψη για την αύξηση των ξηρών ημερών αφορά την περίοδο 2080-2099 σε σύγκριση με το 1995-2014 και βασίζεται σε σενάριο ενδιάμεσων εκπομπών. Οι εθνικοί μέσοι όροι, ωστόσο, κρύβουν σημαντικές αποκλίσεις στο εσωτερικό των χωρών. Για την Πορτογαλία, για παράδειγμα, η μέση αύξηση υπολογίζεται περίπου στις δέκα ημέρες, αλλά οι περιφερειακές προβολές κυμαίνονται από μία έως περισσότερες από δεκαέξι επιπλέον ξηρές ημέρες. Αντίστοιχα, στον Καναδά, μια σχετικά μέτρια εθνική μεταβολή συνυπάρχει με πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις σε ορισμένες περιοχές.

Η επιδείνωση δεν αφορά μόνο το μέλλον. Η υγρασία του εδάφους στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις στις χώρες-μέλη και τις χώρες-εταίρους του ΟΟΣΑ ήταν την περίοδο 2021-2025 κατά μέσο όρο 2,6% χαμηλότερη από την περίοδο αναφοράς 1981-2010. Η μειωμένη υγρασία περιορίζει την παραγωγή, αυξάνει τις ανάγκες άρδευσης και εντείνει την πίεση στους υδατικούς πόρους.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οικονομίες που συνδυάζουν επιδεινούμενη ξηρασία με μεγάλη εξάρτηση από τις εξαγωγές τροφίμων. Η Αργεντινή και η Βραζιλία ξεχωρίζουν μεταξύ των χωρών-εταίρων του ΟΟΣΑ, ενώ η έκθεση επισημαίνει ευρύτερους κινδύνους για σημαντικές περιοχές παραγωγής και εμπορίου τροφίμων, όπως η Κίνα, οι ΗΠΑ και η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, ιδίως η Ουκρανία και η Ρωσία. Στη Βραζιλία, η υγρασία του εδάφους στις καλλιέργειες μειώθηκε πάνω από 6% την περίοδο 2016-2025, ενώ τα τρόφιμα αντιστοιχούσαν περίπου στο 38% των εμπορευματικών εξαγωγών της. Η χώρα κατέγραψε επίσης 22 επιπλέον ημέρες θερμικής καταπόνησης τον χρόνο σε σχέση με την περίοδο αναφοράς.

Η ξηρασία έχει επιπτώσεις και στην ηλεκτροπαραγωγή. Στη Βραζιλία, η παρατεταμένη μείωση των βροχοπτώσεων περιόρισε την υδροηλεκτρική παραγωγή, οδηγώντας τη συμμετοχή της στο ενεργειακό μείγμα κάτω από το 50% για συνεχόμενους μήνες — εξέλιξη ασυνήθιστη για το σύστημα της χώρας. Η ενίσχυση της αιολικής και της ηλιακής παραγωγής λειτούργησε ως αντίβαρο. Η έκθεση αναφέρεται επίσης στις πιέσεις που μπορεί να προκαλέσει η ξηρασία σε θερμικούς και πυρηνικούς σταθμούς, όταν μειώνεται η διαθεσιμότητα νερού για ψύξη.

Η ζέστη εντείνεται σε Ευρώπη και άλλες περιοχές

Τα τελευταία πέντε χρόνια, η μέση θερμοκρασία στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν περίπου 1,06°C υψηλότερη από την περίοδο 1981-2010. Η άνοδος ξεπέρασε τους 1,5°C στην Αυστρία, τη Ρουμανία και την Ελβετία. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ημέρες με θερμοκρασίες πάνω από τον μέσο όρο αυξάνονται σε όλες τις περιοχές, με ιδιαίτερα έντονη μεταβολή στη Λατινική Αμερική, την Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό, καθώς και στην υποσαχάρια Αφρική, όπου οι δυνατότητες προσαρμογής είναι πιο περιορισμένες.

Στην έκθεση ξεχωρίζει η Ουγγαρία: το 90% του πληθυσμού της εκτίθεται κάθε χρόνο σε περισσότερες από οκτώ εβδομάδες με ημέρες κατά τις οποίες η μέγιστη θερμοκρασία ξεπερνά τους 35°C. Υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται μόνο στη Σαουδική Αραβία. Η επιβάρυνση, πάντως, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Σε περιοχές της κεντρικής Γερμανίας, οι ημέρες με θερμοκρασίες άνω των 35°C αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 200% σε σχέση με την περίοδο αναφοράς. Στις χώρες της Βαλτικής και στη Σκανδιναβία, οι τροπικές νύχτες —με ελάχιστη θερμοκρασία πάνω από 20°C— αυξήθηκαν σε πολλές περιοχές κατά περισσότερο από 120%.

Η αύξηση των τροπικών νυχτών είναι ευρύτερη: από το 1979, καταγράφονται παγκοσμίως περίπου 36 επιπλέον τέτοιες νύχτες. Η μεγαλύτερη μεταβολή σημειώνεται στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, με 38 επιπλέον νύχτες, και στην υποσαχάρια Αφρική, με 25. Στην ΕΕ, η αύξηση είναι μικρότερη —δέκα νύχτες— αλλά υπερδιπλασιάζει τον αρχικό αριθμό.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στην υγεία. Σύμφωνα με την έκθεση, οι καύσωνες ευθύνονται για σχεδόν 336.500 θανάτους παγκοσμίως την περίοδο 2000-2026, αν και ο αριθμός πιθανότατα υποεκτιμάται λόγω καθυστερήσεων στην καταγραφή και δυσκολιών απόδοσης των θανάτων στη ζέστη. Στην Ευρώπη, οι ακραίες θερμοκρασίες εκτιμάται ότι προκάλεσαν περισσότερους από 200.000 θανάτους την περίοδο 2022-2025, ενώ η θνησιμότητα που σχετίζεται με τη ζέστη έχει αυξηθεί περίπου κατά 30% τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Πυρκαγιές και ακραίες βροχοπτώσεις

Ο κίνδυνος πυρκαγιών είναι αυξημένος στο Μεξικό, την Αργεντινή, την Αυστραλία, τη Βραζιλία, την Ινδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Τουρκία, όπου η ζέστη, οι ξηρές συνθήκες και οι εκτεταμένες δασικές εκτάσεις ενισχύουν την έκθεση. Η Βραζιλία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση: ακόμη και σχετικά χαμηλό ποσοστό έκθεσης μεταφράζεται σε εκατομμύρια στρέμματα δάσους λόγω του μεγέθους της δασικής της έκτασης.

Η έκταση των πυρκαγιών στην Ευρώπη επιβεβαίωσε την αυξανόμενη πίεση. Έως τις 26 Αυγούστου 2026 είχαν καεί περισσότερα από 637.000 εκτάρια στην ΕΕ, πάνω από το διπλάσιο του μέσου όρου της περιόδου 2006-2025 για το ίδιο χρονικό διάστημα. Στη Γαλλία είχαν καεί πάνω από 96.000 εκτάρια, ενώ στην Ισπανία περίπου 140.000 εκτάρια μόνο από τις 13 έως τις 28 Ιουλίου. Ακόμη και περιοχές που δεν συνδέονταν παραδοσιακά με μεγάλες πυρκαγιές, όπως το Βέλγιο, βρέθηκαν αντιμέτωπες με πρωτοφανή περιστατικά.

Στις ακραίες βροχοπτώσεις, η μεγαλύτερη έκθεση καταγράφεται συνολικά στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, όπου οι τροπικοί κυκλώνες, οι εκτεταμένες πλημμυρικές ζώνες και η ανάπτυξη παράκτιων περιοχών αυξάνουν τον κίνδυνο. Στη Δυτική Αφρική, σχεδόν 40.000 χιλιόμετρα δρόμων βρίσκονται σε ζώνες έντονων βροχοπτώσεων. Οι πλημμύρες και οι κατολισθήσεις μπορούν να διακόψουν τις μεταφορές, να περιορίσουν την πρόσβαση σε αγορές και υπηρεσίες και να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο περιοχές που αντιμετωπίζουν ήδη αναπτυξιακές και ανθρωπιστικές προκλήσεις.

Το οικονομικό κόστος των κλιματικών καταστροφών αποτυπώνει την κλίμακα του προβλήματος. Στις χώρες-μέλη και τις χώρες-εταίρους του ΟΟΣΑ, η ετήσια μέση ζημιά αυξήθηκε από 101,2 δισ. δολάρια την περίοδο 1994-1998 σε 249,1 δισ. δολάρια την περίοδο 2021-2025, δηλαδή κατά 146% σε πραγματικούς όρους. Η γεωγραφική έκθεση είναι κρίσιμη, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το μέγεθος των συνεπειών: η ανθεκτικότητα των υποδομών, η προετοιμασία των υπηρεσιών και η προσαρμογή των οικονομιών καθορίζουν πόσο βαριά θα είναι τελικά η ζημιά.

Διαβάστε ακόμη